Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

Κλιματική αλλαγή: προβλέψιμη καταστροφή


Η νέα έκθεση του Συμβουλίου του ΟΗΕ για το Κλίμα καθιστά και πάλι σαφές: Η ανθρωπογενής υπερθέρμανση του πλανήτη θα αλλάξει θεμελιωδώς τον κόσμο. Ένας περιορισμός στους 1,5 βαθμούς Κελσίου θα ήταν το λιγότερο που μπορεί να γίνει για να μειωθούν οι επιπτώσεις.

του Wolfgang Pomrehn

Η κατάσταση του παγκόσμιου κλίματος δεν είναι καλή. Πρόσφατα, το καλοκαίρι που πέρασε έδωσε στους κατοίκους της κεντρικής και νότιας Ευρώπης μια μικρή ιδέα για αυτό. Η Σουηδία χτυπήθηκε από μια πρωτοφανή σειρά σοβαρών δασικών πυρκαγιών, στη Γερμανία η ξηρασία και η ζέστη προκάλεσαν ζημιές στις καλλιέργειες που ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια και σήμερα στην ανατολική Γερμανία εξακολουθεί να υπάρχει τέτοια ξηρασία, που ακόμη και τα σιτηρά του χειμώνα θα υποστούν σοβαρές ζημιές, επειδή οι σπόροι δεν φυτρώνουν. Ωστόσο, η ιβηρική χερσόνησος, μέρη της νότιας Γαλλίας και οι Βαλεαρίδες Νήσοι χτυπήθηκαν ταυτόχρονα στα μέσα Οκτωβρίου από το πέρασμα δυο τυφώνων που προκάλεσαν δραματικές πλημμύρες με πολλούς νεκρούς.

Τις περισσότερες φορές είναι δύσκολο να ταξινομηθούν τα μεμονωμένα ακραία γεγονότα υπερθέρμανσης του πλανήτη. Η τάση όμως είναι σαφής: Με την αύξηση της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας αυξάνεται επίσης ο αριθμός και η ένταση της ισχυρής κακοκαιρίας και των ξηρασιών. Το Συμβούλιο του ΟΗΕ για το Κλίμα, η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC, Intergovernmental Panel on Climate Change), συνόψισε σε μια πρόσφατη ειδική έκθεση[1] την κατάσταση της θέρμανσης. Αυτό τής το ζήτησε η Διάσκεψη για την Αλλαγή του Κλίματος το 2015 που έγινε στο Παρίσι. Κυρίως, όμως, οι κυβερνήσεις που συγκεντρώθηκαν τότε στη γαλλική πρωτεύουσα, ήθελαν να απαντηθεί το ερώτημα, τι πρέπει να αναμένεται όταν η θερμοκρασία του πλανήτη αυξηθεί κατά 1,5 βαθμούς Κελσίου και ποια θα ήταν η διαφορά αυτή αν η θερμοκρασία αυξάνονταν κατά δύο βαθμούς Κελσίου. 

Οι δύο βαθμοί Κελσίου σε παγκόσμιο μέσο όρο πάνω από το προβιομηχανικό επίπεδο, θεωρούνταν μέχρι σήμερα στα επίσημα ντοκουμέντα των Διασκέψεων του ΟΗΕ για το Κλίμα ως το όριο που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να γίνει υπέρβασή του. Έτσι αναφέρεται σε διάφορες δηλώσεις των διασκέψεων κορυφής για το κλίμα από την περίοδο της συνάντησης στο Κανκούν του Μεξικού το 2010, και έτσι διατηρήθηκε κυρίως το 2015 στη Συμφωνία για το κλίμα στο Παρίσι. Εκεί αναφέρεται ότι «η άνοδος της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας πρέπει να (διατηρηθεί) αρκετά κάτω από τους δυό βαθμούς Κελσίου σε σύγκριση με το προβιομηχανικό επίπεδο και να καταβληθούν προσπάθειες για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς Κελσίου συγκριτικά με το προβιομηχανικό επίπεδο».

Αυτό το τελευταίο, το σημείο των 1,5 βαθμών Κελσίου, ζητείται εδώ και πολύ καιρό από χώρες όπως η Βολιβία και, κυρίως, από πολλά νησιωτικά κράτη. Ακόμη και δυό βαθμοί υπερθέρμανσης του πλανήτη θα μπορούσαν για πολλά νησιωτικά κράτη ή χαμηλές παράκτιες περιοχές να είναι πολύ. Ένας αυξανόμενος αριθμός επιστημόνων φοβάται ότι ακόμη και με μια τέτοια αύξηση της θερμοκρασίας θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τις μεγάλες μάζες πάγου στη Γροιλανδία και στην Ανταρκτική. Τότε θα χρειάζονταν μεν πολλές ακόμη χιλιετίες έως ότου εξαφανίζονταν ολοκληρωτικά ο πάγος, στα μεγάλα, όμως, στρώματα πάγου έχει παγώσει αρκετό νερό, που θα ανεβάσει πολύ πριν τη στάθμη της θάλασσας περισσότερο από 60 μέτρα. Οι επιπτώσεις θα ήταν καταστρεπτικές, επειδή με τη στάθμη της θάλασσας αυξάνει και η καταστροφική δύναμη των πλημυρών και μάλιστα δυσανάλογα.


Πως λειτουργεί η IPCC;

Η ειδική έκθεση που παρουσιάστηκε το πρώτο δεκαπενθήμερο είχε σκοπό να συνοψίσει την κατάσταση της επιστημονικής έρευνας και τους συγγενικούς τομείς, παρέχοντας έτσι μια καλύτερη βάση στις διαπραγματεύσεις. Μεταξύ άλλων, πρόκειται για μέτρα που θα ήταν απαραίτητα για την επίτευξη του στόχου. Εδώ είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς ότι η IPCC δεν είναι κάποιο οποιοδήποτε ερευνητικό ίδρυμα, όπως ισχυρίζονται με ευχαρίστηση οι αντίπαλοι των μέτρων προστασίας του κλίματος στη δημόσια συζήτηση σ’ αυτή τη χώρα και, κυρίως, στις ΗΠΑ. Πολύ περισσότερο, πρόκειται για έναν διεθνή Οργανισμό και, μάλιστα, έναν Οργανισμό του ΟΗΕ ίσως με το λιγότερο προσωπικό. Συνολικά 13 εργαζόμενοι βρίσκονται στο Γραφείο της Γενεύης της IPCC και φροντίζουν για τις δημόσιες σχέσεις, τις διεθνείς διασκέψεις, τη δημοσίευση εκθέσεων και την επικοινωνία μεταξύ των επιστημόνων που κάνουν προεργασίες.

Τα μέλη της IPCC είναι 195 –δηλαδή σχεδόν όλα τα κυρίαρχα κράτη, μεταξύ αυτών και η Γερμανία. Ο Οργανισμός ιδρύθηκε το 1988 ενόψει των πρώτων διεθνών διαπραγματεύσεων για το κλίμα με την υποστήριξη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ από τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό WMO, που είναι ο κεντρικός Οργανισμός των εθνικών μετεωρολογικών υπηρεσιών, και ιδρύθηκε στο Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα UNEP του ΟΗΕ. Οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών εκλέγουν τον πρόεδρο της IPCC, τους αναπληρωτές του καθώς και τους συντονιστές των τριών ομάδων εργασίας.

Όταν είναι να εκτελεστεί εργασία για μια νέα έκθεση, όπως αυτή που δημοσιεύτηκε τώρα, οι πρόεδροι και οι συντονιστές επιλέγουν από μια λίστα μελών προταθέντων επιστημόνων τους λεγόμενους κύριους συγγραφείς. Στην περίπτωση της παρούσας έκθεσης αυτοί ήταν 91 ειδικοί, οι οποίοι με τη σειρά τους προσκάλεσαν 250 επιστήμονες από τους αντίστοιχους κλάδους να συμμετάσχουν στην έκθεση.

Συνολικά συναντήθηκαν περί τους 250 συγγραφείς από 64 χώρες, οι οποίοι έλαβαν υπόψη περισσότερα από 6.000 επιστημονικά άρθρα που δημοσιεύτηκαν μέχρι τα μέσα Μαΐου ή που έγιναν δεκτά από εξειδικευμένα περιοδικά προς δημοσίευση. Παρεμπιπτόντως, κανένας από τους επιστήμονες δεν πληρώθηκε για αυτή την εργασία από την IPCC. Αυτή παρέχεται εθελοντικά ή χρηματοδοτείται έμμεσα από τα εκάστοτε πανεπιστήμια ή από τα ερευνητικά ιδρύματα στα οποία εργάζονται οι επιστήμονες.

Οι κυβερνήσεις των 195 κρατών-μελών έχουν επιρροή στις εργασίες της IPCC μέσω των ολομελειών και των συνεδριάσεων των ομάδων εργασίας. Επιπλέον, σ’ αυτές καθώς και στους ειδικούς επιστήμονες παρουσιάζονται τα σχέδια εκθέσεων και λαμβάνονται υπόψη αντίστοιχα, τα σχόλια, οι προτάσεις, οι προσθήκες και οι κριτικές στην τελική διατύπωση. Ακόμη, το κείμενο της «Σύνοψης για τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων», το οποίο προηγείται από κάθε έκθεση και συνήθως διαδίδεται ευρύτερα από την πραγματική έκθεση, ψηφίζεται και επικυρώνεται από τις κυβερνήσεις. Ωστόσο, οι επιστήμονες εδώ έχουν δικαίωμα βέτο. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται να περιληφθούν στα κείμενα ψευδείς καταθέσεις λόγω πολιτικής πίεσης.

Η διαδικασία παρουσιάζεται εδώ με τέτοια λεπτομέρεια επειδή πολλές κυβερνήσεις σε πλούσιες χώρες και, όχι τελευταία, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση [της Γερμανίας], πολύ θα ‘θελαν να αγνοήσουν τα αποτελέσματα των εκθέσεων της IPCC. Μέλη των τοπικών κυβερνητικών κομμάτων, για παράδειγμα, που βρίσκονται στην κυβέρνηση του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, όταν το σχέδιο της τελευταίας έκθεσης της IPCC βρισκόταν στο τραπέζι τους πολύ πριν, εκκένωσαν με τη βία το δάσος Χάμπαχ, για να υποστηρίξουν την εξόρυξη άνθρακα από το RWE [Εργοστάσιο Ηλεκτρισμού Ρηνανίας-Βεστφαλίας]. Ή: Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στην Ουάσιγκτον, περίπου 48 ώρες μετά τη δημοσίευση της έκθεσης, ότι δε μπορεί να πει τίποτα για τα συμπεράσματα, αλλά ότι πρέπει πρώτα να δει πάνω σε ποια βάση είχαν βγει. Οι συνεργάτες του, επομένως, είτε δεν τον πληροφόρησαν είτε ο Πρόεδρος είπε ξανά ψέματα μπροστά στην κάμερα.


Η υπάρχουσα κατάσταση

Η IPCC διαπιστώνει κατ’ αρχή στη σύνοψή της μέσω του επιπέδου [που βρίσκονται οι σημερινές] επιστήμες, ότι η κλιματική αλλαγή εδώ και πολύ καιρό δεν αποτελεί πλέον υπόθεση, ούτε είναι απλά μια προβολή στο εγγύς ή στο μακρινό μέλλον. Πολύ περισσότερο, ο άνθρωπος με τις μέχρι τώρα εκπομπές του αερίων του θερμοκηπίου –ουσιαστικά πρόκειται εδώ για το διοξείδιο του άνθρακα (CO2)- φέρει την ευθύνη για την αύξηση της θερμοκρασίας από 0,8 έως 1,2 βαθμούς σε σύγκριση με το προβιομηχανικό επίπεδο. Η δεκαετία από το 2006 έως το 2015 ήταν κατά μέσο όρο πιο θερμή από 0,75 έως 0,99 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

«Ένα από τα βασικά μηνύματα αυτής της έκθεσης είναι», δήλωσε ο Zhai Panmao από την Κινεζική Ακαδημία Μετεωρολογικών Επιστημών και συμπρόεδρος της Ομάδας Εργασίας Ι της IPCC κατά την παρουσίαση του κειμένου πριν από περίπου δυο βδομάδες στην Ίντσον της Νότιας Κορέας, «ότι βλέπουμε ήδη τις συνέπειες της αύξησης της θερμοκρασίας στον πλανήτη κατά ένα βαθμό και, μάλιστα, μεταξύ άλλων, με περισσότερα ακραία καιρικά φαινόμενα και αυξανόμενη στάθμη της θάλασσας». Αν συνεχιστεί ο τωρινός ρυθμός, τότε η ανθρωπογενής, δηλαδή αυτή που οφείλεται στον άνθρωπο, υπερθέρμανση του πλανήτη, θα έχει φθάσει κάποια στιγμή μεταξύ 2030 και 2052 τους 1,5 βαθμούς Κελσίου πάνω από το προβιομηχανικό επίπεδο.

Εδώ εννοείται πάντα η θερμοκρασία όλης της γήινης σφαίρας και αυτή του αέρα σε απόσταση δυο μέτρων πάνω από το έδαφος, υπολογιζόμενη για όλο το έτος. Αυτή η τιμή ισχύει γενικά ως μέτρο επειδή μπορεί να καταγραφεί ευκολότερα. Για τις θάλασσες μετριέται η θερμοκρασία της επιφάνειας του νερού.

Ωστόσο, μερικές περιοχές θερμαίνονται γρηγορότερα απ’ ό,τι ο μέσος όρος. Αφενός, η αύξηση της θερμοκρασίας πάνω από τις ηπείρους είναι γενικά μεγαλύτερη απ’ ό,τι πάνω από τους ωκεανούς. Αφετέρου, η άνοδος της θερμοκρασίας στην Αρκτική είναι δύο έως τρεις φορές γρηγορότερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Αυτό οδηγεί εκεί σε σοβαρές συνέπειες: Το απόθεμα του παχιού, πολυετούς [στρώματος] πάγου στην Αρκτικό Ωκεανό έχει ήδη μειωθεί σημαντικά. Το καλοκαίρι ο πάγος της θάλασσας απελευθερώνει όλο και μεγαλύτερες επιφάνειες, έτσι που το νερό μπορεί να θερμαίνεται ολόκληρο το εικοσιτετράωρο από τον καλοκαιρινό ήλιο.


Συνέπειες της συρρίκνωσης του πάγου

Αυτό με τη σειρά του αυξάνει την υπερθέρμανση του πλανήτη. Αφενός άμεσα, επειδή αντανακλάται λιγότερη ηλιακή ακτινοβολία μέσω του πάγου στο διάστημα. Αφετέρου έμμεσα, επειδή οι γύρω περιοχές της βόρειας Σιβηρίας θερμαίνονται και εκεί ξεπαγώνει το μόνιμα παγωμένο έδαφος (πέρμαφροστ). Διατηρώντας μεγάλες ποσότητες οργανικού υλικού, που όταν το κλίμα γίνεται θερμότερο αποσυντίθεται από βακτήρια. Κατ’ αυτό τον τρόπο παράγεται διοξείδιο του άνθρακα και μεθάνιο, το οποίο είναι επίσης αέριο του θερμοκηπίου, κάτι που με η σειρά του ενισχύει την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Η συρρίκνωση του θαλάσσιου πάγου το καλοκαίρι είναι επίσης ύποπτη για το ότι κάνει άνω κάτω τον καιρό στα εύκρατα γεωγραφικά πλάτη. Η εξασθενισμένη αντίθεση (Kontrast) της θερμοκρασίας μεταξύ βορρά και νότου αλλάζει τον αεροχείμαρρο (Jet stream), εκείνο το ρεύμα υψομέτρου το οποίο ρέει μεταξύ σχεδόν 40 και 70 μοιρών βόρεια, μερικές φορές εντονότερα και μερικές φορές λιγότερο εντονότερα με τη μορφή μαιάνδρου. Αυτή η διαφορά καθορίζει την κατεύθυνση και την ταχύτητα των ζωνών χαμηλών πιέσεων και τη θέση των ζωνών υψηλής πίεσης. Συνήθως, η περιστροφή τους κινείται στο βορρά και στο νότο γύρω επίσης από τον πλανήτη, η εξασθένιση όμως της θερμοκρασιακής διαφοράς μερικές φορές τους σταματά. Η επίπτωση τότε μπορεί να είναι παρατεταμένες περίοδοι ζέστης και ξηρασίας.

Η καλοκαιρινή συρρίκνωση του πάγου γίνεται πιο έντονη με αυξανόμενη θέρμανση και, έτσι, αυξάνονται επίσης τα προβλήματα και οι κίνδυνοι που αναφέρθηκαν. Εντούτοις, ένα βασικό συμπέρασμα της έκθεσης της IPCC στο πλαίσιο αυτό, είναι ότι ακόμη και με μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά δυο βαθμούς Κελσίου, ο Αρκτικός Ωκεανός θα έχανε τον πάγο του τουλάχιστον μια φορά ανά δεκαετία το καλοκαίρι. Αντίθετα, αν μπορεί να περιοριστεί η θέρμανση στους 1,5 βαθμούς Κελσίου σε σύγκριση με το προβιομηχανικό επίπεδο, τότε θα ‘πρεπε να υπολογίζεται μια πολική θάλασσα χωρίς πάγο μόνο μια φορά ανά αιώνα.

Ως εκ τούτου, οι επιπτώσεις επίσης για το μόνιμα παγωμένο έδαφος θα ήταν μικρότερες. Ο περιορισμός της αύξησης της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς Κελσίου, σύμφωνα με την έκθεση, θα σήμαινε ότι τους επόμενους αιώνες η απώλεια του μόνιμα παγωμένου εδάφους που ξεπαγώνει, θα ήταν 1,5 έως 2,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα μικρότερη απ’ ό,τι αν αυξανόταν η θερμοκρασία του πλανήτη κατά δυό βαθμούς Κελσίου πάνω από το προβιομηχανικό επίπεδο (ένας βαθμός Κελσίου από σήμερα). Στην Αρκτική, με μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1,5 βαθμούς Κελσίου μακροπρόθεσμα, δηλαδή, κατά τη διάρκεια πολλών αιώνων, θα χαθούν πιθανότατα 21% έως 37% του μόνιμα παγωμένου εδάφους, ενώ με μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά δυο βαθμούς Κελσίου η απώλεια θα αυξανόταν στο 37% έως 47%.

Το μόνιμα παγωμένο έδαφος μέχρι τώρα καταλαμβάνει μεγάλες εκτάσεις γης. Σήμερα περίπου 22,8 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα ξηράς είναι μονίμως παγωμένα. Αυτό αντιστοιχεί σε κάτι περισσότερο απ’ ό,τι η έκταση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Ινδίας παρμένες μαζί, ή στο 15,3% της έκτασης όλων των ηπείρων. Το μεγαλύτερο μέρος απ’ αυτό βρίσκεται στη Σιβηρία καθώς και στην Ανταρκτική. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι ένα ξεπάγωμα αυτών των όχι και τόσο φιλικών προς τη ζωή περιοχών θα ήταν ευλογία για τις ενδιαφερόμενες χώρες. Αυτό είναι εν μέρει σωστό. Οι δρόμοι και τα κτίρια σ’ αυτές τις περιοχές απειλούνται από το ξεπάγωμα του υπεδάφους, επειδή αυτό τις περισσότερες φορές μετατρέπεται σε ελώδες τοπίο. Επιπλέον, εντείνεται η διάβρωση στις ακτές του Αρκτικού Ωκεανού όταν στις σημερινές ακτές, που η θάλασσα είναι συχνά για μεγαλύτερο διάστημα ελεύθερη από πάγο, τις χτυπούν τα κύματα. Αυτός είναι ο λόγος που στην Αλάσκα έχουν ήδη μετεγκατασταθεί τα χωριά, όπου οι παθόντες τις περισσότερες φορές πρέπει να αγωνιστούν για να αποζημιωθούν.


Αλληλεπιδράσεις

Ωστόσο, τις μεγαλύτερες επιπτώσεις θα τις έχει η απώλεια του μόνιμα παγωμένου εδάφους λόγω των πρόσθετων αερίων του θερμοκηπίου που απελευθερώνονται. Αρχικά, το καλοκαίρι δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Geosciences ένα άρθρο σύνοψης[2] πολλών ευρωπαίων, βορειοαμερικανών και κινέζων συγγραφέων, στο οποίο συγκεντρώθηκαν οι γνώσεις για προηγούμενες θερμές περιόδους. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι η λεγόμενη εποχή Έιμ[3] πριν από 129.000 έως 116.000 χρόνια όσο και η θερμή περίοδος πριν από 410.000 έως 400.000 χρόνια, χαρακτηριζόταν απ’ το γεγονός ότι οι θερμοκρασίες στα υψηλά βόρεια γεωγραφικά πλάτη παρέμειναν σταθερές για πολλές χιλιετίες πάνω από τα σημερινά επίπεδα. Την εποχή εκείνη εξαφανίστηκαν, [σύμφωνα με το δημοσίευμα], μεγαλύτερα τμήματα στρώματος πάγου στη Γροιλανδία καθώς και πάγος στην Ανταρκτική και η στάθμη της θάλασσας βρισκόταν περισσότερο από έξι μέτρα πιο πάνω συγκριτικά με το προβιομηχανικό επίπεδο. Το συμπέρασμά τους: Με μια παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας κατά δυό βαθμούς Κελσίου θα επαναλαμβάνονταν πιθανότατα κάτι παρόμοιο στους επόμενους αιώνες και στις επόμενες χιλιετίες. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα επιταχύνονταν σημαντικά σε σύγκριση με το σημερινό επίπεδο περίπου 30 εκατοστόμετρα (cm) ανά αιώνα. Επειδή τα περισσότερα κλιματικά μοντέλα αυτή την άνοδο, η οποία συνιστάται από την παλαιοκλιματολογία, δε μπορούν να την προσομοιώσουν, οι συγγραφείς ξεκινούν απ’ το ότι υπάρχουν μακροπρόθεσμες αλληλεπιδράσεις στο κλιματικό σύστημα, οι οποίες μέχρι τώρα δεν κατανοήθηκαν σωστά και δεν έχουν απεικονιστεί στα μοντέλα. Ένας υποψήφιος θα ήταν για αυτό η απελευθέρωση αερίων του θερμοκηπίου από τα άλλοτε παγωμένα εδάφη, ένας άλλος η σημασία των προτσές [που λαμβάνουν χώρα] στα σύννεφα.

Σημαντικό για τα πολιτικά συμπεράσματα είναι κυρίως ότι αυτές οι ενδείξεις από το παρελθόν της Γης μιλούν υπέρ τού να περιοριστεί όσο το δυνατό περισσότερο η θέρμανση. Μια αύξηση της στάθμης της θάλασσας κατά έξι ή και περισσότερα μέτρα θα απειλούσε πυκνοκατοικημένες περιοχές καθώς και αυτές της δυτικής Αφρικής και του Μπαγκλαντές, όλο το νότιο Βιετνάμ και τις μεγαλουπόλεις όπως η Σαγκάη και η Νέα Υόρκη. Η Ολλανδία θα έχανε πιθανώς το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους της και πολλά νησιωτικά κράτη θα εξαφανίζονταν εντελώς από πλημμύρες. Αυτά είναι συνήθως μακροχρόνια προτσές, αλλά ακόμη και μέχρι τα τέλη του αιώνα, ένας περιορισμός της αύξησης της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς Κελσίου θα έκανε την άνοδο των ωκεανών να είναι χαμηλότερη κατά δέκα εκατοστόμετρα (cm). Αυτό θα προφύλασσε περίπου δέκα εκατομμύρια ανθρώπους από το να χάσουν τα σπίτια τους και τα μέσα διαβίωσής τους.

Η άνοδος όμως της στάθμης της θάλασσας είναι ένας από τους πολλούς κινδύνους που συνδέονται με την υπερθέρμανση του πλανήτη και οι περισσότεροι από τους κινδύνους αυτούς, αυτό καθιστά η έκθεση σαφές, θα είναι μεγαλύτεροι σ’ έναν θερμότερο κατά δυό βαθμούς κόσμο, απ’ ό,τι εάν μπορεί να περιοριστεί η θέρμανση στους 1,5 βαθμούς Κελσίου.

Εδώ περιλαμβάνονται κίνδυνοι για την υγεία από την εξάπλωση τροπικών ασθενειών και αυξανόμενοι καύσωνες, κυρίως, όμως, διάφοροι κίνδυνοι για τη διατροφή του πληθυσμού παγκοσμίως: Με αυξανόμενη θέρμανση θα μειωθούν σημαντικά τα αλιεύματα, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη. Με μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά δυο βαθμούς Κελσίου θα εξαλειφθούν όλοι οι κοραλλιογενείς ύφαλοι των θερμών νερών, οι οποίοι έχουν μεγάλη σημασία για την αλιεία. Με μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1,5 βαθμούς Κελσίου θα μπορούσε ίσως να διατηρηθεί ακόμη ένα μέρος. Με την οξίνιση επίσης των θαλασσών –που δεν είναι αποτέλεσμα της θέρμανσης, αλλά της υψηλότερης συγκέντρωσης του αερίου του θερμοκηπίου διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα- θα μειώνονται όλο και περισσότερο τα αποθέματα ψαριών.

Στα παραπάνω προστίθενται [ακόμη] τεράστια προβλήματα για την αγροτική οικονομία. Υπό το στρες της ζέστης τα φυτά μεγαλώνουν πιο άσχημα, επιπλέον, οι σοδειές καταστρέφονται συχνότερα από ξηρασίες και ακραίες βροχοπτώσεις. Μερικά είδη σιτηρών πιθανώς να αναπτυχθούν ταχύτερα λόγω της υψηλότερης συγκέντρωσης διοξειδίου του άνθρακα, θα περιέχουν όμως λιγότερες πρωτεΐνες. Αναφορικά με το ρύζι, αυτό θα οδηγήσει επίσης σε μια χαμηλότερη περιεκτικότητα σε βιταμίνες. Ταυτόχρονα, η απόδοση σε σιτηρά, καλαμπόκι, ρύζι και σόγια μειώνεται ήδη παγκοσμίως κατά 3% έως 16% λόγω του όζοντος. Η επιθετική ένωση οξυγόνου είναι μεν βραχύβια, αποτελεί όμως ένα πολύ αποτελεσματικό αέριο του θερμοκηπίου. Δεύτερο, το όζον προσβάλλει τα φυτά καθώς και τις αναπνευστικές οδούς των ανθρώπων. Αυτό προκαλείται, αφενός, από τις φωτοχημικές αντιδράσεις μεταξύ καυσαερίων από σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και κινητήρων εσωτερικής καύσης και, αφετέρου, από την ακτινοβολία του ήλιου. Συνεπώς, μια δραστική μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων θα είχε άμεσες θετικές επιπτώσεις στις γεωργικές αποδόσεις.


Είναι καιρός

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι πρέπει να παρθούν μέτρα άμεσα. Επιστήμονες προειδοποιούν εδώ και πάνω από δέκα χρόνια ότι οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου πρέπει να μειωθούν το αργότερο από το 2020. Η νέα έκθεση καθιστά σαφές ότι αυτή είναι πραγματικά η τελευταία ημερομηνία. Αν τα μέτρα προστασίας του κλίματος καθυστερήσουν και άλλο, τότε ένας περιορισμός αύξησης της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς Κελσίου θα είναι ουσιαστικά αδύνατος και με κάθε επιπλέον χρόνο αναμονής θα αυξηθούν όχι μόνο οι μελλοντικές ζημιές, αλλά και τα οικονομικά κόστη αναδιοργάνωσης της βιομηχανίας.

Μέχρι το 2030 οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα θα πρέπει να μειωθούν κατά 45% και το αργότερο μέχρι το 2050 να μηδενιστούν. Αυτό σημαίνει ότι η ηλεκτρική ενέργεια πρέπει μελλοντικά να παρέχεται από τον αέρα, τον ήλιο και τη βιομάζα, ενώ στις συγκοινωνίες θα πρέπει να γίνει παραίτηση από τη βενζίνη και την ντίζελ. Όλα αυτά θα αποτελέσουν ένα γιγαντιαίο καθήκον, η έκθεση, όμως, ξεκαθαρίζει τρία πράγματα: Πρώτο, δεν υπάρχει καμιά λογική εναλλακτική λύση. Δεύτερο: είναι αναγκαίο ούτως ή άλλως να γίνουν τεράστιες επενδύσεις στον ενεργειακό εφοδιασμό και η μετάβαση στις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας αποτελεί μερικές φορές την καλύτερη επιλογή. Και τρίτο, η συντριπτική πλειοψηφία των σεναρίων που έχουν υπολογιστεί, δείχνει ότι ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί σε σημαντικό βαθμό με τη διεθνή συνεργασία, με ταυτόχρονη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας.
______

Σημειώσεις

[1] IPCC 2018: Global Warming of 1,5 Degrees Celsius. An IPCC Special Report on the Impacts of Global Warming of 1,5 Degrees Celsius above Pre-industrial Levels and Related Global Greenhouse Gas Emission Pathways, in the Context of Strengthening the Global Response to the Threat of Climate Change, Sustainable Development, and Efforts to Eradicate Poverty.

[2] Fischer, Hubertus et al.: Palaeoclimate Constraints on the Impact of 2 Degrees Celsius Anthropogenic Warming and beyond. Στο: Nature Geosciences (2018), Vol. 11.

[3] Η εποχή Έιμ πήρε την ονομασία της από έναν ομώνυμο ποταμό μήκους σχεδόν 19 χιλιομέτρων, ο οποίος βρίσκεται στην Ολλανδία, στα βόρεια της επαρχίας Ουτρέχτη. Το έτος 1875 εξορύχτηκε εκεί υλικό σε μια γεώτρηση που έγινε κοντά στην πόλη Αμερσφόρτ (ΣτΜ).


Πηγή: junge Welt, 25.10.2018

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.