Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Οι επαναστάσεις στην Ουγγαρία 1918/1919 (Β΄)


Η σοσιαλιστική επανάσταση

Στο κείμενο τούτο εξετάζεται η μετεξέλιξη της αστικοδημοκρατικής σε σοσιαλιστική επανάσταση στην Ουγγαρία το 1919. Αυτή η τελευταία διήρκεσε μόνο 133 ημέρες και εξαλείφτηκε κυρίως λόγω της ιμπεριαλιστικής στρατιωτικής επέμβασης (ΠΓ).

του Karl-Heinz Gräfe

Η «Επανάσταση των Χρυσανθέμων» αντικατέστησε τη μοναρχία με τη λαϊκή δημοκρατία. Έφερε την ανακωχή, όχι όμως την ειρήνη. Η πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού κυρίως, ήθελε να επιτύχει τη διανομή της μεγάλης γαιοκτησίας στους αγρεργάτες και στους μικρούς αγρότες. Οι εργάτες δεν πίεζαν μόνο για εργατικό έλεγχο αλλά και για την απαλλοτρίωση αυτών που κέρδισαν από τον πόλεμο –τους μεγάλους καπιταλιστές και τη χρηματιστική ολιγαρχία. Αυτό εξηγεί τη ριζοσπαστικοποίηση των κοινωνικών, εθνικών και πολιτικών κινημάτων. Τα κινήματα αυτά δεν ήταν, επομένως, σε καμιά περίπτωση αποτέλεσμα «μπολσεβίκικης συνωμοσίας» της Μόσχας. Το ρωσικό παράδειγμα, ωστόσο, ξύπνησε ελπίδες και επιτάχυνε νέες επαναστατικές ενέργειες. Αυτό οφειλόταν ουσιαστικά στη συγχώνευση των αριστερών πολιτικών δυνάμεων με την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουγγαρίας (ΚΚΟυ) το Νοέμβριο του 1918. Από τους 500.000 ούγγρους αιχμαλώτους πολέμου στη Ρωσία οι 100.000 πολεμούσαν από το 1917 στον Κόκκινο Στρατό της Σοβιετικής Ρωσίας. Ήδη στις 24 Μαρτίου 1918 σχηματίστηκε μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας (μπολσεβίκοι) ένα ουγγρικό τμήμα από τους πρώην ούγγρους σοσιαλδημοκράτες υπό την ηγεσία του δημοσιογράφου Μπέλα Κουν. Το πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος των ούγγρων κομμουνιστών στη σοβιετική εξορία, αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι η Ομοσπονδία Αλλοδαπών Ομάδων του ΚΚΡ(μπ) που ιδρύθηκε τον Μάιο του 1918, ήταν υπό την ηγεσία του Κουν.


Χωρίς σοσιαλδημοκράτες

Ο Κουν, ήδη μετά την άφιξή του στη Βουδαπέστη στις 17 Νοεμβρίου, ήρθε σε επαφή με τους ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας του MSzDP. Αυτοί, όμως, δεν ήταν στην αρχή πρόθυμοι να ενωθούν με τον πρώην σύντροφό τους που επέστρεψε από τη Σοβιετική Ρωσία. Μεγαλύτερη επιτυχία είχαν οι συνομιλίες του με τους αριστερούς της αντιπολίτευσης. Ήδη, στις 24 Νοεμβρίου 1918 ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ουγγαρίας. Στις 30 Νοεμβρίου ιδρύθηκε μια εθνική ένωση εργατικής νεολαίας (150.000 μέλη) υπό την ηγεσία του János Lékai. Από τις 7 Δεκεμβρίου εκδιδόταν η κομμουνιστική εφημερίδα Vörös Ujsag (Κόκκινη Σημαία).

Το ΚΚΟυ ζητούσε την κρατικοποίηση των βασικών βιομηχανιών και της μεγάλης γαιοκτησίας, τον εργατικό έλεγχο από τα εργοστασιακά συμβούλια και προσανατολίστηκε στην εγκαθίδρυση μιας εξουσίας των Συμβουλίων σύμφωνα με το σοβιετικό πρότυπο. Υποστήριξε το κίνημα των περισσότερων από 100.000 ανέργων, καθώς και την Ελεύθερη Οργάνωση Ουγγαρίας των αποστρατευμένων υπαξιωματικών (20.000 μέλη) και τον Σύνδεσμο των απολυθέντων στρατιωτών και των αναπήρων πολέμου. Στα τέλη του 1918 υπήρχαν ήδη κομμουνιστικές ομάδες στα σημαντικότερα εργοστάσια, στη Βουδαπέστη και στις επαρχιακές πόλεις, καθώς και στις μεγαλύτερες αγροτικές κοινότητες με συνολικά 35.000 μέλη. Επίσης, η κομμουνιστική επιρροή στο κίνημα των Συμβουλίων στην επαρχία αυξανόταν. Μέσω των εργοστασιακών συμβουλίων ήλεγχε τις μεγάλες επιχειρήσεις και οργάνωνε τη μοιρασιά εκείνων που είχαν κτήματα.

Όταν στις 3 Ιανουαρίου 1918 οι ανθρακωρύχοι του Salgótarján κατέλαβαν τα ανθρακωρυχεία και τα κήρυξαν ιδιοκτησία τους, η κυβέρνηση έστειλε με διαταγή της τον γραμματέα του συνδικάτου των ανθρακωρύχων, τον δεξιό σοσιαλδημοκράτη Károly Peyer, ως κυβερνητικό επίτροπο στην περιοχή. Στις 5 Ιανουαρίου κήρυξε στρατιωτικό νόμο και εκτέλεσε 16 ανθρακωρύχους. 50 ανθρακωρύχοι τραυματίστηκαν. Στις 7 Ιανουαρίου τα εργοστασιακά συμβούλια ανέλαβαν τη διοίκηση στα εργοστάσια Manfréd Weiss, το ναυπηγείο στην Altbuda, το εργοστάσιο παραγωγής μηχανών Schlick-Nicholson και τα εργοστάσια Ganz στη Βουδαπέστη.

Επειδή τα κοινωνικά και εθνικά προβλήματα στη Λαϊκή Δημοκρατία Ουγγαρίας εμφανίζονταν όλο και πιο ανοιχτά, η κυβέρνηση συνασπισμού αναζητούσε διεξόδους. Στις 7 και 8 Ιανουαρίου 1919 διεξήχθησαν συζητήσεις με αντιμαχόμενες απόψεις. Ο πρωθυπουργός Μιχάλι Κάρολι δήλωσε ότι αν δεν πάνε μαζί με τη σοσιαλδημοκρατία, η κυβέρνησή του δε θα αντισταθεί ούτε στα αιτήματα των μαζών για μια εξουσία των Συμβουλίων, ούτε μπορεί να αντέξει την πίεση της αντεπανάστασης.

Την απόφαση σχετικά με τη μελλοντική κυβέρνηση την πήρε το Κεντρικό Συμβούλιο των Εργατών στις 8 και στις 9 Ιανουαρίου. Τα μέλη του ενέκριναν αρχικά την αίτησή του προέδρου του Sándor Garbai για τον σχηματισμό μιας καθαρά σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης με ψήφους 169 έναντι 101. Όμως, παρά την πλειοψηφία αυτή, ο Garbai απέσυρε την πρότασή του επειδή είδε τον κίνδυνο διάσπασης του Κόμματος. Το ουγγρικό Εθνικό Συμβούλιο διόρισε στις 11 Ιανουαρίου τον Κάρολι προσωρινό πρόεδρο της Λαϊκής Δημοκρατίας. Μόλις στις 18 Ιανουαρίου προέκυψε μια δεύτερη αστικοδημοκρατική κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Dénes Berinkey (πρώην υπουργό Δικαιοσύνης). Οι σοσιαλδημοκράτες κατέλαβαν τα υπουργεία Εθνικής Άμυνας, Εμπορίου, Εκπαίδευσης και Λαϊκής Ευημερίας. Στον δημοφιλή ηγέτη των αγροτών István Szabó ως υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου του ανατέθηκε να προετοιμάσει ένα νόμο για τη μεταρρύθμιση στη γη. Τα αστικά κόμματα με τη σειρά τους έλαβαν τα περισσότερα υπουργεία. Μια ημέρα πριν την παραίτησή της, στις 17 Ιανουαρίου, η κυβέρνηση Κάρολι αποφάσισε, ότι ενόψει της κατοχής ουγγρικών εδαφών από τα στρατεύματα της Αντάντ και των γειτονικών της κρατών που ήταν σύμμαχα με αυτήν, της Τσεχοσλοβακίας, της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας, προς το παρόν δε θα διεξάγονταν εκλογές για Εθνική Συνέλευση.

Στις 28 Ιανουαρίου, ο Jakab Weltner, κατ’ εντολή της σοσιαλδημοκρατικής Επιτροπής του Κόμματος, πρότεινε στο κεντρικό Συμβούλιο των Εργατών της Βουδαπέστης να αποκλειστούν οι εκπρόσωποι του ΚΚΟυ από αυτό. Ο υπουργός Εμπορίου, Ernö Garami, προσπάθησε να καταργήσει τα εργοστασιακά συμβούλια που βρίσκονταν υπό κομμουνιστική επιρροή. Ο József Pogány, όμως, που ήταν πρόεδρος του κεντρικού Συμβουλίου των Στρατιωτών, δεν υποτάχθηκε στη γραμμή του κόμματός του και σχημάτισε μια επαναστατική επιτροπή αποτελούμενη από σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές για την καταπολέμηση της απειλητικής αντεπανάστασης. Η επιθετική αντικομουνιστική πορεία του συνασπισμού είχε γίνει ολοφάνερη. Μια μονάδα αποτελούμενη από 160 αστυνομικούς κατέστρεψε στις 3 Φεβρουαρίου το κτίριο της συντακτικής επιτροπής της κομμουνιστικής εφημερίδας Κόκκινη Σημαία, κατέσχεσε τα αποθέματα χαρτιού και τις δημοσιεύσεις.

Ενόψει των επαναστατικών ενεργειών που έλαβαν χώρα σε πανεθνικό επίπεδο για την απαλλοτρίωση του μεγάλου κεφαλαίου και της μεγάλης γαιοκτησίας, ο αρχηγός της αστυνομίας της Βουδαπέστης, Károly Dietz, υπέβαλε στον υπουργό Δικαιοσύνης, Sándor Juhász Nagy, ένα σχέδιο, ώστε να εξουδετερωθεί μέσω μιας μεγάλης στρατιωτικής ενέργειας το ΚΚΟυ. Παρουσίασε το σχέδιο στο Υπουργικό Συμβούλιο στις 18 Φεβρουαρίου 1919 και ήταν έτοιμος να παίξει το ρόλο του «ούγγρου Νόσκε»: «Αν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα είναι έτοιμο, θεωρώντας ότι ο χρόνος έχει ωριμάσει, να συντρίψει τους κομμουνιστές, τότε η πρωτοβουλία πρέπει να παρθεί από αυτό, ώστε να μην φαίνεται έτσι σα να οδηγούσαν τα αστικά κόμματα τους εργάτες στο πεδίο της μάχης.»[1] Ο Garami δίσταζε για πιθανές πολιτικές συνέπειες που θα είχε το κόμμα του. Ο νέος υπουργός Εθνικής Άμυνας, Wilhelm Böhm, αντίθετα, συμφώνησε με την εξουδετέρωση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ταυτόχρονα, όμως, ήθελε να ενεργήσει και ενάντια στους λαϊκιστές (völkisch) αντεπαναστάτες. Η αφορμή βρέθηκε σύντομα. Οι συνεχείς εξυβρίσεις στον σοσιαλδημοκρατικό Τύπο ενάντια στους ανέργους είχαν ως συνέπεια, ο Σύνδεσμος των Ανέργων να διαδηλώσει στις 20 Φεβρουαρίου μπροστά από το κτίριο της σοσιαλδημοκρατικής εφημερίδας Népszava (Λαϊκή Φωνή). Η αστυνομία επενέβη, υπήρξαν βίαιες συγκρούσεις. Οκτώ άτομα σκοτώθηκαν, 80 πολίτες τραυματίστηκαν βαριά. Μετά απ’ αυτό, σε δυο ημέρες συνελήφθησαν 200 άτομα, μεταξύ αυτών 57 γνωστοί κομμουνιστές. Τους κρατούμενους οι χωροφύλακες τους κακομεταχειρίστηκαν. Μόνο μετά από περαιτέρω μαζικές διαδηλώσεις καθώς και με επίσημες διαμαρτυρίες της Μόσχας, οι φυλακισμένοι αντιμετωπίστηκαν ως πολιτικοί κρατούμενοι. Στις 21 Φεβρουαρίου 250.000 κάτοικοι της Βουδαπέστης διαμαρτυρήθηκαν μπροστά στο κοινοβούλιο ενάντια στην αιματοχυσία. Απαιτούσαν το τέλος της διχόνοιας ανάμεσα στα εργατικά κόμματα και μια εντονότερη δράση ενάντια στη λευκή αντεπανάσταση. Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία έκανε μάταια έκκληση στα μέλη του ΚΚΟυ να εγκαταλείψουν το κόμμα τους και να επιστρέψουν στη σοσιαλδημοκρατία. Μόνο στις αρχές Μαρτίου αφέθηκε ελεύθερο ένα μέρος των συλληφθέντων. Η αστυνομική δράση αποδείχτηκε αντιπαραγωγική και αύξησε την κομμουνιστική επιρροή σε βάρος της σοσιαλδημοκρατίας.


Η εξουσία των Συμβουλίων

Η δεύτερη κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Dénes Berinkey δεν ήταν επίσης σε θέση να ανακόψει το επαναστατικό κίνημα. Οι αστοί υπουργοί Vince Nagy (Εσωτερικών) και Pál Szende (Οικονομικών) είδαν ως μοναδική δυνατή σωτηρία το σχηματισμό μιας καθαρά σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης. Η επιρροή όμως της σοσιαλδημοκρατίας διαρκώς μειωνόταν. Ως εκ τούτου, η αριστερή σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα υπό τους Jenö Landler και Pogány, πίεζε, ώστε να σταματήσουν οι πολιτικές και αστυνομικές επιθέσεις ενάντια στην ηγεσία του ΚΚΟυ και να δρομολογηθεί η συνεργασία. Στην κομματική καθοδήγηση είχε μεν ακόμη το πάνω χέρι η δεξιά πτέρυγα και ο Garami, στην κρίσιμη κατάσταση, όμως, από τις αρχές Μαρτίου οι αριστεροί πήραν την πρωτοβουλία και διαπραγματεύτηκαν με τους κομμουνιστές ηγέτες που κρατούνταν στις φυλακές συγκέντρωσης της Βουδαπέστης.

Ο Κουν έθεσε στις 11 Μαρτίου θεμελιώδη αιτήματα για μια συνεργασία ανάμεσα στα δυο κόμματα: παραίτηση των σοσιαλδημοκρατών υπουργών από την κυβέρνηση, αντικατάσταση της αστικοδημοκρατικής Λαϊκής Δημοκρατίας από τη Συμβουλιακή Δημοκρατία, ισότητα των εθνικοτήτων, δημιουργία Κόκκινου Στρατού για την άμυνα της χώρας, εθνικοποίηση της βιομηχανίας, των ορυχείων, των τραπεζών και των μεταφορών, εργατικός έλεγχος στην παραγωγή και τη διανομή, κρατικό μονοπώλιο στο εξωτερικό εμπόριο, εθνικοποίηση της μεγάλης γαιοκτησίας, χωρισμός κράτους και Εκκλησίας. Η διχασμένη από τη διαμάχη κυβέρνηση Berinkey, ερχόταν όλο και περισσότερο σε δύσκολη θέση. Αρχικά, αποφάσισε να διεξαγάγει στις 13 Απριλίου κοινοβουλευτικές εκλογές.

Η κατάσταση στην επαναστατική Ουγγαρία ήταν απλά απελπιστική λόγω εξωτερικών επιρροών και ταυτόχρονα εκρηκτική. Οι κυβερνήσεις στο Παρίσι και το Λονδίνο, που εκείνη τη χρονική περίοδο αποτελούσαν τις κύριες δυνάμεις της στρατιωτικής επέμβασης ενάντια στη ρωσική σοβιετική δημοκρατία, αποφάσισαν να σταματήσουν με στρατιωτική εισβολή την ουγγρική επανάσταση που προχωρούσε –ακόμη και για το λόγο ότι ο Κόκκινος Στρατός της Σοβιετικής Ρωσίας προχωρούσε ήδη στο ρουμανικό έδαφος. Ο επικεφαλής της στρατιωτικής αποστολής της Αντάντ στη Βουδαπέστη, αντισυνταγματάρχης Ferdinand Vix, παρέδωσε στον πρωθυπουργό Berinkey στις 20 Μαρτίου ένα ψήφισμα της Διάσκεψης για την Ειρήνη του Παρισιού της 28ης Φεβρουαρίου. Από την Ουγγαρία ζητήθηκε τελεσιγραφικά να εκχωρήσει ένα σημαντικό μέρος των ανατολικών της εδαφών προς τη Ρουμανία και να αποσύρει τα μόνιμα σταθμευμένα στρατεύματά της μέσα σε δέκα ημέρες. Αν δεν συμφωνήσει μέσα σε μία ημέρα, τότε η Ανακωχή του Βελιγραδίου του 1918 θα καταγγέλλονταν και ο πόλεμος κατά της Ουγγαρίας θα συνεχίζονταν. Η κυβέρνηση αισθανόταν ότι δεν είναι σε θέση να πάρει για αυτό την ευθύνη. Σε μια κοινή σύσκεψη της ηγεσίας του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και του Συμβουλίου των Συνδικάτων το πρωί της 21ης Μαρτίου, οι μετριοπαθείς ηγέτες της αντιπολίτευσης υποστήριξαν την αριστερή κομματική αντιπολίτευση και αποφάσισαν ενάντια στις ψήφους της δεξιάς πτέρυγας του Κόμματος να ενωθούν με το ΚΚΟυ σε ένα κόμμα και να σχηματίσουν με αυτό κυβέρνηση. Σε μια επιτροπή ανατέθηκε να διαπραγματευθεί για αυτό με την ηγεσία του ΚΚΟυ που βρισκόταν στην κεντρική φυλακή της Βουδαπέστης. Εκεί συμφωνήθηκε η ένωση των δυο κομμάτων, παραπέρα, η κατάληψη της εξουσίας «στο όνομα του προλεταριάτου» καθώς και η άσκησή της από τα Συμβούλια των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών. Οι εκλογές για την Εθνική Συνέλευση ακυρώθηκαν και αποφασίστηκε η δημιουργία ενός «ταξικού στρατού του προλεταριάτου» καθώς και «η πλήρης και εγκάρδια συμμαχία» με τη Σοβιετική Ρωσία.

Το κεντρικό Συμβούλιο των εργατών υπό την προεδρία του σοσιαλδημοκράτη Garbai, συμφώνησε με το σχηματισμό ενός κοινού σοσιαλιστικού κόμματος και την ίδρυση μιας Συμβουλιακής Δημοκρατίας. Την ίδια ημέρα έγινε η ένωση των 600.000 σοσιαλδημοκρατών και των 200.000 κομμουνιστών σε ένα κόμμα, το Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα MSzP (Magyarországi Szocialista Párt) και κηρύχτηκε η Ουγγρική Συμβουλιακή Δημοκρατία ΜΤ (Magyarországi Tanácsköztársaság). Στις 12 και 13 Ιουνίου το MSzP οργάνωσε δημοκρατικές εκλογές για αντιπροσώπους στις κομματικές οργανώσεις της Μεγάλης Βουδαπέστης και στις επαρχίες. Οι 171 αντιπρόσωποι καθώς και οι μέχρι τότε 25 ηγέτες εξέλεξαν μια νέα κομματική καθοδήγηση αποτελούμενη από πέντε μέλη του ΚΚΟυ και οκτώ του ΣΚΟυ.

Στις 21 Μαρτίου και ώρα 22:00 στην πρώτη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, αποφασίστηκε πρακτικά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με συμβιβασμό από τα πάνω του προλεταριακού ενιαίου κόμματος που είχε ιδρυθεί, η συγκρότηση του Επαναστατικού Συμβουλίου FK (Forradalmi Kormányzótanács) με τον σοσιαλδημοκράτη Garbai ως πρόεδρο. Οι πρώην σοσιαλδημοκράτες, εκτός από τον κομμουνιστή Κουν που καθοδηγούσε το Λαϊκό Επιτροπάτο των Εξωτερικών, κατέλαβαν όλα τα καθοδηγητικά κυβερνητικά πόστα. Σ‘ αυτούς όμως υπήρχαν επίσης και πρώην κομουνιστές ως αναπληρωτές καθώς και δυο μη κομματικοί. Το MSzP ανήκε στην Κομμουνιστική Διεθνή που ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 1919 στη Μόσχα. Ο πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Γκιγκόρι Ζινόβιεφ, δε μπορούσε να επιβληθεί, ώστε το κόμμα αυτό να μετονομαστεί σε Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ήδη, στις 21 Μαρτίου ο πρόεδρος Κάρολι επικύρωσε την αλλαγή εξουσίας και με την υποστήριξη του κεντρικού Συμβουλίου των στρατιωτών, εξασφάλισε την ειρηνική μετάβαση προς τη Συμβουλιακή Δημοκρατία και [στη συνέχεια] παραιτήθηκε. Η νέα Συμβουλιακή κυβέρνηση στην έκκλησή της προς τον πληθυσμό αναφέρθηκε στα δύσκολα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και εθνικά ζητήματα, μπροστά στα οποία βρισκόταν η χώρα και ιδιαίτερα στη στρατιωτική και οικονομική απειλή που προέρχονταν από τις δυνάμεις της Αντάντ.


Εκτεταμένη κοινωνικοποίηση

Η Συμβουλιακή κυβέρνηση κρατικοποίησε με διάταγμα στις 27 Μαρτίου όλες τις επιχειρήσεις με πάνω από 20 εργαζόμενους στη βιομηχανία, στα ορυχεία, στις μεταφορές και στις επικοινωνίες. Προϋπόθεση για αυτό ήταν ότι το Συμβουλιακό κράτος έθεσε υπό την κατοχή του τις πηγές των χρημάτων των καπιταλιστικών επιχειρήσεων και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που συνδέονταν στενά με αυτές. Ήδη στις 28 Μαρτίου, έγινε με διάταγμα η κοινωνικοποίηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Στα χέρια του κράτους πέρασαν επίσης κοσμηματοπωλεία, πολυκατοικίες ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων και ιδιωτικές βίλες, παλάτια και πύργοι, ασφαλιστικά ιδρύματα, ξενοδοχεία και πανσιόν, ενεχυροφυλάκεια, εκπαιδευτικά ιδρύματα, φαρμακεία και φαρμακοβιομηχανίες, θέατρα, κινηματογραφικά στούντιο και κινηματογράφοι. Το Συμβουλιακό κράτος κατείχε επίσης το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου.

Με κυβερνητικό διάταγμα της 3ης Απριλίου μεταβιβάστηκε χωρίς αποζημίωση η συνολική ιδιωτική γαιοκτησία που ξεπερνούσε τα 57,5 εκτάρια, στην κρατική ιδιοκτησία. Έτσι, φαινόταν ότι η εκμετάλλευση των εργαζόμενων ανθρώπων έχει εξαλειφθεί. Το διάταγμα της 27ης Μαρτίου σχετικά με τον εργατικό έλεγχο επέτρεψε στους εργάτες και τους υπαλλήλους να εκλέγουν τα εργοστασιακά συμβούλια στις κρατικές επιχειρήσεις. Αυτά ήλεγχαν τους επιτρόπους στην παραγωγή, την εργασιακή πειθαρχία όπως επίσης την παραγωγή και προστασία της δηλωμένης λαϊκής ιδιοκτησίας. Οι νόμοι που θεσπίστηκαν τον Απρίλιο και τον Μάιο κατάργησαν το σύστημα ακόρντ [αμοιβή με το κομμάτι, ΠΓ] και καθόρισαν τα διάφορα επίπεδα μισθών και αμοιβών για τους εργάτες και τους υπαλλήλους, λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά [τους] προσόντα. Πολλές μεταρρυθμίσεις στόχευαν σε μια ουσιαστική αλλαγή των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας: οκτάωρο, απαγόρευση της παιδικής εργασίας, ίσος μισθός για άνδρες και γυναίκες, έξι βδομάδες άδεια τοκετού για τις μητέρες, δωρεάν διακοπές για παιδιά στα νεοϊδρυθέντα κρατικά ιδρύματα, ένα δίκτυο δωρεάν ιατρικής περίθαλψης και φροντίδας για τον εργαζόμενο πληθυσμό. Από τα κέρδη, κυρίως των βιομηχάνων των εξοπλιστικών βιομηχανιών, έγινε δυνατό να αυξηθούν οι μισθοί των εργατών και των υπαλλήλων κατά 25% και 15% αντίστοιχα και να εξασφαλιστεί μια πληρωμένη άδεια. Τα νοίκια για τα μικρά διαμερίσματα μειώθηκαν κατά 20%. Το στεγαστικό πρόβλημα, κυρίως στις μεγάλες πόλεις, έγινε δυνατό να μειωθεί μέσω της απαλλοτρίωσης των μεγάλων παλατιών και των ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων. 100.000 μόνο ενήλικοι και παιδιά που ζούσαν σε παράγκες ή ήταν άστεγοι, απέκτησαν για πρώτη φορά το δικό τους μικρό σπίτι. Οι συντάξεις των αναπήρων πολέμου, των χηρών πολέμου και των ορφανών πολέμου αυξήθηκαν, οι άνεργοι υποστηρίχθηκαν κοινωνικά. Το δικαίωμα και το καθήκον στην εργασία έγιναν νόμος.

Με διάταγμα της 3ης Απριλίου ακυρώθηκε πρακτικά το μοίρασμα των μεγάλων λατιφουντίων για τους αργάτες γης και τους αγρότες που είχε σχεδιαστεί μέχρι το Μάρτιο και η μεγάλη γαιοκτησία των μεγιστάνων της γης καθώς και των μεγαλύτερων και μεσαίων αγροτικών νοικοκυριών μετατράπηκαν σε κρατικές επιχειρήσεις (Σοσιαλιστικοί Παραγωγικοί Συνεταιρισμοί). Αυτός ο αναδασμός γης βελτίωσε αρχικά τόσο τα γεωργικά εισοδήματα όσο και το επίπεδο ζωής των πρώην μεροκαματιάρηδων και υπηρετών. Ωστόσο, η κρατικοποίηση όλων των γεωργικών εκμεταλλεύσεων αποδείχτηκε πολιτικά εσφαλμένη απόφαση διότι ερχόταν σε αντίθεση με τις επιθυμίες εκατομμυρίων εργατών γης και αγρομισθωτών, των μικρών και μεσαίων ιδιοκτητών γης.

Πιο έντονες ήταν οι μεταρρυθμίσεις της εποχής των Συμβουλίων στον τομέα της κουλτούρας και της εκπαίδευσης. Το 80% των δημοτικών σχολείων και το 65% των σχολείων μέσης εκπαίδευσης, τα οποία μέχρι τότε βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας, εθνικοποιήθηκαν. Κράτος και Εκκλησία χωρίστηκαν. Εισήχθη η υποχρεωτική και δωρεάν φοίτηση μέχρι το 14ο έτος της ηλικίας. Οι πανεπιστημιακές σπουδές και η επαγγελματική εκπαίδευση ήταν επίσης δωρεάν όπως επίσης οι επισκέψεις σε μουσεία και πάρκα. Ο κομμουνιστής πολιτικός και φιλόσοφος Γκέοργκ Λούκατς, ο οποίος κατά τη διάρκεια που ο Κουν ήταν φυλακισμένος καθοδηγούσε την ΚΕ του ΚΚΟυ, οργάνωσε μαζί με άλλους μια μεταρρύθμιση των πολιτιστικών ιδρυμάτων, τα οποία γενικά μεταβιβάστηκαν στα χέρια του κράτους, καθώς και μια εκστρατεία αλφαβητισμού. Στο Λαϊκό Επιτροπάτο για την Εκπαίδευση και στις νεοϊδρυθείσες επιτροπές μουσικής, θεατρικής ζωής, λογοτεχνίας, εικαστικών τεχνών και κινηματογραφικής παραγωγής, επέδρασαν πολλοί εργαζόμενοι στον πολιτισμό.

Στις 2 Απριλίου 1919, η Συμβουλιακή κυβέρνηση εξέδωσε ένα προσωρινό Σύνταγμα. Καθόρισε ότι η κυριαρχία της χώρας δημιουργήθηκε από τα ελεύθερα εκλεγμένα Συμβούλια, τα οποία θα ασκούν νομοθετικές, διοικητικές και δικαστικές λειτουργίες: «Όλα τα τοπικά έθνη σχηματίζουν τα δικά τους Συμβούλια και το σύνολό τους αντιπροσωπεύει πάνω σε ομοσπονδιακή βάση την υπάρχουσα ουγγρική Δημοκρατία (…) Τα Συμβούλια σχηματίζονται για έξη μήνες και οι ψηφοφόροι έχουν το δικαίωμα να αφαιρούν από τα ίδια τα μέλη τους την εντολή με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο διεξήχθησαν οι εκλογές.»[2]

Μεταξύ 7 και 12 Απριλίου διεξήχθησαν εκλογές στα χωριά, στις πόλεις, στις επαρχίες και στις περιφέρειες (κομητείες). Από τις 14 έως τις 24 Ιουνίου συνεδρίασε το Κρατικό Συμβούλιο των βουλευτών των κομητειών, των πόλεων και των κοινοτήτων. Συντάχθηκε σε ανώτατο νομοθετικό όργανο εξουσίας της χώρας, στην Ομοσπονδιακή Κρατική Συνέλευση των Συμβουλίων STOG (Szövetséges Tanácsok Országos Gyülése). Αυτή αποφάσισε το Σύνταγμα, κήρυξε την Ουγγρική Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία των Συμβουλίων και εξέλεξε το Επαναστατικό Κυβερνητικό Συμβούλιο FK (Forradalmi Kormányzótanács). Την προεδρία ανέλαβε εκ νέου ο Garbai. Από τους 80 αντιπροσώπους των συνδικάτων καθώς και από τους γεωργικούς και καταναλωτικούς συνεταιρισμούς, δημιουργήθηκε ένα Συμβούλιο Οικονομικών. Ενόψει της εσωτερικής αντεπανάστασης και της ξένης επέμβασης, συγκροτήθηκε στο Κυβερνητικό Συμβούλιο ένα Συμβούλιο Διοικητών αποτελούμενο από τους υψηλόβαθμους επιτρόπους Κουν, Kunfi, Landler, Vágó και Pogány, ώστε να διασφαλιστεί μια ενιαία και επιχειρησιακή διακυβέρνηση.


Επεμβατικός πόλεμος

Στις νικήτριες δυνάμεις κυριαρχούσε ενότητα, ώστε να γίνουν όλα για να καταπολεμηθεί η νέα «επαναστατική εστία πυρκαγιάς». Η Διάσκεψη για την Ειρήνη του Παρισιού είχε αποφασίσει τον Φεβρουάριο να δημιουργήσει στη νοτιοανατολική Ουγγαρία μια ουδέτερη ζώνη, να εγκαταστήσει επιπλέον συμμαχικά στρατεύματα για να περιορίσει την επανάσταση στην Ουγγαρία και να δημιουργήσει μια επιπλέον περιοχή παράταξης ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία. Όμως ο πρωθυπουργός είχε κάνει ήδη καθαρό στο Συμβούλιο των Δέκα των πρωθυπουργών και υπουργών Εξωτερικών των νικητριών δυνάμεων, ότι δε μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει δικά του στρατεύματα για αυτόν τον πόλεμο. Αντ’ αυτού, στην ουγγρική Συμβουλιακή Δημοκρατία θα ‘πρεπε να της επιτεθούν με τη βοήθεια των κυβερνήσεων των γειτονικών κρατών στο Αράντ, στο Σέγκεντ και στη Βιέννη. Στις κυβερνήσεις του Βουκουρεστίου, της Πράγας και του Βελιγραδίου υποσχέθηκαν ως ανταπόδοση την Τρανσυλβανία, την Άνω Ουγγαρία και τα νότια ουγγρικά εδάφη. Σύμφωνα με τις οδηγίες των Στρατιωτικών Αποστολών της Αντάντ, το Βελιγράδι, το Βουκουρέστι και η Πράγα προετοίμασαν μια επίθεση τανάλιας [κυκλική επίθεση, ΠΓ] κατά της Ουγγαρίας. Η Αυστρία, η οποία είχε αναγνωρίσει διπλωματικά την επαναστατική κυβέρνηση της Βουδαπέστης, παρέμεινε ουδέτερη.

Από τις 16 Απριλίου, ρουμανικά στρατεύματα (35.000 άνδρες) εισέβαλαν από την ήδη κατεχόμενη Τρανσυλβανία στη Συμβουλιακή Δημοκρατία, διείσδυσαν βαθιά στα βορειοανατολικά Καρπάθια Όρη, κατέλαβαν το Ντέμπρετσεν και προωθήθηκαν μέχρι τον [ποταμό] Τισα, όπου στο Ζολνοκ δημιουργήθηκε ένα προγεφύρωμα μέσω ενός πραξικοπήματος από ούγγρους αντεπαναστάτες. 40.000 άνδρες του τσεχικού στρατού διείσδυσαν μέχρι το Μίσκολτς, 32.000 Γάλλοι και 38.000 Σέρβοι περιέκλεισαν τη Συμβουλιακή Δημοκρατία στο νότο. Υπό την προστασία τους σχηματίστηκε μια αντικυβέρνηση υπό την προεδρία του μεγαλογαιοκτήμονα κόμη Gyula Károlyi. Η Συμβουλιακή κυβέρνηση είχε θεσπίσει ήδη στις 24 Μαρτίου την ανασυγκρότηση των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας σύμφωνα με το σοβιετικό παράδειγμα. Αλλά μόνο μετά τη μεγάλη στρατιωτική επέμβαση, στη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου στις 24 Απριλίου, ο Επίτροπος Πολέμου, Böhm, έγινε αρχηγός του Κόκκινου Στρατού και ο έμπειρος στρατιωτικός ειδικός, συνταγματάρχης Aurél Stromfeld, έγινε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου.

Ο γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ ζήτησε τελεσιγραφικά τον Ιούνιο από τη Βουδαπέστη την εκκένωση της πολυεθνικής Άνω Ουγγαρίας και υποσχέθηκε ως αντάλλαγμα να αποσυρθούν επίσης οι στρατιωτικές μονάδες της Ρουμανίας από την ανατολική Ουγγαρία. Στην κομματική και κρατική ηγεσία της Ουγγαρίας ξέσπασε μια έντονη συζήτηση. Οι πρώην σοσιαλδημοκράτες Böhm, Kunfi και Weltner, επέμεναν όπως και ο Κουν να γίνουν αποδεκτές οι γαλλικές απαιτήσεις, τις οποίες ενέκρινε το Συνέδριο των Συμβουλίων. Ο Λένιν συμφώνησε επίσης σ’ αυτό, προειδοποίησε όμως για την εμπιστοσύνη στην Αντάντ. Ωστόσο, η οπισθοχώρηση που διατάχθηκε επέδρασε καταστροφικά στη διάθεση του στρατού και του πληθυσμού. Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Stromfeld και ο Αρχηγός του [Κόκκινου Στρατού] Böhm παραιτήθηκαν. Το Παρίσι και το Βουκουρέστι τελικά, δεν ήταν πρόθυμοι να εκκενώσουν την ανατολική Ουγγαρία. Ο Κλεμανσώ ανακοίνωσε στις 15 Ιουλίου στον Κουν ότι δε να διαπραγματευτεί με την Συμβουλιακή Κυβέρνηση. Μετά απ’ αυτό ο Κόκκινος Στρατός ξεκίνησε μια νέα επίθεση στις 20 Ιουλίου για την απελευθέρωση των κατεχόμενων εδαφών της ανατολικής Ουγγαρίας. Ο νέος Αρχηγός Γενικού Επιτελείου του Κόκκινου Στρατού, αντισυνταγματάρχης Ferenc Julier, πούλησε στις 18 Ιουλίου το σχέδιο επιχειρήσεων με την υποστήριξη βρετανών στρατιωτικών στη ρουμανική διοίκηση καθώς και στον υπουργό Άμυνας της αντεπαναστατικής αντικυβέρνησης στο Σέγκεντ, ναύαρχο Μίκλος Χόρτι, ο οποίος το διαβίβασε παραπέρα στους Γάλλους.

Η γαλλο-σερβο-ρουμανική ένοπλη δύναμη 146.000 ανδρών προωθήθηκε τώρα από τον [ποταμό] Τίσα με κατεύθυνση τη Βουδαπέστη. Η κατάσταση της Συμβουλιακής Δημοκρατίας είχε γίνει απελπιστική, επειδή και η Σοβιετική Ρωσία δεν ήταν σε θέση να παράσχει στρατιωτική βοήθεια. Σε μια συνεδρίαση της κομματικής και κυβερνητικής ηγεσίας στις 1 Αυγούστου, ο πρόεδρος του Συμβουλίου των Εργατών της Βουδαπέστης, Weltner, πρότεινε να γίνουν αποδεκτά τα αιτήματα των νικητριών δυνάμεων, δηλαδή να αντικατασταθεί το επαναστατικό Κυβερνητικό Συμβούλιο από μια κυβέρνηση συνδικάτων. 48 από τους 51 ηγέτες του Κόμματος συμφώνησαν ενόψει της απελπιστικής κατάστασης. Το απόγευμα, το κεντρικό Συμβούλιο των Εργατών επικύρωσε την απόφαση και αυτοδιαλύθηκε. Τη θέση της Συμβουλιακής Κυβέρνησης πήρε ένα Υπουργικό Συμβούλιο υπό τον σοσιαλδημοκράτη ηγέτη των συνδικάτων, Gyula Peidl.

Η κυβέρνηση Peidl ανακοίνωσε στο πρώτο της διάταγμα, ότι θέτει εκτός ισχύος όλα τα διατάγματα της Συμβουλιακής Κυβέρνησης, δεν ήταν όμως σε θέση να πάρει πίσω αμέσως τα αποτελέσματα των 133 ημερών της συμβουλιακής επανάστασης. Στις 6 Αυγούστου, τρεις ημέρες μετά την εισβολή των ρουμανικών δυνάμεων επέμβασης καθώς και των βρετανών και των γάλλων απεσταλμένων, [η κυβέρνηση] τέθηκε στην άκρη. Το καθεστώς του βιομήχανου István Friedrich που εγκαταστάθηκε από τους επεμβασίες, κυβέρνησε με έκτακτα δικαστήρια και στρατόπεδα περιορισμού.

Μετά την απόσυρση των ρουμάνων κατακτητών, ο Μίκλος Χόρτι παρέλασε στις 16 Νοεμβρίου 1919 με την πλήρη στολή του ναυάρχου, καβάλα σ’ ένα λευκό άλογο, επικεφαλής του «εθνικού του στρατού» δύναμης 25.000 ανδρών στη Βουδαπέστη. Περιβαλλόταν με την αύρα ενός «νέου Αρπάντ» (Μεγάλος ηγεμόνας των ενωμένων μαγιαρικών φυλών από το 886 έως το 907) και κήρυξε την πάλη ενάντια στην «αμαρτωλή Βαβέλ» της Συμβουλιακής Δημοκρατίας. Στην εναρκτήρια ομιλία του χαρακτήρισε τη Βουδαπέστη σαν μια «ένοχη και αμαρτωλή πόλη», η οποία «αρνήθηκε την χιλιετή ιστορία της, (…) έσυρε το εθνικό στέμμα και τα εθνικά χρώματα στη σκόνη και τυλίχτηκε στα κόκκινα κουρέλια»[3]. Μετά την πτώση της Συμβουλιακής Δημοκρατίας ακολούθησε η σταδιακή μετάβαση της Ουγγαρίας στο φασιστικό καθεστώς Χόρτι.

Σημείωση: Ο Karl-Heinz Gräfe είναι ιστορικός και υπήρξε καθηγητής στο Παιδαγωγικό Πανεπιστήμιο της Δρέσδης. Τα δυο κείμενα (Μέρος Α΄ και Μέρος Β΄) που δημοσιεύουμε –στα οποία έχουν γίνει μεγάλες περικοπές- έχουν παρθεί από την μελέτη «Μύθος και ιστορική πραγματικότητα ενός παγκόσμιου ιστορικού γεγονότος. Αστικοδημοκρατική λαϊκή επανάσταση και συμβουλιακή επανάσταση στην Ουγγαρία το 1918/19». Η μελέτη αυτή περιέχεται σε ανθολογία κειμένων που εκδόθηκαν πρόσφατα σε βιβλίο από τους Christian Koller και Matthias Marschik από τον εκδοτικό οίκο Promedia της Βιέννης με τίτλο «Η ουγγρική συμβουλιακή επανάσταση το 1919» (jW).
______

Σημειώσεις

[1] Zit. n. Geschichte der ungarischen revolutionären Arbeiterbewegung. Von den Anfängen bis 1962, Berlin 1983, S. 160 f.

[2] Wilhelm Böhm: Im Kreuzfeuer zweier Revolutionen, München 1924, S. 331 f.

[3] Zit. n. Edgar von Schmidt-Pauli: Nikolaus Horthy. Admiral, Volksheld und Reichsverweser, Hamburg 1943, S. 163


Πηγή: junge Welt, 09.10.2018 (Μέρος Β΄)

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.