Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

Σχετικά με τη διαλεκτική υποκειμένου-αντικειμένου


του Παναγιώτη Γαβάνα

Η σχέση υποκειμένου-αντικειμένου προκύπτει και αναπτύσσεται με την ανθρώπινη κοινωνία. Ο άνθρωπος εμφανίζεται ως κοινωνικό ον σε μια πρακτική, ενεργητική, συνειδητή σχέση με το περιβάλλον του. Ιδιοποιείται τη φύση πρακτικά και πνευματικά, όλο και περισσότερους τομείς της πραγματικότητας τούς κάνει αντικείμενο της δραστηριότητάς του και κατ’ αυτό τον τρόπο αναπτύσσεται σε υποκείμενο της δράσης.

Σε συνάφεια με τη σχέση υποκειμένου-αντικειμένου προκύπτει και αναπτύσσεται η σχέση αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών, πλευρών, στοιχείων ή παραγόντων του ιστορικού προτσές. Η ανθρώπινη δραστηριότητα, η κοινωνική δράση συγκεκριμένων υποκειμένων (ατόμων, ομάδων, τάξεων, κομμάτων) δεν προσανατολίζεται μόνο σ’ ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Τα υποκείμενα δρουν επίσης πάντα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτά, επηρεάζοντας τις ικανότητες και τις δυνατότητές τους καθώς και το χαρακτήρα της δραστηριότητάς τους. Και τα δυο συνοψίζονται στον ιστορικό υλισμό με την έννοια «αντικειμενικές συνθήκες».

Οι αντικειμενικές συνθήκες δεν πρέπει να κατανοηθούν μόνο ως υλικές συνθήκες. Ως αντικειμενική συνθήκη για μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, το υποκείμενο δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη μόνο τις υλικές, οικονομικές βάσεις της δοσμένης κατάστασης, αλλά επιπλέον και μια σειρά μη υλικών φαινομένων: το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές δυνάμεις, ο οποίος δεν προκαλείται αποκλειστικά από την οικονομία, τις πολιτικές σχέσεις, τη βαθμίδα ανάπτυξης της ιδεολογικής πάλης κ.α. Η πιο σημαντική εξάρτηση από όλες αυτές τις συνθήκες είναι αναμφίβολα η υλική, η οικονομική.

Το υποκείμενο μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας ή ενός προτσές είναι πάντα οι δρώντες άνθρωποι, εκείνα τα άτομα, οι ομάδες, οι τάξεις, οι λαοί, τα έθνη ή τα κόμματα, που μέσω των ενεργειών τους η ανθρώπινη δράσης τους γίνεται αποτελεσματική κοινωνικά και ιστορικά. Με την έννοια υποκειμενική πλευρά της ιστορίας ή ενός δοσμένου προτσές κατανοούμε επομένως τη συνειδητή δραστηριότητα των ανθρώπων, στην οποία περιλαμβάνεται η βούλησή τους, η δράση τους και η οργανωτικότητά τους. Ταυτόχρονα, μ’ αυτή την έννοια υπογραμμίζουμε ότι για την πραγματική πορεία ενός συγκεκριμένου προτσές, πρέπει να υπάρχουν ένας ιδιαίτερα συγκεκριμένος βαθμός ωρίμανσης και βαθμός ανάπτυξης, πολύ συγκεκριμένες ιδιότητες του ιστορικού υποκειμένου, για παράδειγμα, συγκεκριμένες γνώσεις και αποφασιστικότητα –και αυτά όχι μόνο για ξεχωριστά άτομα, αλλά για ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων που αφορούν σε τάξεις ή κόμματα. Αυτό με τη σειρά του απαιτεί ένα πολύ συγκεκριμένο επίπεδο οργανωτικότητας, συνασπισμού, ένωσης, δηλαδή μια συγκεκριμένη ποιότητα κοινωνικών σχέσεων. Οι υποκειμενικές συνθήκες συγκεκριμένων προτσές ή ενεργειών, δεν είναι επομένως μόνο πνευματικές.

Στη σχέση αντικειμενικών και υποκειμενικών πλευρών, οι αντικειμενικές παίζουν πάντα τον καθοριστικό ρόλο. Είναι αυτές που κάνουν αναγκαία τη λύση αυτού ή του άλλου ιστορικού προβλήματος και, επομένως, προϋποθέτουν το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της ανθρώπινης δράσης, τη δυνατότητα μιας συγκεκριμένης ιστορικής εξέλιξης. Από τις αντικειμενικές συνθήκες προκύπτει η ποιοτική και ποσοτική υφή του εν λόγω υποκειμένου, προκύπτοντας και οι απαιτήσεις που καθορίζουν τη δράση του.

Ταυτόχρονα, θα ήταν εντελώς άστοχο, από τη βεβαιότητα και τον αλληλοκαθορισμό των υποκειμενικών από τις αντικειμενικές πλευρές, από την εξάρτηση του υποκειμενικού από το αντικειμενικό, να καταλήξει κανείς στο ότι οι πλευρές αυτές συμπίπτουν ή ακόμη και ότι ταυτίζονται. Αυτή η σχέση παριστάνει μια αντιφατική ενότητα, ένα ζωντανό προτσές, οι πλευρές του οποίου αναπτύσσονται ανισόμετρα, όπου το παλιό και το νέο βρίσκονται σε μια διαρκή αντιπαράθεση. Η διαλεκτική υποκειμένου-αντικειμένου αποτελεί επομένως μια πρόκληση προς τη δημιουργική δράση των ανθρώπων, ένα διαρκές καθήκον, μια κινητήρια δύναμη κοινωνικής ανώτερης ανάπτυξης.

Ενώ οι αντικειμενικές συνθήκες σχηματίζονται και ωριμάζουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση και τη βούληση των δρώντων υποκειμένων, η υποκειμενική πλευρά δεν αναπτύσσεται και μορφοποιείται ανεξάρτητα από τη βούληση και τη συνείδηση των ανθρώπων. Η ανάπτυξή τους είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης αντικειμενικών και υποκειμενικών, υλικών και πνευματικών παραγόντων, υπό τις οποίες η ίδια η δραστηριότητα του εν λόγω υποκειμένου παίζει ένα ρόλο αναντικατάστατο.

Στην αλληλεπίδραση αντικειμενικών και υποκειμενικών πλευρών της ιστορίας, οι υποκειμενικοί παράγοντες παίζουν το δραστήριο, δημιουργικό, διαμορφωτικό ρόλο. Παριστάνουν την κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της πράξης και της γνώσης.

Αυτό που τώρα αλλάζει στην πορεία της ανθρώπινης Ιστορίας είναι η συγκεκριμένη ιστορική ποιότητα της σχέσης αντικειμενικού και υποκειμενικού, ο τρόπος των αμοιβαίων της σχέσεων. Στην υλική παραγωγή, κατά την νοητική (πνευματική) ιδιοποίηση της πραγματικότητας στη πάλη για την ιστορική πρόοδο, ο άνθρωπος, όλο και περισσότερους νέους τομείς της αντικειμενικής πραγματικότητας, τούς κάνει αντικείμενο της δραστηριότητάς του. Αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην αντικειμενική πλευρά, γίνονται συνειδητές στο προτσές της πρακτικής δραστηριότητας. Ταυτόχρονα, σ’ αυτή τη δραστηριότητα προκύπτουν, ως αποτέλεσμα και/ή ως προϋπόθεση της διευρυμένης δραστηριότητας, νέες απαιτήσεις προς την ποιότητα, τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά στοιχεία του δρώντος υποκειμένου.

Κατ’ αυτό τον τρόπο συνδέονται η ιστορική αλλαγή, η ανάπτυξη, ο εμπλουτισμός και η διαφοροποίηση της σχέσης αντικειμενικού και υποκειμενικού. Οι άνθρωποι αποκτούν όλο και μεγαλύτερες δυνατότητες, δημιουργούν όλο και περισσότερα μέσα για να κατανοήσουν τις συνθήκες και τις περιστάσεις της δράσης τους και να στηρίξουν αυτή τη γνώση για την περαιτέρω πρακτική τους δραστηριότητα, την πρακτική αντιμετώπιση του περιβάλλοντός τους. Αυτό που ιστορικά αλλάζει και αναπτύσσεται είναι οι ιστορικές συνθήκες και οι βάσεις της σχέσης μεταξύ αντικειμενικού και υποκειμενικού, ο τρόπος με τον οποίο το υποκειμενικό καθορίζεται από το αντικειμενικό, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ο ρόλος του υποκειμενικού.

Στο πλαίσιο της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής, η υψηλότερη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της ανθρώπινης εργασίας συνοδευόταν με την αντικατάσταση μιας ιστορικής μορφής εκμετάλλευσης, της ταξικής διάσπασης, της κοινωνικής καταπίεσης και της εξάρτησης από μια άλλη.

Με τη σταδιακή προσπάθεια κυριαρχίας πάνω στη φύση, προέκυψε μια αποξενωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Το αποκορύφωμά της, την πιο ακραία επιδείνωση και όξυνση, την αποκτά αυτή η αντιθετική ανάπτυξη στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Όταν ο Marx τονίζει ότι «στην άμεση σχέση των ιδιοκτητών των όρων παραγωγής με τους άμεσους παραγωγούς […] βρίσκουμε το ενδότατο μυστικό, την κρυμμένη βάση όλης της κοινωνικής συγκρότησης»[1], τότε αυτό ισχύει χωρίς περιορισμούς και για την ανάλυση της σχέσης υποκειμένου-αντικειμένου. Χαρακτηριστικό για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι ο χωρισμός «ανάμεσα σους αντικειμενικούς όρους της εργασίας και στον υποκειμενικό παράγοντα –την εργατική δύναμη»[2]. Για το χαρακτήρα της δραστηριότητας των άμεσων παραγωγών αυτό σημαίνει, ότι η εργασία τους παράγει ένα κόσμο αντικειμένων και σχέσεων, ο οποίος αυτονομείται και αποξενώνεται απέναντι στο υποκείμενο και τη δραστηριότητά του. Η αντικειμενοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας στη βασική της σφαίρα, μετατρέπεται εδώ σε αποξένωση. Οι κοινωνικές επιδράσεις και τα αποτελέσματα της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν ξεφεύγουν μόνο από την επιρροή του υποκειμένου της δραστηριότητας, αλλά κυριαρχούν πάνω τους, χρησιμοποιούνται για την καταπίεσή τους. «Οι αντικειμενικοί όροι της εργασίας αποκτούν υποκειμενική ύπαρξη απέναντι στο ζωντανό εργατικό δυναμικό –το κεφάλαιο γίνεται κεφαλαιοκράτης»[3]. Η διαφοροποίηση της διαλεκτικής υποκειμένου-αντικειμένου αναπτύσσεται με ανταγωνιστικό τρόπο. Η κοινωνία υπάρχει μόνο στην αφαίρεση ως υποκείμενο, το οποίο βρίσκεται απέναντι στο αντικείμενο, στην εξωτερική φύση. Συγκεκριμένα-ιστορικά, η κοινωνία υπάρχει με τη μορφή του ταξικού ανταγωνισμού μεταξύ των άμεσων παραγωγών ως υποκείμενο της μισθωτής εργασίας και των ιδιοκτητών των όρων παραγωγής ως υποκείμενο εκμετάλλευσης, κυριαρχίας και καταπίεσης των εργαζομένων.

Η άλλη όψη αυτού του ανταγωνισμού του υποκειμένου «κοινωνία», είναι η κυριαρχία του αυθορμητισμού στην κοινωνική ανάπτυξη. Η αντικειμενικότητα του κοινωνικού συνολικού κινήματος υπό αυτές τις συνθήκες μετατρέπεται σε αυθορμητισμό. Η εκμετάλλευση και ο ταξικός ανταγωνισμός προκύπτουν από την ανθρώπινη δραστηριότητα, αναπαράγονται μέσω αυτής και αναπτύσσονται με ένα τρόπο, ο οποίος στην ιστορική του τάση δεν ελέγχεται από τα αλληλεπιδρώντα άτομα, ομάδες και τάξεις. Αυτός ο αυθορμητισμός του συνολικού κοινωνικού κινήματος αποτελεί τη βασική πηγή της κοσμοθεωρητικής κυριαρχίας του ιδεαλισμού στην αστική συνείδηση. Οι κοινωνικοί όροι της δραστηριότητας εμφανίζονται ως φυσική ιδιότητα πραγμάτων, ως κατ’ εξοχήν δοσμένοι. Η προσωπική ανεξαρτησία, που βασίζεται πάνω στην εξάρτηση πραγμάτων, απολυτοποιείται: Η συνείδηση εμφανίζεται ως αφετηρία και πηγή της πράξης: Η «υλοποίηση των κοινωνικών καθορισμών της παραγωγής» συμπληρώνεται με την «υποκειμενοποίηση των υλικών βάσεων της παραγωγής»[4].
______

Σημειώσεις

[1] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 3ος, σ. 972. Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.

[2] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 1ος, σ. 590.

[3] Καρλ Μαρξ: Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, τόμ Β’, σ. 350. Εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1990.

[4] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 3ος, σ. 1081.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.