Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Οι επαναστάσεις στην Ουγγαρία 1918/1919 (Α΄)


Η αστικοδημοκρατική επανάσταση

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από την αστικοδημοκρατική επανάσταση στην Ουγγαρία, γνωστή και ως «Επανάσταση των Χρυσανθέμων», η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε σοσιαλιστική (1919). Το παρόν κείμενο (Μέρος Α΄) αναφέρεται στην αστικοδημοκρατική επανάσταση, ενώ θα ακολουθήσει ακόμη ένα (Μέρος Β΄) στο οποίο θα εξετάζεται η σοσιαλιστική επανάσταση. Πρόκειται για δυο σημαντικά γεγονότα της ιστορίας του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος, γύρω από τα οποία υπάρχει μεγάλη έλλειψη σχετικής βιβλιογραφίας στη χώρα μας και, μ’ αυτή την έννοια, η παρούσα δημοσίευση έχει κατά την άποψή μας τη δική της αξία (ΠΓ).

του Karl-Heinz Gräfe

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στο μισό ουγγρικό Ράιχ της διπλής μοναρχίας των Αψβούργων ωρίμαζε μια επαναστατική κατάσταση, η οποία στις 28 Οκτωβρίου 1918 μετατράπηκε σε επανάσταση. Στις 11 Νοεμβρίου ο κάιζερ Κάρολος παραιτήθηκε από βασιλιάς της Ουγγαρίας και στις 16 Νοεμβρίου η σοσιαλδημοκρατική-αστική κυβέρνηση συνασπισμού που ήρθε στην εξουσία υπό τον κόμη Μιχάλι Κάρολι, κήρυξε την Λαϊκή Δημοκρατία Ουγγαρίας. Το Ουγγρικό Κομμουνιστικό Κόμμα που προέκυψε από αριστερούς σοσιαλδημοκράτες και σοσιαλιστικές ομάδες το Νοέμβριο του 1918, ήδη μετά από μερικούς μήνες απέκτησε αποφασιστική πολιτική επιρροή στα πολιτικά και κοινωνικά μαζικά κινήματα, στα Συμβούλια (Σοβιέτ) των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών, στα συνδικάτα και στα εργοστασιακά Συμβούλια. Έτσι, η αστικοδημοκρατική «Επανάσταση των Χρυσανθέμων» (ή «Επανάσταση των Αστέρων», ΠΓ) την άνοιξη του 1918, εξελίχθηκε σε σοσιαλιστική συμβουλιακή (σοβιετική) επανάσταση. Οι σοσιαλδημοκράτες και οι κομμουνιστές ενώθηκαν στις 21 Μαρτίου σχηματίζοντας το Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και από κοινού ανέλαβαν την πολιτική εξουσία με τη μορφή της συμβουλιακής δημοκρατίας. Αυτή διήρκεσε μόνο για 133 ημέρες και εξαλείφθηκε κυρίως συνεπεία μιας ενωμένης στρατιωτικής επέμβασης των νικητριών δυνάμεων της Γαλλίας, της Μ. Βρετανίας, των ΗΠΑ και των γειτονικών κρατών, της Τσεχοσλοβακίας, της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας. Οι δυνάμεις αυτές βοήθησαν την ουγγρική αντεπανάσταση υπό τον μεγαλογαιοκτήμονα Μίκλος Χόρτι ντε Νάγκιμπανια να έρθει στην εξουσία.


Παραχαράξεις της Ιστορίας

Οι ουγγρικές επαναστάσεις τον Οκτώβριο του 1918 και τον Μάρτιο του 1919 ήταν μέρος ενός παγκόσμιου ιστορικού επαναστατικού κύκλου ο οποίος ξέσπασε μετά τη ρωσική επανάσταση. Η εναλλακτική τάξη πραγμάτων της Ουγγαρίας των Συμβουλίων που προέκυψε στον αστικο-καπιταλιστικό κόσμο μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου 1919, είναι ο λόγος για τον οποίο τα γεγονότα και οι κύριοι πρωταγωνιστές της Συμβουλιακής δημοκρατίας εξακολουθούν μέχρι σήμερα να συζητούνται τόσο έντονα. Έτσι, ο ιστορικός και σύμβουλος του προέδρου των ΗΠΑ, Richard Pipes, αμφισβήτησε τη δημοκρατική νομιμότητα της σοσιαλιστικής Συμβουλιακής κυβέρνησης. Κατά την άποψή του, αυτή «ελάχιστα αντιπροσώπευε τον ουγγρικό πληθυσμό», αν σκεφτεί κανείς «ότι 18 από τους συνολικά 26 επιτρόπους ήταν Εβραίοι». Επιπλέον, κατηγόρησε τους σύγχρονους επαναστάτες, ότι αυτοί «φρόντισαν να εκμεταλλευτούν τους εθνικιστές εξτρεμιστές, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν το μίσος του πληθυσμού κατά των ξένων»[1].

Μέχρι σήμερα εκφράζεται μερικές φορές η άποψη ότι οι ουγγρικές επαναστάσεις του 1918/19 –όπως και στη Ρωσία το 1917-1922- ήταν μια «εβραιο-μπολσεβίκικη συνομωσία, οι οποίες οδήγησαν στην πολεμική ήττα το 1918 και στην «υπαγόρευση της ειρήνης» του Τριανόν το 1920. Η διάσταση αυτής της παραχάραξης της Ιστορίας συνοψίστηκε από τον ούγγρο ιστορικό Paul Lendvai ως εξής: «Ο ουγγρικός “Μύθος της πισώπλατης μαχαιριάς” ήταν τεράστιας σημασίας για τη δυναμική του ουγγρικού αντισημιτισμού στην περίοδο του μεσοπολέμου, τις ολέθριες συνέπειες του βασικού κακού, δηλαδή τη χειραφέτηση και την υποστήριξη της αφομοίωσης των Εβραίων από τους φιλελεύθερους, την είχαν διακρίνει μόνο οι αντισημίτες, αυτό είναι το επιχείρημα. Η “Εβραϊκή Δημοκρατία” το Μάρτιο του 1919 σημαδεύει, επομένως, μόνο το τελικό σημείο αυτής της εξέλιξης, όπου η αφομοίωση παρέμεινε μόνο καθαρά εξωτερική, όπως απέδειξαν τα γεγονότα. Ο Εβραίος δεν ήταν τώρα πλέον απλώς ο καταραμένος από τον Θεό, ο τοκογλύφος, αυτός που κινεί τις τιμές, αλλά ο κατεξοχήν θανάσιμος εχθρός του ουγγρικού έθνους»[2].

Το αποτέλεσμα αυτής της αντισημιτικής ιδεολογίας και πολιτικής είναι γνωστό και στην Ουγγαρία –εκδηλώθηκε στην οργανωμένη μαζική δολοφονία σε περισσότερους από μισό εκατομμύρια ούγγρους Εβραίους. Αυτό δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα της πολιτικής της ναζιστικής Γερμανίας, αλλά και της αντεπαναστατικής περιόδου παλινόρθωσης μετά την επανάσταση του 1918/19. Εξίσου λανθασμένη είναι και η άποψη στη «Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού»: Οι συγγραφείς της, Stéphane Courtois και Jean-Louis Panné, παρουσίασαν την ουγγρική Συμβουλιακή δημοκρατία μονόπλευρα ως τρομοκρατικό καθεστώς και ισχυρίστηκαν ότι είναι η πρώτη «περίπτωση, κατά την οποία οι μπολσεβίκοι κατάφεραν να εξαγάγουν την επανάστασή τους»[3]. Μ’ αυτό τον τρόπο έσβησαν εσκεμμένα τόσο τις ενδογενείς αιτίες της ανατροπής όσο και την «λευκή τρομοκρατία» από τον Αύγουστο του 1919.

Η ιδιαιτερότητα του σοσιαλιστικού κινήματος της Ουγγαρίας βρισκόταν στο ότι αυτό προέρχονταν από την εργατική τάξη και από τους μορφωτικούς συλλόγους και ήταν ιδιαίτερα στενά συνδεδεμένο με τους κύκλους της διανόησης. Σ’ αυτά προστίθεται η στενή ιδεολογική, πολιτική και προσωπική σύνδεση μεταξύ συνδικάτων και εργατικών κομμάτων. Κατά την επικράτηση της αστικής δημοκρατίας των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και της εξισορρόπησης μεταξύ των λαών της Ουγγαρίας, απέκτησαν επίσης κύρος αστικορεφορμιστικά κόμματα και ομάδες ως σημαντικές δυνάμεις των δυο επαναστάσεων –το Κόμμα Ανεξαρτησίας της Ουγγαρίας και του Κάρολι (OFP) που ιδρύθηκε και καθοδηγούνταν από τον μεγιστάνα κόμη Μιχάλι Κάρολι από το 1916 και το Αστικό Ριζοσπαστικό Κόμμα της Ουγγαρίας (OPRP) που ιδρύθηκε από τον κοινωνιολόγο Oszkár Jászi και τον νομικό Pál Szende τον Ιούνιο του 1914. Οι ρίζες αυτού του τελευταίου [κόμματος] βρίσκονταν στο περιοδικό Εικοστός Αιώνας (1900), την Κοινωνιολογική Εταιρεία (1901), την Τεκτονική Στοά Martinovic και τον Κύκλο Γαλιλαίος (1908-1918).

Η σύνθεση της ουγγρικής κοινωνίας, η αναπτυξιακή της δυναμική μεταξύ εξισορρόπησης του 1967, όταν η αυτοκρατορία της Αυστρίας μετατράπηκε σε διπλή μοναρχία Αυστροουγγαρίας, και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτελούν το ιστορικό πλαίσιο για την κατανόηση των γεγονότων του 1918/19. Στο βασίλειο της Ουγγαρίας το 1910 ζούσαν 18,2 εκατομμύρια άνθρωποι, από τους οποίους μόνο το 54,5% ήταν Μαγιάροι. Οι αριθμητικά ισχυρότερες εθνικές μειονότητες ήταν οι Ρουμάνοι (16,1%), οι Σλοβάκοι (10,7%) και οι Γερμανοί (10,4%). Επιπλέον, υπήρχαν από μισό εκατομμύριο (2,5%) Ουκρανοί / Ρουθενιανοί / Ρουθηνοί και Σέρβοι. Το μερίδιο του εβραϊκού πληθυσμού ανέρχονταν συνολικά στο 7%, στη Βουδαπέστη μάλιστα αποτελούσαν το ένα πέμπτο των κατοίκων.


Καπιταλιστική ανάπτυξη

Η Ουγγαρία ήταν μια χώρα μέσης καπιταλιστικής ανάπτυξης με φεουδαρχικά κατάλοιπα. Οι ετήσιοι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης της ιδρυτικής περιόδου 1867-1914 ήταν 3,2% και βρίσκονταν πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το μερίδιο της βιομηχανίας, των ορυχείων και της βιοτεχνίας στο σύνολο της οικονομίας αυξήθηκε αυτό το διάστημα από 18,4% στο 30,4%, αυτό του εμπορίου και των συγκοινωνιών από 7,2% σε 13,2% σε βάρος της γεωργίας (μια μείωση από 80% σε 56%). Το βασίλειο της Ουγγαρίας παρήγαγε σχεδόν το ήμισυ της γεωργικής και το ένα τρίτο της βιομηχανικής παραγωγής της μοναρχίας των Αψβούργων.

Η συγχώνευση των μεγάλων επιχειρήσεων σε μονοπωλιακές οικονομικές και χρηματιστικές μορφές ήταν τεράστια. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας υπόκεινταν επίσης σ’ ένα προτσές συγκεντροποίησης –οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες ήλεγχαν σε μεγάλο βαθμό την οικονομία της Ουγγαρίας. Εξέχουσα θέση κατέλαβε η πρωτεύουσα με τα προάστιά της. Έγινε η πέμπτη σε μέγεθος ευρωπαϊκή μητρόπολη (με περίπου ένα εκατομμύριο κατοίκους κατά το 1914) και ήταν ευρωπαϊκό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο. Εδώ βρίσκονταν το 60% όλων των μεγάλων επιχειρήσεων και ζούσε το 28% των εργοστασιακών εργατών του βασιλείου. Ωστόσο, ο ένας στους τέσσερις κατοίκους της Βουδαπέστης ζούσε κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Το βιομηχανικό προλεταριάτο της χώρας αυξήθηκε από το 1867 έως το 1914 από 182.000 σε 955.000 άτομα. Μαζί με τα οικογενειακά μέλη αποτελούσε το ένα πέμπτο του ουγγρικού πληθυσμού. Εκπρόσωποι των μισθωτών εργατών ήταν τα 28 κλαδικά συνδικάτα σε όλη τη χώρα (από το 1906 έως το 1917 τα μέλη τους αυξήθηκαν από 153.332 σε 215.000, το 1918 ανέρχονταν σε 1,4 εκατομμύρια) και το στενά συνδεδεμένο με αυτά Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Ουγγαρίας (MSzDP) που ιδρύθηκε το 1890.

Αυτές οι καπιταλιστικές-βιομηχανικές συνθήκες, ωστόσο, σκεπάστηκαν από τα φεουδαρχικά κατάλοιπα, παρ’ όλο που η δουλοπαροικία και τα δικαιώματα παραχώρησης [να καρπώνεται κάποιος μια έκταση γης για περιορισμένο χρονικό διάστημα με αντάλλαγμα την υπόσχεση προσωπικής προσφοράς, ΠΓ] είχαν καταργηθεί στην επανάσταση του 1848. Η μοναρχία χρηματοδοτούσε και έδινε προνόμια σε 30.000 κληρικούς, παραμελούσε όμως το εκπαιδευτικό και υγειονομικό σύστημα. Μόνο το ένα τρίτο των κατοίκων της Ουγγαρίας από την ηλικία των έξι ετών μπορούσε να διαβάζει και να γράφει. Σε μια χώρα με δυο εκατομμύρια ανθρώπους που έπασχαν από αφροδισιακά νοσήματα, με μισό εκατομμύριο ασθενείς από φυματίωση και 55.000 άτομα με νοητική υστέρηση, υπήρχαν μόνο 5.800 γιατροί. Τα τρία τέταρτα του αγροτικού πληθυσμού κατείχαν μόνο το ένα πέμπτο της γης, το υπόλοιπο ένα τέταρτο λίγο πιο πάνω από τη μισή. 71.000 κοσμικοί και εκκλησιαστικοί μεγαλογαιοκτήμονες, που αποτελούσαν το 0,3% του πληθυσμού, κατείχαν το 27% της γης. Μεταξύ αυτών υπήρχαν 184 οικογένειες της υψηλής αριστοκρατίας που καθεμιά τους κατείχε περισσότερα από 6.000 εκτάρια γης. Με αυτούς ήταν συνδεδεμένη οικογενειακά η αναδυόμενη μεγαλοαστική τάξη, που αποτελούνταν περίπου από 1.000 οικογένειες.

Σε άθλιες συνθήκες ζούσαν οι 2,3 εκατομμύρια μικροί αγρότες, οι οποίοι δε μπορούσαν να τραφούν από τα κομμάτια γης τους και τα δυο εκατομμύρια αγρότες προλετάριοι (που με τις οικογένειές τους έφταναν τα 4,5 εκατομμύρια άτομα): οι μεροκαματιάρηδες, οι υπηρέτες, οι θεριστές και οι εργάτες γης. Σημαντικοί εκπρόσωποι συμφερόντων του αγροτικού πληθυσμού ήταν η Ένωση Αγρεργατών (50.000 μέλη) και το Κόμμα των Αγροτών που ίδρυσε το 1911 ο δημοφιλής ηγέτης των αγροτών István Nagyatádi Szabó. Αφενός, εκτός από το κοινωνικό χάσμα μεταξύ των μεγιστάνων της γης, της χρηματιστικής και της βιομηχανικής ολιγαρχίας και, αφετέρου, των αγροτικών στρωμάτων, αναπτύχθηκαν επίσης μέσω της πολιτικής της μαγιαροποίησης οι αντιφάσεις μεταξύ του ουγγρικού πληθυσμού και των μεγάλων εθνικών μειονοτήτων καθώς και μεταξύ των ουγγρικών ελίτ και της Αυλής της Βιέννης.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος όξυνε τις πολιτικές, κοινωνικές και εθνικές συγκρούσεις. Από τα 1,6 εκατομμύρια άνδρες που στάλθηκαν στον πόλεμο τον Ιούλιο του 1914 από το βασίλειο της Ουγγαρίας, το ένα εκατομμύριο σκοτώθηκε, τραυματίστηκε ή αιχμαλωτίστηκε. Στις αρχές του 1917, καταγράφηκαν από τους στο μεταξύ 3,8 εκατομμύρια στρατιώτες του μετώπου, 670.000 ως νεκροί, 750.000 ως τραυματίες και 1,3 εκατομμύρια ως αιχμάλωτοι πολέμου. Το πραγματικό εισόδημα στους εξειδικευμένους εργάτες είχε συρρικνωθεί κατά το ήμισυ και στους μεροκαματιάρηδες κατά 40%, η παραγωγή σιτηρών και πατάτας μειώθηκε κατά το ήμισυ. Οι μερίδες ψωμιού ανά άτομο, που τον Ιανουάριο του 1918 ανέρχονταν στα 100 γραμμάρια την ημέρα, μειώθηκαν και πάλι τον Ιούνιο κατά το ήμισυ. Αντίθετα, τα μερίσματα των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, κυρίως στην οικονομία που αφορούσε στους εξοπλισμούς, υπερέβησαν το προπολεμικό επίπεδο κατά 7%˙ μόνο στην εξορυκτική βιομηχανία έφτασαν το 1916/17 το 38%[4]. Σχετικά με την εξαθλίωση και την ασιτία, αλλά και την πίκρα των απλών ανθρώπων μπορεί να διαβάσει κανείς τα γράμματα που κατασχέθηκαν από τη στρατιωτική λογοκρισία. Έτσι, για παράδειγμα, μία αγρότισσα από το Meczögyan, έγραψε το φθινόπωρο του 1917 στον άντρα της, που το φθινόπωρο του 1917 κατέληξε αιχμάλωτος πολέμου στη Ρωσία, ότι η ζωή δεν έχει πλέον καμιά αξία. Σχετικά με τους πλούσιους, όμως, «ας προκαλέσει ο Θεός έναν πόλεμο αν δεν χόρτασαν από την αιματοχυσία, ας τα πάρει ο Θεός όλα από αυτόν που ακόμη δε χόρτασε, μέχρι και τον τελευταίο απόγονο.»[5]. Σ’ αυτά προστέθηκαν η παράταση του χρόνου εργασίας που επέβαλε το Υπουργικό Συμβούλιο Πολέμου του μεγιστάνα και τραπεζίτη κόμη Ιστβάν Τίσα, την επέκταση της παιδικής εργασίας και την καταπίεση των συνδικάτων, τα μέλη των οποίων μειώθηκαν από 100.000 (1912) σε 43.000 (1915).


Επαναστατικά σημάδια

Το πρώτο εξάμηνο του πολέμου φαινόταν σα να βρίσκεται ο κύριος εχθρός της πολιτικής αντιπαράθεσης μέσα στις ιθύνουσες και κυρίαρχες τάξεις. Ο κόμης Κάρολι, ένας από τους πλουσιότερους αριστοκράτες της Ουγγαρίας, εγκατέλειψε σε ένδειξη διαμαρτυρίας τον Ιούλιο του 1916 το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ferenc Kossuth και με 23 βουλευτές ίδρυσε το ήδη αναφερθέν Κόμμα Ανεξαρτησίας της Ουγγαρίας και του Κάρολι, με στόχο να προωθήσει την ανάπτυξη της Ουγγαρίας σ’ ένα ανεξάρτητο δημοκρατικό και ομοσπονδιακό κράτος. Η εμφάνισή του στο κοινοβούλιο ενάντια στον πόλεμο ενίσχυσε επίσης την επιρροή του ανάμεσα στους εργάτες και τους αγρότες. Ένα χρόνο αργότερα ο Κάρολι σχημάτισε με το Δημοκρατικό Κόμμα υπό τον Vilmos Vázsonyi, το Ουγγρικό Ριζοσπαστικό Κόμμα του Jászi και την σοσιαλδημοκρατία υπό τον Sándor Garbai, ένα Μπλοκ για το Δικαίωμα Ψήφου. Αυτό διοργάνωσε τον Ιούνιο του 1917 σε όλες τις μεγάλες πόλεις εκδηλώσεις, στις οποίες απαιτούνταν η καθιέρωση του καθολικού δικαιώματος της ψήφου. Μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή δικαίωμα ψήφου είχε μόνο το ένα δέκατο του ενήλικου πληθυσμού. Επίσης, ζητήθηκε η έξοδος της Ουγγαρίας από τον πόλεμο. Η Αυλή στη Βιέννη ήταν όμως έτοιμη να αντικαταστήσει μόνο τον κόμη Τίσα με τον κόμη Móric Esterházy και να συμπεριλάβει δυο εκπροσώπους στην κυβέρνηση του Μπλοκ για το Δικαίωμα στην Ψήφο.

Στην εργατική τάξη, από την περίοδο των ρωσικών επαναστάσεων του 1917, συνειδητοποιήθηκε ακόμη περισσότερο ότι ο τερματισμός του πολέμου και οι κοινωνικές αλλαγές ήταν σημαντικότερες απ’ ό,τι οι αγώνες για το δικαίωμα της ψήφου. Μετά από μεγάλες απεργίες στα εργοστάσια εξοπλισμών της Βουδαπέστης στις1/2 Μαΐου 1917, κατά τη διάρκεια του μήνα υπήρξαν απεργίες εργατών στα ορυχεία στην Ταταμπάνια, στο Dorog και στο Πετς. Οι 31 διοργανωτές των απεργιών καταδικάστηκαν σε θάνατο από έκτακτα στρατοδικεία, αφέθηκαν όμως ελεύθεροι και τα απεργιακά αιτήματα ικανοποιήθηκαν. Τα συνδικάτα καθώς και η αριστερή πτέρυγα των σοσιαλδημοκρατών, που αντιτάχθηκαν στον πόλεμο και την εκμετάλλευση στη βιομηχανία εξοπλισμών, αύξησαν την επιρροή τους. Το 1917 εμφανίστηκε επίσης η αριστερή σοσιαλιστική και αντιμιλιταριστική Οργάνωση Επαναστατών Σοσιαλιστών, η οποία αύξησε την επιρροή της στην επαναστατική εξέλιξη. Παρόμοια, όπως και στη Ρωσία, εμφανίστηκαν τα πρώτα Συμβούλια των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών. Ήδη, στο έκτακτο Συνέδριο του MSzDP στις 25 Νοεμβρίου 1917, η πίεση από τα αριστερά ήταν φανερή. Το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 1917 στις μαζικές διαδηλώσεις στις διάφορες πόλεις απαιτούσαν τον τερματισμό του πολέμου. Τον Ιανουάριο του 1918 έγιναν στη Βουδαπέστη έξι μεγάλα συλλαλητήρια και μια τριήμερη γενική απεργία.

Ένα άλλο επαναστατικό σημάδι έθεσε τον Φεβρουάριο του 1918 η τριήμερη εξέγερση των 6.000 ναυτών του καταδρομικού «Αγ. Γεώργιος» και 40 άλλων πλοίων καθώς και οι εργάτες του ναυτικού οπλοστασίου στον κόλπο της Αδριατικής, Κότορ. Ο διοικητής του στόλου, υποναύαρχος Μίκλος Χόρτι, κατέστειλε με τη βία την εξέγερση. 800 ναύτες φυλακίστηκαν και αποδεδειγμένα 91 τουφεκίστηκαν σύμφωνα με απόφαση στρατιωτικού δικαστηρίου. Όταν τον Μάιο του 1918 ξέσπασε μια εξέγερση των ανθρακωρύχων στο Pécsbanyatelep, ο εκεί στρατιωτικός διοικητής διέταξε να τουφεκιστούν δώδεκα ηγέτες. Στις 20 Ιουνίου η χωροφυλακή σκότωσε τέσσερις εργάτες σε μια απεργία στο εργοστάσιο κατασκευής μηχανών MÁV. Μετά απ’ αυτό τα συνδικάτα της Βουδαπέστης και της γύρω περιοχής κάλεσαν σε γενική απεργία, η οποία διήρκεσε δέκα ημέρες και στην οποία πήραν μέρος μισό εκατομμύριο εργάτες και υπάλληλοι. Η αστυνομία σκότωσε τέσσερις εργάτες, είκοσι τραυματίστηκαν, εκατοντάδες συνδικαλιστές συνελήφθησαν, ηγέτες που πρωτοστάτησαν στις απεργίες στάλθηκαν στο μέτωπο. Ωστόσο, οι απεργίες και οι πορείες πείνας συνεχίζονταν, ενώ υπήρξαν επίσης λιποταξίες στο μέτωπο και ανταρσίες στους στρατώνες. Τα αιτήματα για ανατροπή του Υπουργικού Συμβουλίου Πολέμου, για μια ειρηνευτική συμφωνία και για σύσταση Συμβουλίων εργατών, αγροτών και στρατιωτών παρέμειναν στην ημερήσια διάταξη.

Όπως στη Ρωσία την άνοιξη του 1917 και στη Γερμανία το φθινόπωρο του 1918, έτσι και στην αυστροουγγρική αυτοκρατορία διαμορφώθηκε επαναστατική κατάσταση. Όπως στο Πέτρογκραντ, στο Βερολίνο και στη Βιέννη, υπήρξε επίσης προθυμία ηγετών σοσιαλδημοκρατών στο βασίλειο της Ουγγαρίας για περιορισμένη συμμετοχή στην εξουσία στο κυρίαρχο μοναρχικό σύστημα. Αυτό αποδεικνύουν οι συζητήσεις του κομματικού Συνεδρίου της ουγγρικής σοσιαλδημοκρατίας στις 13 Οκτωβρίου 1918. Ενόσω ο μεταρρυθμιστής σοσιαλιστής Zsigmond Kunfi πίεζε για διακοπή [των σχέσεων] με τη Γερμανία καθώς και για το τέλος της προσωπικής ένωσης με την Αυστρία, τασσόμενος στην αίθουσα υπέρ μιας συνεργασίας με τα αστικά κόμματα, μια 32μελής ομάδα αντιπροσώπων υπό τον αριστερό σοσιαλδημοκράτη Jószef Pogány ζητούσε τη δημιουργία εργατικών Συμβουλίων ως οργανωτική βάση μιας αυτόνομης προλεταριακής πολιτικής. Με την αποσύνθεση της διπλής μοναρχίας των Αψβούργων και την πολεμική ήττα, τα κινήματα που συνδέονταν μεταξύ τους για κοινωνική δικαιοσύνη, εθνική ανεξαρτησία, εκδημοκρατισμό της κοινωνίας και διακοπή του πολέμου, έφτασαν το φθινόπωρο του 1918 στο αποκορύφωμά τους. Ως εκπρόσωπος της αστικορεφορμιστικής αντιπολίτευσης ο κόμης Κάρολι δήλωσε στις 16 Οκτωβρίου στο κοινοβούλιο, όταν ο πόλεμος είχε χαθεί, ότι το ζήτημα δεν είναι να χαθεί η ειρήνη. Επειδή συμφώνησε επίσης και ο αντίπαλός του κόμης Ιστβάν Τίσα, το Υπουργικό Συμβούλιο Πολέμου υπό τον πρωθυπουργό Sándor Weckerle παραιτήθηκε στις 23 Οκτωβρίου. Μόνο τώρα οι πρωταγωνιστές πολιτικοί του άλλοτε Μπλοκ για το Δικαίωμα Ψήφου, Κάρολι, Jászi και Ernó Garami, πήραν την πρωτοβουλία, ίδρυσαν στις 25 Οκτωβρίου το Ουγγρικό Εθνικό Συμβούλιο και γνωστοποίησαν ένα πρόγραμμα δώδεκα σημείων, στο οποίο εξαγγέλλονταν η πλήρης ανεξαρτησία της Ουγγαρίας, η διακοπή [σχέσεων] με το Γερμανικό Ράιχ, νέες εκλογές άμεσα στη βάση του γενικού εκλογικού δικαιώματος και για τα δυο φύλα, αυτονομία για τις εθνικές μειονότητες, ελευθερία του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, ελευθερία του Τύπου και της συνείδησης, αγροτική μεταρρύθμιση, μέτρα κατά της κρίσης εφοδιασμού και άλλες μεταρρυθμίσεις.


Η παλιά τάξη πραγμάτων γκρεμίζεται

Ο Κάρολος 1ος, από το 1916 κάιζερ της Αυστρίας και ταυτόχρονα ως Κάρολος 15ος βασιλιάς της Ουγγαρίας, παρουσίασε τον κόμη János Hadik ως νέο αρχηγό της κυβέρνησης. Αυτό προκάλεσε μια δημόσια καταιγίδα διαμαρτυρίας. Από τις 27 Οκτωβρίου εκατοντάδες χιλιάδες απαιτούσαν μπροστά στα βασιλικά ανάκτορα, στο κοινοβούλιο, στα εργοστάσια και στα ιδρύματα να είναι αρχηγός της κυβέρνησης ο δημοφιλής «κόκκινος κόμης» Κάρολι. Το Ουγγρικό Εθνικό Συμβούλιο μετατράπηκε σε ηγετικό κέντρο της επανάστασης που άρχιζε. Στα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του Εθνικού Συμβουλίου έξι εκπρόσωποι ανήκαν στο Κόμμα Κάρολι, δυο στο Αστικό Ριζοσπαστικό Κόμμα Ουγγαρίας, πέντε στους σοσιαλδημοκράτες, καθώς και η φεμινίστρια Rózsa Schwimmer. Επικεφαλής του Γραφείου ήταν ο αριστερός σοσιαλδημοκράτης Jenó Landler. Το Συμβούλιο στρατιωτών της Βουδαπέστης, που ιδρύθηκε στις 25 Οκτωβρίου από τον σοσιαλδημοκράτη Pogány, υπάχθηκε στο Εθνικό Συμβούλιο. Επίσης, οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές υπό τον Ottó Korvin, ο αριστερός σοσιαλδημοκράτης ανθυπολοχαγός Béla Szántó και ο κομμουνιστής Árpád Korvinyi που είχε επιστρέψει από τη ρωσική αιχμαλωσία, ήταν μεταξύ των διοργανωτών της ανατροπής. Οι φρουρές και η αστυνομία της πρωτεύουσας υποστήριξαν επίσης το Εθνικό Συμβούλιο. Στρατιώτες και πολίτες εμπόδισαν τα πιστά στο βασιλιά στρατεύματα να φτάσουν στη Βουδαπέστη. Το Στρατιωτικό Συμβούλιο κατέλαβε τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, το τηλεφωνικό κέντρο, τις τράπεζες, τα ταχυδρομεία και τις στρατιωτικές αποθήκες. Στρατιώτες και ναύτες στους στρατώνες και στο στολίσκο του Δούναβη αφόπλισαν αξιωματικούς και απελευθέρωσαν πολιτικούς κρατούμενους. Οι στρατιώτες ξήλωσαν τα διακριτικά τους και έβαλαν χρυσάνθεμα (αστέρες) στα σκουφιά τους ως σημάδι νίκης.

Εκείνες τις ημέρες τα Εθνικά Συμβούλια διακήρυξαν επίσης στα τσεχικά, στα σλοβακικά, στα νοτιοσλαβικά και στα γερμανο-αυστριακά εδάφη του βασιλείου της Ουγγαρίας την εθνική τους ανεξαρτησία. Στη Βιέννη σχηματίστηκε μια νέα γερμανο-αυστριακή κυβέρνηση υπό την προεδρία του σοσιαλδημοκράτη Καρλ Ρένερ. Έτσι, στις 31 Οκτωβρίου ο κάιζερ Κάρολος 1ος αναγκάστηκε τελικά να αναθέσει στον Κάρολι τον σχηματισμό κυβέρνησης στο βασίλειο της Ουγγαρίας. Διακηρύχτηκαν η ανεξαρτησία των «Χωρών του Ουγγρικού Στέμματος», η καθιέρωση για όλους της μυστικής ψηφοφορίας, δημοκρατικά δικαιώματα ατομικής ελευθερίας και εφαρμογή αναδασμού στη γη. Η ανάληψη της εξουσίας από το Εθνικό Συμβούλιο έγινε σε μεγάλο βαθμό αναίμακτα –τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν και 50 τραυματίστηκαν. Στις 31 Οκτωβρίου οι στρατιώτες τουφέκισαν στο σπίτι του τον μισητό κόμη Τίσα ως υποκινητή πολέμου. Ήδη, στις 1 Νοεμβρίου ο υπουργός Άμυνας Lindner διέταξε όλα τα ουγγρικά στρατεύματα να καταθέσουν τα όπλα. Δυο μέρες αργότερα αποφασίστηκε ανακωχή στην Πάντοβα. Το ουγγρικό Εθνικό Συμβούλιο κήρυξε τον τερματισμό της «Επανάστασης των Χρυσανθέμων» και ανακοίνωσε ένα πολιτικό, κοινωνικό και εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.

Στις πλατείες όμως και στα εργοστάσια της πρωτεύουσας καθώς και στην επαρχία, οι επαναστατικές ενέργειες συνεχίζονταν. Οι διαδηλωτές απαιτούσαν τον εκθρονισμό των Αψβούργων και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας. Επειδή οι κατευνασμοί του σοσιαλδημοκράτη, μέλους του Ουγγρικού Εθνικού Συμβουλίου, Garami, παρέμειναν ανεπιτυχείς, ο υπουργός Kunfi έπεισε την κυβέρνηση, ήδη στις 1 Νοεμβρίου, να συγκληθεί μέσα σε έξι βδομάδες μια Συντακτική Συνέλευση, η οποία θα αποσαφήνιζε το ζήτημα μοναρχία ή δημοκρατία. Από τις 29 Οκτωβρίου εκλέχτηκαν στα εργοστάσια της πρωτεύουσας εργατικά Συμβούλια, από τα οποία στις 2 Νοεμβρίου προέκυψε το κεντρικό Συμβούλιο Εργατών της Βουδαπέστης. Την προεδρία του ανάλαβε ο δεξιός σοσιαλδημοκράτης ηγέτης του συνδικάτου των τυπογράφων, Móric Preuzs. Αλλά και οι αριστεροί εκπρόσωποι του Κόμματος, Landler, Nysztor και Béla Vágó ανήκαν στο Συμβούλιο. Μια μέρα αργότερα, οι αντιπρόσωποι των στρατιωτών που εκλέχτηκαν από τα ουγγρικά στρατεύματα, συναντήθηκαν στη Βουδαπέστη και δημιούργησαν ένα διευρυμένο Συμβούλιο Στρατιωτών, πρόεδρος του οποίου εκλέχτηκε ξανά ο Pogány.

Η αστικοδημοκρατική κυβέρνηση κήρυξε τώρα τον τερματισμό της επανάστασης επειδή φοβόταν τη ριζοσπαστική της συνέχεια, όπως συνέβη το 1917 στη Ρωσία. Γι’ αυτό και δεν δημοσίευσε την έκκληση του Λένιν στις 3 Νοεμβρίου: «Είναι βαθιά μας πεποίθηση ότι οι εργάτες, οι στρατιώτες και οι αγρότες της Ουγγαρίας δεν απελευθερώθηκαν από την κυριαρχία του κεφαλαίου της Βιέννης για να αφεθούν να τους εκμεταλλεύονται οι ούγγροι μεγαλογαιοκτήμονες, οι τραπεζίτες και οι καπιταλιστές. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι οι ούγγροι εργάτες και αγρότες θα ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με τους ούγγρους καπιταλιστές.»[6]

(συνεχίζεται)

Σημείωση: Ο Karl-Heinz Gräfe είναι ιστορικός και υπήρξε καθηγητής στο Παιδαγωγικό Πανεπιστήμιο της Δρέσδης. Τα δυο κείμενα (Μέρος Α΄ και Μέρος Β΄) που δημοσιεύουμε –στα οποία έχουν γίνει μεγάλες περικοπές- έχουν παρθεί από την μελέτη «Μύθος και ιστορική πραγματικότητα ενός παγκόσμιου ιστορικού γεγονότος. Αστικοδημοκρατική λαϊκή επανάσταση και συμβουλιακή επανάσταση στην Ουγγαρία το 1918/19». Η μελέτη αυτή περιέχεται σε ανθολογία κειμένων που εκδόθηκαν πρόσφατα σε βιβλίο από τους Christian Koller και Matthias Marschik από τον εκδοτικό οίκο Promedia της Βιέννης με τίτλο «Η ουγγρική συμβουλιακή επανάσταση το 1919» (jW).
______

Σημειώσεις

[1] Richard Pipes: Die Russische Revolution, Bd. 3, Berlin 1993, S. 281 und S. 183.

[2] Paul Lendvai: Die Ungarn. Ein Jahrtausend Sieger in Niederlagen, München 1999, S. 423.

[3] Stéphane Courtois u. a.: Schwarzbuch des Kommunismus. Unterdrückung, Verbrechen und Terror, München/Zürich 1998, S. 300–303.

[4] Autorenkollektiv: Geschichte der ungarischen revolutionären Arbeiterbewegung. Von den Anfängen bis 1962, Berlin 1983, S. 84–90 und S. 121.

[5] Zit. nach: Geschichte Ungarns. Von den Anfängen bis zur Gegenwart, Budapest 1988, S. 194.

[6] Το απόσπασμα αυτό δεν το βρήκαμε στα Άπαντα του Λένιν στην ελληνική μετάφραση. Αντ’ αυτού υπάρχει μια σύντομη δημοσιογραφική περίληψη που αναφέρεται σ’ αυτό το γεγονός. Βλ. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 37, σ. 131 (ΣτΜ).


Πηγή: junge Welt, 08.10.2018 (Μέρος Α΄)

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.