Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Το αποκορύφωμα


Πριν από δέκα χρόνια, η χρεοκοπία της Lehman Brothers στις ΗΠΑ προκάλεσε τη μεγαλύτερη προσπάθεια στήριξης των κρατών για τη διάσωση των τραπεζών και του καπιταλισμού. Με αφορμή αυτό το γεγονός δημοσιεύουμε ένα ιδιαίτερα κατατοπιστικό άρθρο του γερμανού κομμουνιστή οικονομολόγου Lucas Zeise. Ο ίδιος συγγραφέας σε ένα άλλο μικρό κείμενό του που δημοσιεύτηκε χθες στην ίδια εφημερίδα («junge Welt», 22.09.2018), επισημαίνει ότι πιθανώς η παγκόσμια οικονομία να βρίσκεται μπροστά σε μια νέα κρίση. Τη θέση αυτή την αιτιολογεί με βάση τρία δεδομένα: Πρώτο, η τελευταία μεγάλη οικονομική κρίση του 2008/09 ξέσπασε ήδη πριν από δέκα χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου έχει φτάσει σε ένα επίπεδο που θα μπορούσε να κάνει δυνατό το ξέσπασμα μιας νέας κρίσης. Δεύτερο, η ανάπτυξη στις λεγόμενες αναδυόμενες χώρες, οι οποίες από το 2008 αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας, επιβραδύνεται. Μερικές από αυτές όπως η Τουρκία, η Βραζιλία και η Αργεντινή, βρίσκονται ήδη σε δύσκολη θέση. Τρίτο, οι εμπορικοί φραγμοί που αποφάσισε η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο, όπως επίσης στην παραγωγή και στις επενδύσεις. Ας περάσουμε όμως στο κείμενο (ΠΓ).

του Lucas Zeise

Πριν από δέκα χρόνια, στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, η επενδυτική τράπεζα της Νέας Υόρκης, Lehman Brothers, κήρυξε πτώχευση. Αυτή δεν ήταν η αρχή, αλλά το αποκορύφωμα μιας μεγάλης παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι συνέπειες της οποίας εξακολουθούν να είναι και σήμερα αισθητές. Τον Σεπτέμβριο του 2008, οι παίκτες στην χρηματοπιστωτική αγορά, οι τραπεζίτες και οι κερδοσκόποι, γνώριζαν ήδη ότι η Lehman Brothers ήταν ώριμη για πτώχευση, εντούτοις έπαθαν έκπληξη επειδή ανέμεναν ότι αυτή, η τέταρτη από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες των ΗΠΑ, θα την έσωζε το κράτος, όπως συνέβη πριν με άλλες τράπεζες. Αυτό δεν συνέβη. Τα χρέη αυτής της τράπεζας δε μπορούσαν πλέον να εξοφληθούν. Οι πολυάριθμοι πιστωτές της από πολλές οικονομικές συναλλαγές έπρεπε να φοβούνται για τις αξιώσεις τους.

Όταν μια βιομηχανική εταιρεία δηλώνει πτώχευση, τότε αυτό για τους ιδιοκτήτες είναι δυσάρεστο, για τους προμηθευτές είναι επικίνδυνο επειδή δε μπορούν να πληρωθούν τα εμπορεύματα που προμήθευσαν, και για τους εργαζόμενους είναι μια ιδιαίτερα μεγάλη καταστροφή. Όταν μια μεγάλη τράπεζα χρεοκοπεί, όλη η οικονομία βρίσκεται σε κίνδυνο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή το σύνολο του χρηματικού συστήματος κινείται από τις τράπεζες. Οι απλοί πολίτες και οι μεγάλοι καπιταλιστές, το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοοικονομικών τους περιουσιακών στοιχείων το έχουν στην τράπεζά τους ή στις τράπεζές τους αντί να το βάλουν κάτω από το στρώμα τους ή στο χρηματοκιβώτιο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Επειδή οι τράπεζες απ’ τη μεριά τους χορηγούν ένα πολλαπλάσιο της χρηματικής περιουσίας που διαχειρίζονται ως πίστωση (ή την διατηρούν ως χρεόγραφα), επειδή, διαφορετικά ειπωμένο, έχουν ένα πολλαπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων τους (δηλαδή τα δικά τους χρήματα) σε χρέη, κινδυνεύουν ιδιαίτερα να χρεοκοπήσουν. Σ’ αυτά προστίθεται ένα τρίτο: Τα χρέη τα έχουν εν μέρει έναντι των πολιτών και των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Αυτό είναι το πιο σταθερό μέρος. Ταυτόχρονα, όμως, οι τράπεζες είναι και χρεωμένες μεταξύ τους βραχυπρόθεσμα. Όταν μια τράπεζα χρεοκοπήσει, τότε αυτό επηρεάζει ταυτόχρονα και μια σειρά χρηματοπιστωτικών τραπεζών, οι οποίες της έχουν δανείσει χρήματα βραχυπρόθεσμα, και τώρα οι ίδιες αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες πληρωμής, παρ’ όλο που διαφορετικά θα ήταν αρκετά κερδοφόρες.

Τότε έχουμε να κάνουμε με μια κλασική τραπεζική κρίση. Όταν μετά απ’ αυτό δε συμβεί τίποτα, το σύστημα πληρωμών γίνεται άνω κάτω. Ορισμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δε μπορούν πλέον να εκτελέσουν τις εντολές πληρωμής των πελατών τους, άλλα δεν έχουν πλεόνασμα ρευστότητας που θα μπορούσαν να δανείσουν στις προβληματικές τράπεζες οι οποίες διψούν για χρήμα. Ακόμη κι αν έχουν, προφυλάσσονται από το να δανείσουν. Στο τέλος, οι πολίτες απαιτούν μετρητά από τις καταθέσεις τους ή τουλάχιστον από τα πιο ασφαλή κρατικά ομόλογα. Αυτό είναι το Bank Run [τραπεζικός πανικός / μαζική απόσυρση καταθέσεων]. Η οικονομία της αγοράς δεν λειτουργεί πλέον.


Συναντήσεις της χρηματιστικής ολιγαρχίας

Κατά κανόνα η κατάσταση δε φτάνει τόσο μακριά. Ευτυχώς, εμείς οι πολίτες ζούμε στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Οι κυβερνήσεις αυτής της τάξης πραγμάτων διαισθάνονται ότι η ελεύθερη χρηματοπιστωτική αγορά έχει ανάγκη κρατικής βοήθειας και παρεμβαίνουν πριν από αυτό το τελευταίο στάδιο. Στη συνέχεια βλέπουμε την οικονομική ολιγαρχία ή τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της σ’ ένα δωμάτιο, ή κάνουν διαπραγματεύσεις ενωμένοι. Τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται ένα Σαββατοκύριακο, όταν ο υπουργός Οικονομικών ή ο ίδιος ο αρχηγός της κυβέρνησης, ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας και οι εκπρόσωποι των πιο σημαντικών εμπορικών τραπεζών της χώρας συζητούν για το πώς πρέπει να εξαλείψουν το ατύχημα. Παρόντες είναι επίσης οι ιδιοκτήτες της τράπεζας που βρίσκεται σε κίνδυνο. Δεν έχουν όμως πλέον να πουν τίποτα. Επειδή τώρα πρόκειται για το πώς μπορεί να δεθεί το πακέτο διάσωσης. Στόχος είναι να εξασφαλιστούν οι υποχρεώσεις πληρωμών αυτής της απειλούμενης τράπεζας. Διεξάγονται διαπραγματεύσεις για το αν τώρα θα γίνει εκκαθάριση ή για το αν θα συνεχιστεί [η λειτουργία της] από έναν ή περισσότερους συμμετέχοντες στη συνάντηση των ολιγαρχών. Στη δεύτερη περίπτωση, οι αγοραστές αποκτούν φθηνά μια τράπεζα, επειδή το κράτος (και το ταμείο που εγγυάται τις καταθέσεις, το οποίο χρηματοδοτείται από τα πιστωτικά ιδρύματα) φέρουν το μεγαλύτερο μέρος του κόστους. Στην πρώτη περίπτωση φέρουν τα κόστη όλοι.

Πριν από την πτώχευση της επενδυτικής τράπεζας της Νέας Υόρκης, Lehman Brothers, στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, πραγματοποιήθηκαν τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις, παρέμειναν όμως χωρίς αποτέλεσμα. Αυτό οφειλόταν, αφενός στο γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία δεν έγιναν μόνο με την χρηματιστική ολιγαρχία των ΗΠΑ, αλλά με τους Κορεάτες καθώς και με άλλους αλλοδαπούς. Αφετέρου, η ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών και της εκδοτικής τράπεζας Fed, ήταν λίγο, ας το πούμε, κουρασμένοι, επειδή ήταν απασχολημένοι με άλλες τρέχουσες οικονομικές περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης και είχαν την ορθή εντύπωση ότι οι πόροι του κράτους σχετικά με τα χρήματα είχαν εξαντληθεί. Η χρηματοπιστωτική κρίση είχε ξεσπάσει ήδη ανοιχτά στις 9 Αυγούστου 2007. Από τότε, πολλές τράπεζες σε όλο τον κόσμο έχουν διασωθεί από την κατάρρευση. Μία από τις πρώτες ήταν η μικρή ΙΚΒ στο Ντίσελντορφ, για την οποία ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, κάποιος Πέερ Στάινμπρυκ (Peer Steinbrück), έδωσε μάλιστα μερακλίδικα 18 δισεκατομμύρια ευρώ από το Δημόσιο Ταμείο, φροντίζοντας έτσι τον πλειοψηφικό μέτοχο, την ασφαλιστική εταιρεία Allianz.

Ήδη, τον Μάρτιο του 2008, η μικρότερη από τις πέντε επενδυτικές τράπεζες της Νέας Υόρκης, είχε μεταβιβαστεί στη γενική τράπεζα J. P. Morgan, μαζί με μια εγγύηση της εκδοτικής τράπεζας στο ύψος των 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, μια πολύ μεγαλύτερη δράση πέρα από τις συνήθεις πράξεις ήταν η διάσωση των δυό τραπεζών ενυπόθηκων δανείων Fannie Mae και Freddie Mac. Τα χρεόγραφά τους που βρίσκονταν στην κυκλοφορία των χρηματοπιστωτικών αγορών του κόσμου, ύψους πέντε τρισεκατομμυρίων δολαρίων («γνήσια» γερμανικά τρισεκατομμύρια, δηλαδή 5.000 δισεκατομμύρια), εγκρίθηκαν ρητά στις 7 Σεπτεμβρίου, δηλαδή μια βδομάδα πριν από την πτώχευση της Lehman, με την εγγύηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ.

Πριν από αυτές τις πτωχεύσεις, η χρηματοπιστωτική κρίση είχε λάβει χώρα σχεδόν κεκλεισμένων των θυρών από την πολιτική δημοσιότητα. Οι πολυάριθμες ενέργειες διάσωσης εγκρίθηκαν από τους πολιτικούς. Το χρηματιστήριο ανησυχούσε μεν, η κατάρρευση της χρηματιστηριακής τιμής, όμως, δεν συνέβη. Αυτό έγινε μόνο με την κατάρρευση της Lehman. Οι παράγοντες της χρηματοπιστωτικής αγοράς συνειδητοποίησαν ότι το κράτος δεν θα παρενέβαινε υποστηρικτικά σε κάθε περίπτωση. Η αμφιβολία για τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος είχε σπαρθεί, το τρέξιμο στις καταθέσεις των τραπεζών έγινε πραγματικός κίνδυνος. Τώρα παρενέβη και η πολιτική δημοσίως και πέρα από τον ενδιαφερόμενο χρηματοπιστωτικό κόσμο. Στις ΗΠΑ ψηφίστηκε από το Κογκρέσο ένα πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης για όλες τις τράπεζες υπό συνθήκες χαοτικές. Ο πρόεδρος της εκδοτικής τράπεζας, Ben Bernanke, είπε εκείνη την περίοδο –για να επιτύχει την έγκριση των μελών του Κογκρέσου που ήταν ενάντια: «Αν δε το κάνουμε αυτό τώρα, μπορεί τη Δευτέρα να μην έχουμε πλέον οικονομία.»

Στη Γερμανία, στις 5 Οκτωβρίου, η Άνγκελα Μέρκελ που ήταν και τότε καγκελάριος, καθησύχασε τους «αγαπητούς συμπολίτες»: «Οι καταθέσεις σας είναι ασφαλείς.» Αυτή ήταν η δήλωση εγγύησης για όλες τις γερμανικές τράπεζες. Ακολούθησε ένας νόμος σταθεροποίησης των τραπεζών, ο οποίος έτρεξε σε χρόνο ρεκόρ και από τα δυό σώματα του Κοινοβουλίου, εξασφαλίζοντας 480 δισεκατομμύρια ευρώ για τη διάσωση των τραπεζών, κάτι που αποτέλεσε το υψηλότερο οικονομικό μεμονωμένο μέτρο που ψηφίστηκε ποτέ από το Κοινοβούλιο. Στη Γερμανία η Dresdner Bank εξαναγκάστηκε σε παντρειά με την Commerzbank προς όφελος της μητρικής της εταιρείας Allianz. Αυτή η τελευταία απέκτησε κρατική συμμετοχή, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα. Περίπου 100 δισεκατομμύρια ευρώ δαπανήθηκαν για τη στήριξη της μεσαίου μεγέθους τράπεζας ενυπόθηκων δανείων HRE (Hypo Real Estate).


Το παραμύθι περί κατάστασης σοκ

Ακόμη και σήμερα, η περίπτωση της Lehman Brothers θεωρείται δημοσίως ως το σημείο εκκίνησης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η θεωρία αυτή προέρχεται από τους ίδιους τους τραπεζίτες, τους επόπτες τους και τους πολιτικούς που προωθούνται από αυτούς. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ο φόβος για μια μαζική απόσυρση καταθέσεων σόκαρε τους καπιταλιστές. Μόνο όταν τα δρώντα οικονομικά υποκείμενα συνειδητοποίησαν στην υδρόγειο σφαίρα ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν διέσωσε μια τόσο θαυμάσια τράπεζα όπως την Lehman Brothers, μια από τις πέντε παγκοσμίως σεβαστές χρηματοπιστωτικές της Wall Street, αφήνοντάς την ασυγκίνητα να πτωχεύσει, υπήρξε ένα είδος κατάστασης σοκ. Από τη Γη του Πυρός μέχρι την ανατολική Σιβηρία, από την Ισλανδία μέχρι την Αυστραλία, σταμάτησαν ξαφνικά να ασκούνται οι συνήθεις οικονομικές δραστηριότητες. [Με βάση πάντα αυτή τη θεωρία], θα σταματούσαν οι επενδύσεις, οι παραγγελίες κεφαλαιουχικών αγαθών και, αντ’ αυτού, θα άρχιζαν να ακυρώνονται αυτά που είχαν ήδη παραγγελθεί. Με λίγα λόγια, η θεωρία ισχυρίζεται ότι η πραγματική οικονομία παγκοσμίως κατέληξε λόγω ενός ψυχολογικού φαινομένου να τρικλίζει προς τα κάτω. Η ξαφνική εμφάνιση του φόβου με την πτώχευση της Lehman, [σύμφωνα με τη θεωρία], έπνιξε κάθε επιχειρηματικό πνεύμα. Υπάρχει επίσης μια παραλλαγή αυτής της θεωρίας, την οποία οι υπέρμαχοί της «προβάλλουν» μ’ έναν τρόπο δικηγόρων που βρίσκονται στο δικαστήριο, ως «υποκατάστατο». Σύμφωνα μ’ αυτήν, μετά την πτώχευση της Lehman, οι τράπεζες θα σταματούσαν να λειτουργούν. Δε θα είχαν πλέον πιστώσεις για να δανείσουν στις εταιρείες. Αυτές στη συνέχεια, θα ‘πρεπε να εγκαταλείψουν ουσιαστικά τις σχεδιαζόμενες αγορές (Einkäufe) και τις επενδύσεις λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.

Δεν υπήρξε καμιά απ’ αυτές τις προμηνυόμενες αλυσιδωτές επιπτώσεις. Επειδή ο φόβος ότι οι τράπεζες θα καταρρεύσουν η μια μετά την άλλη και ότι τα συστήματα πληρωμών δεν θα λειτουργούν πλέον, διήρκεσε το πολύ τρεις εβδομάδες. Ίσως και μόνο για δυό ημέρες. Επειδή ήδη στις 17 Σεπτεμβρίου, δυό ημέρες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, οι ΗΠΑ διέσωσαν υπό τον υπουργό Οικονομικών Henry Paulson την τότε παγκοσμίως μεγαλύτερη ασφαλιστική εταιρεία AIG. Γιατί, λοιπόν, να είναι συγκλονισμένοι οι επιχειρηματίες σε όλο τον κόσμο για την κατάρρευση μιας τράπεζας επενδύσεων; Η οικονομική πραγματικότητα διαμορφώθηκε εντελώς διαφορετικά. Για την πραγματική οικονομία του πλανήτη δεν ήταν σημαντική η Lehman Brothers, αλλά ο πολίτης των ΗΠΑ ως αγοραστής εμπορευμάτων από όλο τον κόσμο.

Ο καπιταλιστικός κόσμος βρισκόταν –για να ειπωθεί σε γενικές γραμμές- από τη δεκαετία του 1970, σε μια διαρκή κατάσταση υπερσυσσώρευσης, η οποία επισκιάστηκε από τον γρήγορα αναπτυσσόμενο χρηματοπιστωτικό τομέα. Πιο συγκεκριμένα, η αξιοποίηση του κεφαλαίου λάμβανε χώρα με όλο και μεγαλύτερα χρέη. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας φαινόταν μάλιστα να αποσπάται από την αξιοποίηση του βιομηχανικού κεφαλαίου. Και πράγματι, σημαντικά αυξανόμενα τμήματα χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων δεν εξαρτώνται άμεσα από την αξιοποίηση του κεφαλαίου, αλλά από το δημόσιο χρέος και/ή τα χρέη των απλών μισθωτών ως καταναλωτών.

Τελευταία, περίπου από την αρχή της χιλιετίας, οι παγκόσμιοι χρηματοπιστωτικοί κερδοσκόποι παραβίασαν την απλή και λίγο διεγερτική χρηματοδότηση μονοκατοικιών ή κατοικιών για δυό οικογένειες στην επαρχία των ΗΠΑ. Με στόχο το πολυπόθητο και ιδιαίτερα χρήσιμο αντικείμενο επένδυσης για το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, αναπτύχθηκαν τα χρέη των εντελώς συνηθισμένων αμερικανικών νοικοκυριών, κυρίως των υποθηκών τους, αλλά και των πιστωτικών καρτών τους καθώς και των χρεών με πιστωτικές δόσεις. Η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση με την οποία έχουμε να κάνουμε εδώ, όταν το φθινόπωρο του 2007 ήταν ακόμη πολύ νέα και φρέσκια, ονομάστηκε αρχικά «κρίση ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων». Η άβολη έκφραση σχετίζεται με τον μεγάλο αριθμό κακών οφειλετών επειδή δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν τις υποθήκες που είχαν εγγυηθεί. Η έκφραση «ενυπόθηκων δανείων» επιδρά συγκαλυπτικά. Αντιστοιχεί στην ιδιαίτερα ακριβή γερμανική λέξη υποβέλτιστα και ουσιαστικά σημαίνει μίζερα. 

Ποτέ δεν θα έφερναν σε δύσκολη θέση τις τράπεζες σε όλο τον κόσμο τα δάνεια που έγιναν σάπια [τα οποία δόθηκαν] σε πολίτες των ΗΠΑ, ιδιοκτήτες σπιτιών που έπαιρναν λίγα χρήματα, αν ο χρηματοπιστωτικός κλάδος δεν είχε βρει καινοτόμους δρόμους, που θα έκαναν δυνατή την περαιτέρω πώληση πιστώσεων. Τράπεζες, όπως η γερμανική ΙΚΒ ή η Sachsen LB, ήταν τα πρώτα θύματα της κρίσης, επειδή είχαν συμμετάσχει μέσα από περίπλοκους δρόμους στις επιχειρήσεις υποθηκών του αμερικανικού κλάδου. Αυτό κατέστη δυνατό μέσω της χρηματοπιστωτικής τεχνικής που αναπτύχθηκε μερικά χρόνια πριν, να στοιβάζονται δάνεια ή γενικά κάθε είδος χρεών και να πωλούνται σε όλο τον κόσμο. Οι τράπεζες την τεχνική αυτή την ονομάζουν «τιτλοποίηση». Μια ατομική συμφωνία χρέους, όπως για παράδειγμα η υποθήκη, μετατρέπεται σε εμπορεύσιμο χρεόγραφο. Και αυτό δεν είναι πραγματικά καινούργιο. Η παλαιότερη γνωστή συναλλαγματική ή το παλιό γερμανικό δάνειο [που δινόταν από ένα πιστωτικό ίδρυμα ως χρηματοδότηση ακινήτων], αποτελούν παραδείγματα του ίδιου πράγματος. Το νέο, ωστόσο, ήταν ότι η τιτλοποίηση αυτού του είδους συνέβαινε τόσο μαζικά, μετατρέποντας τα απλά συμβόλαια χρέους σε περίπλοκες μεικτές κατασκευές. Στο τέλος, δεν ήταν πλέον δυνατό να καθοριστεί τι αξία αντιπροσωπεύουν τα προϊόντα. Η τιτλοποίηση ή το νέο πακετάρισμα δανείων αποτελεί, επομένως, μια ιδιαιτερότητα αυτής της κρίσης. Αυτή κατέστησε δυνατή την τεράστια έκταση της έκρηξης της κερδοσκοπίας και, κατά την ύφεση, φρόντισε ώστε οι απώλειες αξιών να εκπλήξουν τους πιστωτές και να γίνουν απροσδόκητα υψηλές.

Τα χρέη των αμερικανικών νοικοκυριών αποδείχτηκαν προσοδοφόρα επένδυση επειδή είχαν επιτραπεί για εξαιρετικά μεγάλο διάστημα, μάλιστα ενισχύθηκαν από την οικονομική πολιτική. Πολύ χαμηλά επιτόκια της εκδοτικής τράπεζας των ΗΠΑ έκαναν αποδεκτή την επιβάρυνση και των φτωχών νοικοκυριών λόγω υψηλών χρεών. Επιπλέον, αυξήθηκαν οι τιμές των κατοικιών, που κατ’ αυτό τον τρόπο μπορούσαν να υποθηκευτούν σε υψηλότερες [τιμές]. Η κατανάλωση που χρηματοδοτούνταν από τα χρέη των νοικοκυριών των ΗΠΑ αντικατοπτρίστηκε με αυξανόμενη συνολική ζήτηση, σε μια σχετικά ζωηρή οικονομική δραστηριότητα, κυρίως, όμως, με ένα ιδιαίτερα αυξανόμενο έλλειμμα στο εξωτερικό εμπόριο. Τα υψηλά χρέη των αμερικανικών νοικοκυριών πληρώθηκαν επομένως με την εισροή κεφαλαίου από το εξωτερικό. Έτσι, η χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία συμπλέκεται πολλαπλά με τις διεθνείς ροές κεφαλαίου και την εκάστοτε διαφορετική κατάσταση της πραγματικής οικονομίας στις αντίστοιχες περιοχές του κόσμου.

Όταν η Lehman οδηγήθηκε σε πτώχευση, η χρηματοπιστωτική κρίση, όπως ήδη ειπώθηκε, μετρούσε περισσότερο από ένα χρόνο ζωής. Ξαφνικά, από το καλοκαίρι του 2007, δεν λειτουργούσε πλέον ο μηχανισμός εκείνος που είχε κάνει δυνατά τα συνεχιζόμενα χρέη των απλών ανθρώπων στις ΗΠΑ. Αντί να αυξάνεται διαρκώς παραπέρα η τώρα μειούμενη κατανάλωση, το τελευταίο τρίμηνο του 2007 εισήλθε στις ΗΠΑ στην αρχή της ύφεσης. Η κυβέρνηση Τζορτζ Ου. Μπους, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2008, έριξε καλοσυνάτα ακόμη 160 δισεκατομμύρια δολάρια περίπου για την στήριξη της κατανάλωσης των πολιτών. Αυτό σταθεροποίησε την οικονομική κατάσταση στη χώρα και καθυστέρησε την έναρξη της παγκόσμιας ύφεσης για μερικούς μήνες. Αυτή όμως ήρθε με ακόμη μεγαλύτερη ορμή. Στη Γερμανία η ύφεση αυτή άρχισε την άνοιξη του 2008 με γρήγορα μειωμένες παραγγελίες για την εγχώρια και την αλλοδαπή βιομηχανία. Μετά τις 15 Σεπτεμβρίου, ακόμη και επαγγελματίες [πολιτικοί] που αρνούνταν την ύπαρξη κρίσης, όπως ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Steinbrück ή η Γερμανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Deutsche Bundesbank) διαπίστωναν μια παγκόσμια ύφεση.

Ούτε και η εναλλακτική θέση που προβλήθηκε είναι υπέρ της. Όταν κατέρρευσε η Lehman, το διατραπεζικό εμπόριο και άλλα τμήματα της χρηματοπιστωτικής αγοράς είχαν σταματήσει να λειτουργούν με τον συνηθισμένο τρόπο. Οι τράπεζες είχαν ήδη αποσβέσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, λίρες, φράγκα ή ευρώ. Είχαν ανάγκη από ίδιο κεφάλαιο και [έκαναν] μεγάλες προσπάθειες να το βρουν. Η Lehman Brothers δεν κατόρθωσε να το πετύχει αυτό. Το κεφάλαιο και οι πιστώσεις ήταν από καιρό λιγοστό/ές. Οι τράπεζες είχαν περιορίσει τον προηγούμενο γενναιόδωρο δανεισμό τους ήδη ένα χρόνο πριν. Δεν ήταν η κατάρρευση της Lehman Brothers αυτή που διέκοψε τον δανεισμό. Πολύ περισσότερο, η Lehman Brothers κατέρρευσε επειδή το κεφάλαιο και οι πιστώσεις ήταν ήδη λιγοστό/ές.

Μπορεί να είναι κανείς βέβαιος ότι οι δημόσιοι υπέρμαχοι της θεωρίας περί καθοριστικής επίδρασης της πτώχευσης της Lehman δεν πιστεύουν πραγματικά σ’ αυτήν. Τελικά, είναι εντελώς μη αληθοφανής. Όμως στην καλύτερη περίπτωση ταιριάζει στη σαβούρα τους. Πάρτε τον τότε υπουργό Οικονομικών αυτής της δημοκρατίας, τον Steinbrück και τον υφυπουργό του, Γιεργκ Άσμουσεν (Jörg Asmussen). Ένα χρόνο αργότερα, υπέβαλαν στην Εξεταστική Επιτροπή της Ομοσπονδιακής Βουλής την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης της Hypo Real Estate ως συνέπεια της λανθασμένης απόφασης της κυβέρνησης των ΗΠΑ να αφήσει την Lehman να χρεοκοπήσει. Η απόφαση αυτή με τη σειρά της ήταν [κατά την άποψή τους] απρόβλεπτη. Έτσι, οι κύριοι δικαιολόγησαν ότι επί δεκατρείς μήνες δεν το είχαν αντιληφθεί ή παραμέρισαν την ύπαρξή της. Αυτό είναι επίσης ιδιαίτερα αναιδές, γιατί και οι δυό τους είχαν ασχοληθεί με την κατάρρευση της ΙΚΒ και της Sachsen LB, ακριβώς από την αρχή της κρίσης το καλοκαίρι του 2007. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι δε μπορούσε να δει ότι έρχεται η καταστροφή της HRE, είναι τόσο γελοίο, όσο και ο ισχυρισμός ότι κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας δεν πρέπει να υπολογίζεται η πτώση κεραυνού.


Το χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει αμετάβλητο

Η χρεοκοπία της Lehman αποτελεί παρ‘ όλα αυτά μια ημερομηνία σημαντική. Όπως διαπιστώθηκε στην αρχή, σημαδεύει το αποκορύφωμα της κρίσης. Από εκείνη τη στιγμή το κράτος/τη επεμβαίνει/ουν. Ποτέ πριν στην Ιστορία δεν υπήρξε δράση καπιταλιστικών κρατών του κόσμου τέτοιας έκτασης προς την ίδια κατεύθυνση. Με εξαιρετικά μεγάλα προγράμματα δαπανών, σταθεροποίησαν την οικονομική κατάσταση. Η απειλή μιας καθοδικής σπείρας, η μείωση των παραγγελιών και της παραγωγής, οι απολύσεις και η αντίστοιχη μείωση της ζήτησης αποφεύχθηκαν. Κατά τη διάρκεια του 2009 η οικονομική κατάσταση σταθεροποιήθηκε. Δεύτερο, τα κράτη στήριξαν τις τράπεζες. Για αυτό προκατέβαλαν πολλά χρήματα. Ανέλαβαν ένα μεγάλο μέρος των χρεών τους καθώς και τις επισφαλείς τους πιστώσεις. Μερικές τράπεζες έκλεισαν, στη Μ. Βρετανία μερικές κρατικοποιήθηκαν. Τα χρέη των κρατών αυξήθηκαν αναλόγως και από το 2009 συνέβαλαν στην κρίση του δημόσιου χρέους.

Η διάσωση των τραπεζών συνοδεύτηκε λεκτικά από την υπόσχεση ότι θα μεταρρυθμιστεί θεμελιακά η χρηματοπιστωτική αγορά και οι τράπεζες. Από αυτά δεν προέκυψε (σχεδόν) τίποτα. Ένα μικρό βήμα προόδου αποτελεί η αναδιατύπωση των κατευθυντήριων γραμμών ιδίου κεφαλαίου των τραπεζών. Αυτές έχουν λίγο περισσότερο ίδιο κεφάλαιο σε σχέση με τον ισολογισμό και τον όγκο των συναλλαγών τους. Δε μπόρεσε να επιβληθεί ούτε καν στις ΗΠΑ με τον μεγάλο θόρυβο, ο χωρισμός των πιστωτικών τραπεζών από τις τράπεζες χρεογράφων (ή τράπεζες επενδύσεων) που αναγγέλθηκε, ο οποίος λειτούργησε την εποχή του Φραγκλίνου Ν. Ρούσβελτ (προέδρου των ΗΠΑ μεταξύ 1933 και 1945) και που καταργήθηκε ξανά από τον Μπιλ Κλίντον (1993-2001). Στην ΕΕ πρόθεση ήταν το σχέδιο να το μιμηθεί. Και από δω δεν προέκυψε τίποτα. Σε παγκόσμιο επίπεδο και σε επίπεδο ΕΕ δημιουργήθηκαν επιτροπές για την εποπτεία σχετικά με την «χρηματοπιστωτική σταθερότητα». Οι επιτροπές αυτές, όπως συμβαίνει μέχρι στιγμής, στελεχώθηκαν από πρώην τραπεζίτες και με τους στενά έμπιστούς τους επόπτες τραπεζών. Όπως διαπιστώνει ο ιστορικός των οικονομικών επιστημών Adam Tooze, που κάθε άλλο παρά κριτική προς τον καπιταλισμό κάνει: Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα «λειτουργεί σε σχέση με το 2008 σε μεγάλο βαθμό χωρίς κάποια μεταβολή» ([Εφημερίδα] «Zeit online, 10.9.2018). Μπορεί να προσθέσει κανείς ότι οι σκιώδεις τράπεζες έχουν κερδίσει σε βάρος των κανονικών τραπεζών, όπως και στις διεθνείς συναλλαγές οι τράπεζες των ΗΠΑ σε βάρος των ευρωπαϊκών.

Το λιγότερο ενθαρρυντικό αποτέλεσμα των κρατικών δραστηριοτήτων διάσωσης βρίσκεται στο ότι τώρα, μετά από δέκα χρόνια κρίσης, ο χρηματοπιστωτικός τομέας στη διεθνοποιημένη παγκόσμια οικονομία είναι μεγαλύτερος απ’ ό,τι πριν την κρίση. Δεν πρόκειται για μια αθώα κατάσταση. Πολύ περισσότερο, αυτό σημαίνει ότι οι αξιώσεις για πληρωμές, τις οποίες αντιπροσωπεύει με αφηρημένα λόγια ο χρηματοπιστωτικός τομέας, σε σύγκριση με την συνολική οικονομία, είναι επίσης μεγαλύτερες απ’ ό,τι πριν. Ένα αντίστοιχα μεγάλο μερίδιο του κέρδους από το εμπορικό και βιομηχανικό κεφάλαιο εκτρέπεται προς την κατεύθυνση του μεγάλου κεφαλαίου. Θα μπορούσε πει κανείς ότι τους μισθωτούς τούς είναι αδιάφορο το πώς κατανέμεται το συνολικό κέρδος μέσα στην τάξη των καπιταλιστών. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Γιατί ο εξαναγκασμός ότι πρέπει να καταβάλλονται μεγάλα μερίδια του κέρδους στο τραπεζικό κεφάλαιο, οδηγεί τις εταιρείες να μειώνουν κυρίως τα κόστη και να ελαχιστοποιούν τις επενδύσεις. Αυτό διατηρεί τεχνητά υψηλά το ποσοστό υπεραξίας και, ως εκ τούτου, οξύνει το προτσές της κρίσης.


Πηγή: junge Welt, 15.09.2018

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.