Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Γερμανία: Η Νύχτα του Πογκρόμ (1938)


Φέτος, στις 9 Νοεμβρίου, συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από τότε που μέλη του ναζιστικού κόμματος (NSDAP), των Ταγμάτων Εφόδου και των Ες Ες διέπραξαν βιαιοπραγίες ενάντια στον εβραϊκό πληθυσμό. Τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα γεγονότα αυτά είχαν καταγραφεί ιστορικά ως «Νύχτα των Κρυστάλλων», κάτι που συνεχίζεται σε μεγάλο βαθμό μέχρι και σήμερα στη χώρα μας. Εδώ όμως και πολλά χρόνια, στη Γερμανία η απόδοση αυτή των γεγονότων με την πιο πάνω ονομασία θεωρείται ήδη ξεπερασμένη. Η σωστή απόδοση, με την οποία και συμφωνούμε, είναι «Νύχτα του Πογκρόμ». Μάλιστα, ορισμένοι συγγραφείς κάνουν λόγο για «Νύχτες του Πογκρόμ», με την έννοια ότι το πογκρόμ σε πολλές περιοχές της Γερμανίας διήρκεσε και το πρωί της επόμενης ημέρας. Ο συγγραφέας του κειμένου που ακολουθεί, επικεντρώνεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο σκηνοθετήθηκε το πογκρόμ, καθώς και στα αντι-εβραϊκά μέτρα που λήφθηκαν από τους γερμανούς φασίστες τις πρώτες ημέρες μετά το πογκρόμ (ΠΓ).

του Knut Mellenthin

Από τις 27 έως τις 29 Οκτωβρίου 1938, 17.000 Εβραίοι που ζούσαν στη Γερμανία με πολωνική υπηκοότητα πάρθηκαν από τα σπίτια τους, οδηγήθηκαν σε σημεία συλλογής και τελικά απελάθηκαν πέρα από τα σύνορα. Χιλιάδες αναγκάστηκαν να κατασκηνώσουν για πολλές ημέρες στη «χώρα του πουθενά» υπό χαμηλές θερμοκρασίες με προσωρινά εφόδια, προτού οι πολωνικές αρχές ανακοινώσουν ότι θα τους υποδεχτούν.

Στις 3 Νοεμβρίου 1938, ο 17χρονος Χέρσελ Γκρίνσπαν, γεννημένος στο Ανόβερο, ο οποίος ζει με συγγενείς στο Παρίσι, λαμβάνει μια κάρτα από την αδελφή του, η οποία του περιγράφει την απέλαση της οικογένειάς του που κατάγεται από την Πολωνία.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου, ο Χέρσελ Γκρίνσπαν εμφανίζεται στη Γερμανική Πρεσβεία στο Παρίσι και ζητά να μιλήσει σε ανώτερο υπάλληλο, που υποτίθεται ότι θα του παρέδιδε ένα σημαντικό έγγραφο. Τον υποδέχεται ο Γραμματέας της Πρεσβείας, Ερνστ φομ Ρατ, και τον ρίχνει νεκρό.

Μετά τον θάνατο του Ρατ το απόγευμα στο Παρίσι, οι οπαδοί του ναζιστικού κόμματος (NSDAP) και των Οργανώσεων που συνδέονται με αυτό, κυρίως τα Τάγματα Εφόδου, διαπράττουν βιαιοπραγίες κατά του εβραϊκού πληθυσμού σε όλο το Ράιχ αργά το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου. Αυτές διαρκούν ανάλογα με τον τόπο που λαμβάνουν χώρα, μέχρι το πρωί της 10ης Νοεμβρίου. Στη συνέχεια τερματίζονται με επίσημη εντολή.

Τουλάχιστον 91 Εβραίοι, πιθανώς περισσότεροι από 100, δολοφονήθηκαν σε άμεση αλληλοσυσχέτιση με το πογκρόμ του Νοεμβρίου, εκατοντάδες ξυλοκοπήθηκαν και εν μέρει τραυματίστηκαν βαριά. 7.500 καταστήματα και 270 συναγωγές καθώς και αμέτρητες κατοικίες ρημάζονται και καταστρέφονται. 30.000 άνδρες Εβραίοι και έφηβοι (αγόρια) συλλαμβάνονται και μεταφέρονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο υπουργός Προπαγάνδας, Γιόζεφ Γκαίμπελς, την ίδια ημέρα που διαπράχθηκε η δολοφονία έδωσε εντολή σε όλο τον Τύπο να δοθεί πλατιά δημοσιότητα, και σε σχόλια «εφιστά την προσοχή ότι η δολοφονία που διέπραξε ο Εβραίος πρέπει να έχει τις πιο βαριές συνέπειες για τους Εβραίους στη Γερμανία, ακόμη και για τους αλλοδαπούς Εβραίους στη Γερμανία». Μετά απ’ αυτό, την επόμενη ημέρα, στις 8 Νοεμβρίου, στο κύριο άρθρο, όπως αυτό της εφημερίδας του [ναζιστικού] κόμματος, Völkischer Beobachter, αναφερόταν: «Είναι σαφές ότι ο γερμανικός λαός θα βγάλει τα συμπεράσματά του απ’ αυτή τη νέα πράξη. Είναι απαράδεκτη κατάσταση το ότι στα σύνορά μας εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι εξακολουθούν να κυριαρχούν σε ολόκληρους εμπορικούς δρόμους, να κατακλύζουν τα κέντρα διασκέδασης και να τσεπώνουν τα χρήματα των γερμανών ενοίκων ως “αλλοδαποί ιδιοκτήτες”, ενόσω οι φυλετικοί τους σύντροφοι έξω ζητούν πόλεμο κατά της Γερμανίας και σκοτώνουν γερμανούς δημοσίους υπαλλήλους.»


«Οι Εβραίοι πρέπει να φύγουν»

Έτσι, υποδηλωνόταν ορισμένα από τα επίσημα μέτρα που ανακοινώθηκαν μετά την 9η Νοεμβρίου για την περαιτέρω απαλλοτρίωση και τον αποκλεισμό των Εβραίων. Ανεξάρτητα από τα τρέχοντα γεγονότα, αυτά είχαν ήδη προετοιμαστεί επί αρκετούς μήνες. Ιδιαίτερα, με τα διατάγματα σχετικά με τη δήλωση της περιουσίας των Εβραίων (26.4.1938), την καταγραφή και τον χαρακτηρισμό των εβραϊκών επιχειρήσεων (14.6.1938), είχαν δημιουργηθεί οι βάσεις για μια πλήρη καταγραφή –και, επομένως, τόσο για τα μέτρα απαλλοτρίωσης όσο και για τις συστηματικές καταστροφές στη Νύχτα του Πογκρόμ.

Μέσω άλλων διατάξεων απειλούνταν κάποιος με βαριές ποινές φυλάκισης αν «υποστήριζε το καμουφλάρισμα των εβραϊκών επιχειρήσεων» (22.4.1938) και την «παράνομη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό» (14.5.1938). Σε όλες τις τράπεζες και τα ταμιευτήρια δόθηκε εντολή από το υπουργείο Οικονομικών να μην χορηγούν δάνεια στις επιχειρήσεις των Εβραίων (14.6.1938). Επιπλέον, οι Εβραίοι δεν επιτρεπόταν να επισκέπτονται ούτε τα χρηματιστήρια ούτε τις αγορές χονδρικής πώλησης (20.6.1938). Αυτό το τελευταίο για τους εβραίους εμπόρους λιανικής πώλησης έκανε αδύνατη μια κανονική επιχειρηματική δραστηριότητα. Στις 14 Οκτωβρίου 1938, ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, σε μια σύσκεψη την οποία συγκάλεσε ως εντεταλμένος για το θεσμοθετημένο Τετραετές Σχέδιο του 1936 ανέφερε, σύμφωνα με το πρωτόκολλο: «Το εβραϊκό ζήτημα θα πρέπει να πιαστεί τώρα με όλα τα μέσα, επειδή οι Εβραίοι πρέπει να φύγουν από την οικονομία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει να σταματήσει αυτή η παράνομη οικονομία-των-επιτρόπων, όπως αναπτύχθηκε στην Αυστρία. Αυτές οι παράνομες ενέργειες θα πρέπει να σταματήσουν και η διευθέτηση του εβραϊκού ζητήματος δεν πρέπει να θεωρηθεί ως σύστημα προμήθειας ανίκανων μελών του κόμματος». Μ’ αυτό εννοούνταν ο στόχος να τεθούν υπό κεντρικό έλεγχο οι λεγόμενες αριοποιήσεις, η απαλλοτρίωση ή το ξεπούλημα εβραϊκών επιχειρήσεων σε φανταστικές τιμές.


Αναμένοντας τον θάνατο του Ρατ

Στις 9 Νοεμβρίου 1938, στο κύριο άρθρο του Völkischer Beobachter, αναφερόταν: «Επειδή ο ίδιος ο εβραϊσμός στον κόσμο ταυτίζεται με τον εγκληματία στο Παρίσι, είναι και δικαίωμα του γερμανικού λαού να ταυτίσει επίσης τους Εβραίους στη Γερμανία με αυτό το έγκλημα, ανεξάρτητα από το αν έχουν γερμανικό ή ξένο διαβατήριο. (…) Οι πυροβολισμοί δεν θα παραμείνουν ανεξιλέωτοι, για αυτό οι Εβραίοι μπορούν να είναι πεπεισμένοι!»

Παρά τις αδιαμφισβήτητες απειλές, αρχικά εκτός από την απαγόρευση λίγων ακόμη εβραϊκών εφημερίδων που υπήρχαν και την Ένωση Εβραϊκών Πολιτιστικών Ομοσπονδιών, δεν ακολούθησαν πρακτικά μέτρα. Ο Αδόλφος Χίτλερ, που το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου μίλησε σε μια μεγάλη μπυραρία του Μονάχου, στην ομιλία του δεν αναφέρθηκε καθόλου στην απόπειρα δολοφονίας στο Παρίσι. Προφανώς, η ναζιστική ηγεσία πριν πάρει τις αποφάσεις της ήθελε αρχικά να περιμένει την περαιτέρω εξέλιξη της υπόθεσης Ρατ, δηλαδή της κατάστασης του θύματος.

Ήδη, τη νύχτα της 7ης Νοεμβρίου ο Χίτλερ έστειλε τον προσωπικό του γιατρό Δρ. Μπραντ και έναν άλλο γιατρό στο Παρίσι για τη θεραπεία του διπλωμάτη. Οι δυο τους έφθασαν νωρίς το πρωί της 8ης Νοεμβρίου στο Παρίσι. Μετά την πρώτη τους επίσκεψη στον Ρατ χαρακτήρισαν μεν την κατάστασή του ως σοβαρή –η σπλήνα έπρεπε να αφαιρεθεί, το στομάχι ήταν επίσης τραυματισμένο-, υπήρχε όμως ακόμη «ελπίδα για την περαιτέρω πορεία». Νωρίς το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου σημειώθηκε μικρή βελτίωση, το πρωί, όμως, της 9ης Νοεμβρίου η κατάσταση του διπλωμάτη επιδεινώθηκε φανερά. Λίγο πριν από τις 12 το μεσημέρι, ο γάλλος χειρούργος που τον θεράπευε εγκατέλειψε την ελπίδα για τη σωτηρία του ασθενούς. Περίπου στις 3 μ.μ. ο Ρατ έπεσε σε κώμα και γύρω στις 5 μ.μ. οι γιατροί διαπίστωσαν επισήμως το θάνατό του.


Ο θεατρινισμός του Γκαίμπελς

Τέσσερις ώρες αργότερα: Το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου 1938 λαμβάνει χώρα ο παραδοσιακός εορτασμός στο Δημαρχείο του Μονάχου προς ανάμνηση της απόπειρας πραξικοπήματος του ναζιστικού κόμματος (NSDAP) της 9ης Νοεμβρίου 1923, η λεγόμενη πορεία στην Φέλτχερνχαλε. Στις 9 μ.μ. περίπου, εμφανίζεται ένας αγγελιοφόρος στο τραπέζι του Χίτλερ, ο οποίος προφανώς έχει ανακοινώσει κάτι απροσδόκητο και τρομακτικό. Αυτόπτες μάρτυρες παρατηρούν μια μακρά «έντονη» και «πολύ ζωηρή», όμως χαμηλόφωνη συνομιλία μεταξύ του Χίτλερ που δείχνει φανερά συγκλονισμένος και του Γκαίμπελς. Στη συνέχεια «ο φύρερ» εγκαταλείπει πρόωρα τη συγκέντρωση, χωρίς να κάνει τη συνηθισμένη του ομιλία και χωρίς να γίνει αρχικά μια δήλωση για αυτή την ξαφνική αναχώρηση.

Μόνο κατά τις 10 μ.μ. ο Γκαίμπελς ανακοινώνει τον θάνατο του Ρατ και κάνει μια υποδαυλιστική ομιλία: Στα γκάου [επαρχίες] Κούρεσεν και Μαγδεμβούργο-Άνχαλτ –κατά τον Γκαίμπελς- είχαν λάβει ήδη χώρα αντι-εβραϊκά «συλλαλητήρια», στα οποία έγιναν συντρίμμια καταστήματα των Εβραίων και πυρπολήθηκαν συναγωγές. Ο Χίτλερ –πάλι κατά τον Γκαίμπελς- αποφάσισε «ότι τέτοιου είδους ενέργειες ούτε προετοιμάστηκαν από το κόμμα ούτε οργανώθηκαν από αυτό. Στο βαθμό που προέκυψαν αυθόρμητα δεν πρέπει να αντιταχθεί κανείς σ’ αυτά». Το αποτέλεσμα αυτής της σύντομης ομιλίας ήταν ότι τα πολυάριθμα υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος που ήταν παρόντα έτρεξαν στα πλησιέστερα διαθέσιμα τηλέφωνα, για να μεταδώσουν στους υφιστάμενούς τους την εντολή για το πογκρόμ.

Οι φράσεις του Γκαίμπελς, όπως αναφέρθηκε σε μια ανακριτική έκθεση του κομματικού δικαστηρίου τον Φεβρουάριο του 1939, από όλα τα υψηλόβαθμα στελέχη «κατανοήθηκαν έτσι, που το κόμμα να μην εμφανιστεί προς τα έξω ως ο υποκινητής των ενεργειών, στη πραγματικότητα, όμως, θα ‘πρεπε να τις οργανώσει και να τις εκτελέσει». Προφανώς, ο Γκαίμπελς –κατά το κομματικό δικαστήριο- το εννοούσε επίσης ακριβώς έτσι. Για τους δραστήριους εθνικοσοσιαλιστές «από την εποχή των αγώνων» -εδώ εννοούνταν η Δημοκρατία της Βαϊμάρης μέχρι το διορισμό του Χίτλερ σε καγκελάριο του Ράιχ στις 30 Ιανουαρίου 1933- είναι «αυτονόητο ότι οι ενέργειες στις οποίες το κόμμα δε θέλει να εμφανιστεί ως διοργανωτής, δεν διατάσσονται με τη μέγιστη σαφήνεια και με κάθε λεπτομέρεια».

Η ανακριτική έκθεση ανέφερε επιπλέον ότι ο Γκαίμπελς το απέδωσε σύμφωνα με το νόημα, όταν του ανακοινώθηκε η πρώτη δολοφονία ενός Εβραίου κατά τις δύο η ώρα το πρωί στις 10 Νοεμβρίου: «Αυτός που έδωσε την πληροφορία δεν έπρεπε να αναστατωθεί εξαιτίας ενός νεκρού Εβραίου˙ στις επόμενες ημέρες θα ‘πρεπε να το πιστέψουν χιλιάδες Εβραίοι». Από δω, το κομματικό δικαστήριο συμπέρανε «ότι η τελική επιτυχία ήταν ηθελημένη, υπολογίστηκε όμως τουλάχιστον ως πιθανή και επιθυμητή. Στη συνέχεια όμως ο ατομικός δράστης εφαρμόζει στην πράξη όχι μόνο την υποτιθέμενη, αλλά την ασαφή μεν, σωστή όμως αναγνωρισθείσα βούληση της ηγεσίας.»

Προκειμένου να εμποδιστεί η ποινική δίωξη των πράξεων που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του πογκρόμ, ο πρώσος πρωθυπουργός και ο υπουργός Εσωτερικών, Χέρμαν Γκαίρινγκ, αποκλείοντας ρητά τη δικαστική εξουσία, ανέθεσε στο κομματικό δικαστήριο και στη Γκεστάπο όλες τις έρευνες. Οι περισσότερες δίκες σταμάτησαν. Ένας στούρμφυρερ [αντιστοιχεί στο βαθμό του ανθυπολοχαγού, ΠΓ] των Ταγμάτων Εφόδου δέχτηκε μια προειδοποίηση επειδή είχε πυροβολήσει θανάσιμα ένα ζευγάρι Εβραίων «σε αντίθεση με μια διαταγή που δόθηκε», όπως έγινε δεκτό σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση. Μόνο λίγοι άνθρωποι των Ταγμάτων Εφόδου, οι οποίοι διέπραξαν βιασμούς, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε πολύ μικρές ποινές: όχι λόγω των εγκληματικών τους πράξεων ως τέτοιες, αλλά λόγω της «φυλετικής ντροπής».

Ο Ρατ είχε πεθάνει περίπου τέσσερις ώρες πριν την έναρξη της κομματικής συγκέντρωσης. Από το Ημερολόγιο του Γκαίμπελς γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι είχε λάβει την είδηση του θανάτου ήδη αργά το απόγευμα. Προφανώς, στο αξίωμά του ως υπουργός Προπαγάνδας είχε φροντίσει, ώστε η είδηση να μην διαδοθεί από τη ραδιοφωνία και τις βραδινές εφημερίδες. Το ότι ο Χίτλερ όμως δεν ήταν ενημερωμένος στις 9 μ.μ. είναι εξαιρετικά απίθανο. Η αποστολή των δυο γιατρών του στο Παρίσι είχε επίσης ασφαλώς σκοπό να ενημερώνεται διαρκώς για την τρέχουσα κατάσταση.


Εκδίκηση για τη μαχαιριά

Το γεγονός ότι ο Ρατ πέθανε ακριβώς στις 9 Νοεμβρίου, την ημέρα της επετείου της απόπειρας πραξικοπήματος του 1923, ήταν απ’ τη σκοπιά της σκηνοθεσίας του πογκρόμ μια πολύ ευνοϊκή, μάλιστα απαραίτητη περίσταση: Την ημέρα εκείνη όλο το κόμμα μαζί με τις συνδεδεμένες με αυτό Οργανώσεις βρισκόταν στο Ράιχ σε «εορταστική» διάθεση και μπορούσαν εύκολα να κινητοποιηθούν. Ένα μεγάλο μέρος από τα ανώτερα στελέχη του κόμματος, των Ταγμάτων Εφόδου και των Ες Ες είχαν συγκεντρωθεί για τους διήμερους εορτασμούς και τις συσκέψεις στο Μόναχο. Μπορούσε να απευθύνει κανείς αμέσως σ’ αυτούς το λόγο ως πολλαπλασιαστές. Μόνο σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο ήταν δυνατό να ξεκινήσει ένα πογκρόμ με μερικά φαινομενικά αυθόρμητα λόγια του υπουργού Προπαγάνδας, χωρίς μια ρητή και σαφή διαταγή. Βασικά, ήταν τόσο ιδιαίτερα ευνοϊκές οι περιστάσεις, που αμφιβάλει κανείς για την τυχαιότητα της ημερομηνίας.

Η έκπληξη ενισχύεται και από ένα άλλο στοιχείο: Η ημέρα θανάτου του Ρατ δεν ήταν μόνο η 15η επέτειος της απόπειρας πραξικοπήματος στο Μόναχο, αλλά ταυτόχρονα και η 20η επέτειος της 9ης Νοεμβρίου 1918. Η ημερομηνία αυτή στη ναζιστική ιδεολογία είχε μια κεντρική σημασία: Ήταν η ημέρα κατά την οποία ο γερμανός κάιζερ παραιτήθηκε και κήρυξε τη Δημοκρατία. Από τη γερμανο-εθνική και ναζιστική σκοπιά, η ημερομηνία αυτή σήμαινε τη μυστικοποιημένη στρατιωτική κατάρρευση λόγω «πισώπλατης μαχαιριάς του μετώπου»[1] και το μισητό κοινοβουλευτικό-δημοκρατικό «σύστημα».

Και για τα δυο, πέρα από το μαρξιστικό εργατικό κίνημα, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι κυρίως «οι Εβραίοι». Οι λέξεις «εγκληματίες του Νοεμβρίου» αποτελούσαν δημοφιλή βρισιά της ναζιστικής προπαγάνδας κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Με την ημερομηνία της 9ης Νοεμβρίου συνδέθηκε από την αρχή η σκέψη για εκδίκηση, όπως φέρεται να εξέφρασε ο Χίτλερ στις 21 Ιανουαρίου 1939 κατά την υποδοχή του τσεχοσλοβάκου υπουργού Εξωτερικών František Chvalkovský: «Οι Εβραίοι θα μας κατέστρεφαν. Την 9η Νοεμβρίου οι Εβραίοι δεν την είχαν κάνει μάταια, αυτή τη μέρα θα εκδικούνταν.»


Τα θύματα πληρώνουν τη ζημιά

Στις 12 Νοεμβρίου 1938 ο Γκαίρινγκ από το αξίωμά του ως εντεταλμένος του Τετράχρονου Σχεδίου προήδρευε σε μια συνεδρίαση, στην οποία σε μεγάλο βαθμό συμμετείχαν εκπρόσωποι διάφορων κυβερνητικών υπηρεσιών και του μηχανισμού της αστυνομίας. Στην αρχή ανακοίνωσε ότι «κατ’ εντολή του φύρερ (…) το εβραϊκό ζήτημα πρέπει τώρα να συνοψιστεί ενιαία και να διεκπεραιωθεί ούτως ή άλλως». Επειδή το «πρόβλημα» -κατά τον Γκαίρινγκ- είναι κυρίως οικονομικής φύσης, πρέπει «ο μοχλός να τεθεί» σ’ αυτόν τον τομέα.

Ως αποτέλεσμα της συνάντησης, ο Ερνστ Βέλμαν, ο οποίος συμμετείχε στη διάσκεψη ως Διευθυντής του Πολιτικού Τμήματος του υπουργείου Εξωτερικών, σημείωσε: 1. «Η αριοποίηση της οικονομίας πρέπει να επιταχυνθεί». 2. «Απαλλοτρίωση της εβραϊκής γαιοκτησίας, των έργων τέχνης, των κοσμημάτων, των μετοχών κτλ». 3. «Άμεση εξέταση από τα αρμόδια τμήματα του ζητήματος της καταναγκαστικής εργασίας του εβραϊκού προλεταριάτου. Εξέταση του ζητήματος του περιορισμού της ελευθερίας κίνησης και εγκατάστασης των Εβραίων (γκέτο)…» 6. «Η εβραϊκή μετανάστευση πρέπει να ενισχύεται με κάθε τρόπο». Σύμφωνα με το σημείο 8, στις σημειώσεις του διπλωμάτη αναφερόταν: «Αυστηρότερη απαγόρευση της αυθαίρετης δράσης άμεσα των κυβερνητών του Ράιχ και των Οργανώσεων του κόμματος». Αυτά συσχετίζονταν κυρίως με τις «άγριες αριοποιήσεις».

Στις 12 Νοεμβρίου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης του Ράιχ, δημοσιεύτηκαν επίσημα τρεις διατάξεις του Γκαίρινγκ δυνάμει της πληρεξουσιότητάς του ως εντεταλμένου για το Τετραετές Σχέδιο, «για την προστασία της γερμανικής φυλής». Συγκεκριμένα, επρόκειτο για τα ακόλουθα:

Πρώτο, το «Διάταγμα σχετικά με την παροχή εξιλέωσης των Εβραίων γερμανικής υπηκοότητας». Οι γερμανοί Εβραίοι «στο σύνολό τους» υποχρεώθηκαν να «καταβάλουν αποζημίωση» ενός δισεκατομμυρίου μάρκων του Ράιχ (RM) εξαιτίας της δολοφονίας του Ρατ. Ένα εκτελεστικό διάταγμα της 21ης Νοεμβρίου καθόριζε ότι όλοι οι Εβραίοι με περιουσιακά στοιχεία άνω των 5.000 RM, έπρεπε να πληρώσουν στην εφορεία μέχρι τις 15 Αυγούστου 1939 σε τέσσερις δόσεις το ένα πέμπτο της περιουσίας τους.

Δεύτερο, το «Διάταγμα για την εξάλειψη των Εβραίων από την οικονομική ζωή της Γερμανίας». Κατ’ αυτό τον τρόπο απαγορεύτηκε στους Εβραίους από την 1η Ιανουαρίου 1939 να λειτουργούν καταστήματα λιανικής πώλησης, καταστήματα αποστολής εμπορευμάτων και η ελεύθερη διαχείριση βιοτεχνικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, σε όλους τους Εβραίους απαγορεύτηκε «στις αγορές κάθε είδους και στις εκθέσεις να προσφέρουν εμπορεύματα ή υπηρεσίες, να διαφημίζουν εμπορεύματα ή να δέχονται παραγγελίες». Οι Εβραίοι δεν επιτρέπονταν πλέον να είναι «φύρερ των επιχειρήσεων», δηλαδή διευθυντές μιας επιχείρησης. Εβραίοι, οι οποίοι ήταν ανώτατα στελέχη έπρεπε να απολυθούν «χωρίς να πάρουν σύνταξη και αποζημίωση».

Τρίτο, το «Διάταγμα για την αποκατάσταση της όψης των οδών στις εβραϊκές επιχειρήσεις». Μ’ αυτό τον τρόπο, όλοι οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να «εξαλείψουν αμέσως» με δικά τους έξοδα τις ζημιές που είχε προκαλέσει ο ναζιστικός εσμός κατά τη διάρκεια των ημερών του πογκρόμ στα καταστήματα και στις κατοικίες τους. Την παρότρυνση για αυτό την είχαν κάνει προς τον Γκαίρινγκ οι μεγάλες ασφαλιστικές εταιρίες, οι οποίες ήθελαν να γλυτώσουν την πληρωμή εκατομμυρίων. Ασφαλώς, δεν υπολόγιζαν ότι ο Γκαίρινγκ θα διέταζε επιπλέον: «Οι απαιτήσεις για ασφαλιστικές αποζημιώσεις των Εβραίων (…) θα κατάσχονται προς όφελος του Ράιχ.»

Τα νέα μέτρα βασίζονταν ουσιαστικά σε εντολές του Χίτλερ. Ο Γκαίμπελς σημείωνε στο Ημερολόγιό του στις 11 Νοεμβρίου: «Ο φύρερ θέλει να προχωρήσει σε πολύ αυστηρά μέτρα εναντίον των Εβραίων. Πρέπει να τακτοποιήσουν ξανά οι ίδιοι τις επιχειρήσεις τους. Οι ασφαλιστικές εταιρίες δεν τους πληρώνουν τίποτα. Στη συνέχεια ο φύρερ θέλει να απαλλοτριώσει σταδιακά τις εβραϊκές επιχειρήσεις (…) Θα εκδώσω τις αντίστοιχες διατάξεις.»

Εκείνη την περίοδο συνέχιζαν ακόμη να ζουν στη Γερμανία –σύμφωνα με τα κριτήρια των ναζί- περισσότεροι από μισό εκατομμύρια Εβραίοι. Περίπου 515.000 ήταν κατά τη χρονική στιγμή της παράδοσης της εξουσίας στον Χίτλερ τον Ιανουάριο του 1933. Στις αρχές του 1938 ο αριθμός των Εβραίων που ζούσαν στο Γερμανικό Ράιχ είχε πέσει στους 350.000. Σ’ αυτούς όμως προστέθηκαν 190.000 τον Μάρτιο του 1938 με την «προσάρτηση» της Αυστρίας.

Ήδη, πριν από την 9η Νοεμβρίου 1938, η ναζιστική ηγεσία ήταν αποφασισμένη να εντείνει την καταπίεση και την εκδίωξη των γερμανών Εβραίων. Αυτό ήταν στενά συνδεδεμένο με το γεγονός ότι για το 1939 είχε σχεδιαστεί μια πολεμική αντιπαράθεση, χωρίς, ωστόσο, να έχει καθοριστεί οριστικά ενάντια σε ποιον και σε ποια έκταση. Η προσάρτηση των λεγόμενων περιοχών των Σουδητών μετά τη συνάντηση κορυφής του Μονάχου (στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1938), ήταν η τελευταία κατάκτηση την οποία ο Χίτλερ ήθελε να κάνει με τη διπλωματία μέσω διαπραγματεύσεων. Στη συνέχεια, δεν ελήφθησαν σχεδόν καθόλου υπόψη τα ζητήματα τακτικής και στις ενέργειες κατά των Εβραίων εξαλείφθηκαν σχεδόν όλες οι αναστολές.

Αμέσως μετά το πογκρόμ του Νοεμβρίου, άρχισε να γίνεται ανοιχτά λόγος για την εξόντωση των Εβραίων στον επικείμενο πόλεμο. Την αρχή έκανε ο Γκαίρινγκ κατά τη διάρκεια της Διακυβερνητικής Διάσκεψης που συγκάλεσε και διεύθυνε στις 12 Νοεμβρίου 1938: «Αν το Γερμανικό Ράιχ έρθει σε σύγκρουση [σε ζητήματα] εξωτερικής πολιτικής οποιαδήποτε στιγμή στο άμεσο μέλλον, τότε είναι αυτονόητο ότι (…) θα θυμηθούμε πρωτίστως να εκτελέσουμε το μεγάλο ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τους Εβραίους.»


Οι Εβραίοι ως «ενέχυρο»

Το όργανο των Ες Ες, Das Schwarze Korps, αιτιολόγησε στην έκδοσή του της 24ης Νοεμβρίου 1938, για ποιο λόγο μέχρι τότε –με βάση το δικό του πρόγραμμα- έπρεπε να επιλεγεί μια σχετικά αργή, σταδιακή προσέγγιση στην αντι-εβραϊκή πολιτική: Το 1933 η Γερμανία δεν διέθετε ακόμη τη στρατιωτική ισχύ που έχει τώρα. «Την περίοδο εκείνη οι Εβραίοι ίσως να πετύχαιναν την υποδαύλιση των λαών σ’ έναν εκδικητικό πόλεμο εναντίον μας». Τώρα, όμως, δεν μπορεί πλέον καμιά δύναμη στον κόσμο να εμποδίσει τη Γερμανία «να οδηγήσει από δω και μπρος το εβραϊκό ζήτημα στη λύση του». Το αποτέλεσμα θα είναι «το πραγματικό και οριστικό τέλος του εβραϊσμού στη Γερμανία, η πλήρης εξόντωσή του».

Τέλος, η ανακοίνωση του Χίτλερ στο Ράιχσταγκ στις 30 Ιανουαρίου 1939, την έκτη επέτειο του διορισμού του ως καγκελαρίου, ήταν αναμφισβήτητη: «Αν ο διεθνής οικονομικός εβραϊσμός κατορθώσει μέσα και έξω από την Ευρώπη να ρίξει τους λαούς για μια ακόμη φορά σ’ έναν παγκόσμιο πόλεμο, τότε αυτό δε θα είναι αποτέλεσμα μπολσεβικοποίησης της Γης και, επομένως, νίκη του εβραϊσμού, αλλά η εξόντωση της εβραϊκής φυλής στην Ευρώπη.»

Ο Χίτλερ επανέλαβε αυτή την απειλή πολλές φορές δημοσίως κατά τη διάρκεια του πολέμου, για πρώτη φορά στις 30 Ιανουαρίου 1941. Ενδεχομένως αυτό να συνδέθηκε με την πρόθεση, οι Εβραίοι που ζούσαν στη Γερμανία καθώς και αυτοί που βρίσκονταν στη γερμανική σφαίρα επιρροής, να χρησιμοποιούνταν ως όμηροι ενάντια σε μια επέμβαση των ΗΠΑ στον πόλεμο. Ο Γκαίμπελς είχε ήδη σημειώσει στο Ημερολόγιό του στις 25 Ιουλίου 1938: «Το κύριο ζήτημα είναι να ωθηθούν έξω οι Εβραίοι. Σε 10 χρόνια πρέπει να έχουν απομακρυνθεί από τη Γερμανία. Προσωρινά, όμως, θέλουμε να κρατήσουμε εδώ τους Εβραίους ως ενέχυρο.»
______

Σημειώσεις

[1] Ο Μύθος της πισώπλατης μαχαιριάς ήταν μια θεωρία συνομωσίας που δημιουργήθηκε από την γερμανική Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού, η οποία για τη στρατιωτική ήττα του Γερμανικού Ράιχ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έριχνε το φταίξιμο κυρίως στη σοσιαλδημοκρατία, σε άλλους δημοκράτες πολιτικούς, καθώς και στο «μπολσεβικικό εβραϊσμό». Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ο γερμανικός στρατός παρέμεινε «αήττητος στα πεδία των μαχών» κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ «χτυπήθηκε πισώπλατα» στην πατρίδα, δηλαδή πίσω από το μέτωπο, από αντιπολιτευόμενους «απάτριδες» πολίτες. Οι αντισημίτες συνέδεσαν επιπλέον τους «εσωτερικούς» και «εξωτερικούς εχθρούς του Ράιχ» με την αυταπάτη περί «διεθνούς εβραϊσμού». Ο μύθος αυτός εξυπηρετούσε τα δεξιά εξτρεμιστικά κόμματα και ομάδες στην προπαγάνδα τους ενάντια στους στόχους της Νοεμβριανής Επανάστασης, τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών που χαρακτηρίστηκαν ως «υπαγόρευση ντροπής», στα αριστερά κόμματα και στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Η θεωρία αυτή ήταν μια συνειδητά κατασκευασμένη παραχάραξη της Ιστορίας και μια ιδεολογία δικαιολόγησης των στρατιωτικών και εθνικο-συντηρητικών ελίτ της γερμανικής αυτοκρατορίας. Στο γερμανικό φασισμό παρείχε επιχειρήματα και ευνόησε την άνοδό του στην εξουσία (ΣτΜ).


Πηγή: junge Welt, 09.11.2018

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.