Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

Τσε Γκεβάρα: Μια ζωή για την επανάσταση


του Volker Hermsdorf

«Ο Τσε μου έδειξε το δρόμο», τελειώνει με ένα ανέκδοτό του σχετικά με μια συνομιλία που είχε με τον Ερνέστο Γκεβάρα ο 83χρονος σήμερα ελβετός κοινωνιολόγος Ζαν Τσίγκλερ (Jean Ziegler). Ο Τσίγκλερ ήταν για δώδεκα ημέρες ο οδηγός του τότε κουβανού υπουργού Βιομηχανίας κατά τη διάρκεια μιας παγκόσμιας διάσκεψης για τη ζάχαρη που έλαβε χώρα στη Γενεύη το 1964. Όταν ο Ελβετός του είπε την παραμονή της αναχώρησής του, «Comandante, θα ‘θελα να έρθω μαζί σας», ο Γκεβάρα, με το λαδή σακάκι του και το μπερέ με το χρυσό αστέρι του στρατιωτικού διοικητή, στάθηκε στο παράθυρο ενός ξενοδοχείου και κοίταξε τη βραδινή Γενεύη. «Βλέπεις αυτή την πόλη», είπε. «Αυτός είναι ο εγκέφαλος του τέρατος. Εκεί γεννήθηκες, εκεί πρέπει να αγωνιστείς.» Ο Τσίγκλερ είναι πεπεισμένος ότι ο αγώνας για τον οποίο δολοφονήθηκε ο επαναστάτης Τσε Γκεβάρα στις 9 Οκτωβρίου 1967 στη Βολιβία με εντολή της CIA, εξακολουθεί να είναι και σήμερα δίκαιος ενόψει της «κανιβαλικής παγκόσμιας τάξης πραγμάτων στην οποία ζούμε». Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Comandante που έγινε θρύλος, το παράδειγμά του εξακολουθεί να αποτελεί ελπίδα για εκατομμύρια ανθρώπους, ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός.


Η ιατρική δεν αρκεί

Η σύντομη ζωή του Ερνέστο Ραφαέλ Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, ο οποίος γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928 στη βιομηχανική πόλη Ροζάριο της Αργεντινής ως το μεγαλύτερο από πέντε παιδιά, δεν ήταν αυτή ενός ρομαντικού ήρωα, ο θάνατός του δεν ήταν αυτός ενός μάρτυρα. Ο Γκεβάρα ήταν πέρα για πέρα ρεαλιστής. Χιλιάδες νέοι στη Λατινική Αμερική και σε άλλα μέρη του κόσμου υπέφεραν και υποφέρουν στον αγώνα για τους ίδιους στόχους έχοντας μια παρόμοια τύχη. Και όπως αυτός έγινε, ο Ερνέστο δε γεννήθηκε επαναστάτης. Όταν η γιαγιά του απεβίωσε το 1946 λόγω του καρκίνου και ο Ερνέστο αγρυπνούσε επί 17 ημέρες στο νεκροκρέβατό της, αποφάσισε να βρει ένα φάρμακο για την ασθένεια, ώστε να προφυλάξει άλλους από αυτήν. Το 1947 ο Ερνέστο εγγράφηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και ανταπεξήλθε στη διδακτέα ύλη των σπουδών μέσα σε τρία χρόνια, οι οποίες διαρκούσαν έξι χρόνια, παρ’ όλο που από την ηλικία των δυό ετών έπασχε από σοβαρό άσθμα. Εγκατέλειψε την Αργεντινή, ταξίδεψε με έναν φίλο πάνω σε μοτοσικλέτα στη Νότια Αμερική και ονειρευόταν για μεγάλες πράξεις που ήθελε να φέρει σε πέρας. «Ωστόσο, όταν βίωσε την πραγματικότητα στην ήπειρό μας, τη φτώχεια των λαών της και την εκμετάλλευση, στην οποία είναι υποταγμένοι, ο νέος άνδρας ωρίμασε και αναπτύχθηκε σ’ ένα κοινωνικό ον», ανέφερε αργότερα η γεννηθείσα το 1960 στην Αβάνα κόρη του, Αλέϊδα Γκεβάρα, σχετικά με αυτή την περίοδο της ζωής του πατέρα της. Στον Ερνέστο αναπτύχθηκε η πεποίθηση, έτσι γράφει ο ίδιος, ότι υπήρχε κάτι που «είναι τόσο σημαντικό, όπως το να είναι κάποιος διάσημος ερευνητής ή το να συνεισφέρει στην ιατρική, δηλαδή να βοηθά τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι ταπεινώνονται από τον υποσιτισμό και την διαρκή καταπίεση».

Παρά τους τέτοιους συλλογισμούς, ο Ερνέστο Γκεβάρα συνέγραψε τη διδακτορική του διατριβή το 1953 με ένα θέμα που αφορούσε στις αλλεργίες, για να αναδειχτεί σε διδάκτορα της ιατρικής. Ωστόσο, παραιτήθηκε από την αστική καριέρα ως γιατρός και ταξίδεψε μέσω της Βολιβίας, του Περού και του Εκουαδόρ προς τη Γουατεμάλα, όπου ο Πρόεδρος Γιάκομπο Αρμπένς Γκουσμάν κρατικοποίησε τα κτήματα του κοντσέρν των ΗΠΑ United Fruit Company και τα παρέδωσε στους ακτήμονες αγρότες. Στη Γουατεμάλα ο νεαρός ιδεαλιστής μετά την διαδρομή του με τη μοτοσικλέτα πήρε ένα δεύτερο μάθημα το οποίο σφράγισε τη μελλοντική του ζωή. Με τη βοήθεια της CIA, η εταιρία φρούτων και λαχανικών, που μέχρι σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει υπό την ονομασία Chiquita, σχεδίασε το 1954 ένα πραξικόπημα. Τα βομβαρδιστικά των ΗΠΑ κατέστρεψαν το όνειρό του για κοινωνικές αλλαγές, οι οποίες θα έκαναν δυνατό να ζήσουν οι άνθρωποι μια αξιοπρεπή ζωή. Μάταια προσπάθησε να οργανώσει μαζί με άλλους την αντίσταση ενάντια στην United Fruit και τους εισβολείς. «Στη Γουατεμάλα ήταν αναγκαίο να αγωνιστούμε, αλλά σχεδόν κανείς δεν αγωνίστηκε», εκφράστηκε αργότερα με δυσαρέσκεια. Οι εμπειρίες, όπως ανέφερε αργότερα ο νεότερος αδερφός του, Χουάν Μάρτιν Γκεβάρα, τον έκαναν να ωριμάσει για μια οριστική απόφαση: «Η ιατρική δεν ήταν αρκετή για να θεραπεύσει την ανθρωπότητα.»


Γνωριμία με τους αδελφούς Κάστρο

Ξεφεύγοντας από τις δολοφονικές συμμορίες των πραξικοπηματιών, ο Ερνέστο Γκεβάρα προσγειώθηκε στο Μεξικό, όπου έκανε γνωριμία με τον Ραούλ Κάστρο. Ο νεαρός Κουβανός που ζούσε επίσης στην εξορία, μελετούσε όπως κι αυτός τα έργα των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, ώστε να βρει εξηγήσεις για τα κοινωνικά προβλήματα καθώς και ερεθίσματα για την υπέρβασή τους. Όταν ο Ραούλ σύστησε μια μέρα τον Ιούλιο του 1955 τον φίλο στον μεγαλύτερο αδελφό του Φιντέλ, οι δυο τους συζητούσαν όλη τη νύχτα. Ο Φιντέλ Κάστρο ίδρυσε μια ομάδα ανταρτών για να προετοιμάσει την επιστροφή στην Κούβα. Προς υπενθύμιση της αποτυχημένης επίθεσης που έγινε δυο χρόνια νωρίτερα στο στρατόπεδο Μονκάδα, το οποίο βρίσκεται στην ανατολική Κούβα, ονομάστηκε «Κίνημα της 26ης Ιουλίου». Έτσι, ο Κάστρο παρακάλεσε τον Ερνέστο να είναι διαθέσιμος στη μονάδα ως γιατρός. Σύντομα, ο Αργεντινός συμμετείχε σε στρατιωτική εκπαίδευση υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Αλμπέρτο Μπάγιο, έναν έμπειρο εκπαιδευτή, ο οποίος είχε αγωνιστεί στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο από τη μεριά των ρεπουμπλικάνων ενάντια στους φασίστες του Φράνκο. Όταν στις 25 Νοεμβρίου το σκάφος «Γκράνμα» με 82 αντάρτες στο κατάστρωμα ξεκίνησε από το Τούξπαν του Μεξικού προς την Κούβα, ο Γκεβάρα βρισκόταν κι αυτός στο σκάφος.

Στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα έγινε ο «Τσε». Οι σύντροφοί του τού έδωσαν αυτό το όνομα, επειδή ως Αργεντινός στο τέλος κάθε πρότασης πρόσθετε το «τσε» («άκου!» ή «άνδρα!»). Ο ίδιος αισθανόταν το παρατσούκλι του ως τιμή, επειδή το «Τσε» στη νότια Αργεντινή και στη Χιλή αναφέρεται στους ιθαγενείς της φυλής «Μαπούτσε» και σημαίνει «άνθρωποι της γης».

Στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα που βρίσκονται στην ανατολική Κούβα, ο Τσε γνώρισε πεινασμένα και υποσιτισμένα παιδιά, που τα περισσότερα από αυτά δεν γνώριζαν τη γεύση του γάλακτος. Οι συνθήκες, κυρίως στην αγροτική Κούβα, ήταν καταστροφικές. Μόνο το 4% των Κουβανών κατανάλωναν κρέας. Η ιατρική περίθαλψη στην ύπαιθρο ήταν de facto ανύπαρκτη. Η άμεση επαφή με τη δυστυχία του λαού ώθησε παραπέρα το αγωνιστικό πνεύμα του Τσε. Τον Ιούλιο του 1957, διορίστηκε από τον Φιντέλ Κάστρο σε Comandante λόγω της σύνεσης, της αποφασιστικότητας και της ικανότητάς του να επιβάλλεται. Στις 29 Δεκεμβρίου 1958, ο Τσε Γκεβάρα με τη μονάδα του, αποτελούμενη μόνο από 300 άνδρες, κατέλαβε την πόλη Σάντα Κλάρα ενάντια στους 5.000 στρατιώτες του Μπατίστα που υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ. Έτσι ο δρόμος προς την Αβάνα ήταν ελεύθερος. Μετά από έναν σκληρό αγώνα δυο ετών, οι αντάρτες συνέτριψαν την κυριαρχία του τρόμου του δικτάτορα Μπατίστα και της διεφθαρμένης κλίκας του. Την 1η Ιανουαρίου 1959 ο Μπατίστα διέφυγε στη Δομινικανική Δημοκρατία. Λίγο αργότερα οι αντάρτες μπήκαν ως ζητωκραυγαζόμενοι νικητές στην πρωτεύουσα. Ένα μήνα αργότερα, απονεμήθηκε στον Τσε Γκεβάρα ο τιμητικός τίτλος του «Κουβανού πολίτη από τη γέννησή του». Στα επόμενα πέντε χρόνια εδραίωσης της νίκης της επανάστασης, της απόκρουσης των αντεπαναστατικών επιθέσεων, της ένωσης των πολεμιστών στη Σιέρα Μαέστρα με το Κομμουνιστικό Κόμμα και της προσέγγισης στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, αποδείχτηκε αντάξιος αυτής της τιμής. Ο Τσε εργάστηκε στο Ινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης, ως Πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας και από το 1961 ως υπουργός Βιομηχανίας. Μαζί με τον Ραούλ Κάστρο έγινε η κινητήρια δύναμη της αγροτικής μεταρρύθμισης και της κρατικοποίησης των μονοπωλίων των ΗΠΑ.

Αντίπαλοι της Κουβανικής Επανάστασης και δυτικοί βιογράφοι κατηγορούν τον Γκεβάρα για το ρόλο του στη δίωξη και καταδίκη των οπαδών της δικτατορίας του Μπατίστα. Στην πραγματικότητα, όμως, μετά τη νίκη των ανταρτών ο λαός απαιτούσε όλο και περισσότερο την τιμωρία των βασανιστών και άλλων δραστών του μισητού καθεστώτος. Στις 22 Ιανουαρίου 1959 συγκεντρώθηκαν περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι μπροστά από το πρώην Προεδρικό Μέγαρο στην Αβάνα και απαιτούσαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τους δολοφόνους της δικτατορίας. Οι ηγέτες των ανταρτών φοβόντουσαν ότι θα μπορούσαν να επαναληφθούν σκηνές όπως αυτή μετά την πτώση του δικτάτορα Gerardo Machado τον Ιανουάριο του 1933, όταν οι οπαδοί του πάρθηκαν από τα σπίτια τους και σύρθηκαν στους δρόμους. Μέσω του ραδιοφώνου προειδοποιούσαν τους πολίτες για παρόμοιες εκδικητικές ενέργειες. Οι επαναστάτες ηγέτες υποσχέθηκαν να φέρουν τους κατηγορούμενους μπροστά στο δικαστήριο και να λογοδοτήσουν. Σε συζητήσεις υπενθυμίστηκαν οι Δίκες της Νυρεμβέργης ενάντια στους ναζιστές εγκληματίες πολέμου στη Γερμανία. Οι μπράβοι του Μπατίστα θα ‘πρεπε να έχουν επίσης τη δέουσα δίκη και το δικαίωμα της υπεράσπισης. Σε δημόσιες δίκες, στις οποίες συμμετείχαν παρατηρητές και δημοσιογράφοι απ’ όλο τον κόσμο, διαβάστηκαν οι κατηγορίες, ακούστηκαν μάρτυρες και, τελικά, ανακοινώθηκαν οι δικαστικές αποφάσεις. Περίπου 500 εκπρόσωποι του παλιού καταπιεστικού μηχανισμού καταδικάστηκαν σε θάνατο. Οι εκτελέσεις οδήγησαν σ’ ένα διεθνές κύμα διαμαρτυριών. Ακόμη και σήμερα, οι αντίπαλοι της επανάστασης εκμεταλλεύονται τις εκτελέσεις προκειμένου να δείξουν την υποτιθέμενη εγκληματική ουσία του «καθεστώτος Κάστρο». Ο ίδιος ο Φιντέλ Κάστρο αναγνώρισε λάθη, υπερασπίστηκε τις δικαστικές αποφάσεις και τις εκτελέσεις, επισημαίνοντας, όμως, βασικά, ότι μόνο για το λόγο αυτό «δεν» υπήρξαν «προσωπικές εκστρατείες εκδίκησης» και «λιντσάρισμα».


Κριτική στην ΕΣΣΔ

Τρεις μήνες μετά την αποτυχημένη προσπάθεια εισβολής των εξόριστων κουβανών μισθοφόρων της CIA στις 17 Απριλίου 1961, ο συγγραφέας της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας (ΓΛΔ), Έμπερχαρντ Πάνιτς (Eberhard Panitz), συναντήθηκε με τον Τσε Γκεβάρα στον Playa Girón (Κόλπος των Χοίρων). Η γερμανο-αργεντινή και πολίτης της ΓΛΔ, Ταμάρα Μπούνκε, η οποία είχε συνοδεύσει τον Comandante το 1960 σε μια επίσκεψη στην ΓΛΔ ως μεταφράστρια και που από τον Μάιο του 1961 ζούσε στην Κούβα, τον παρουσίασε ως δημοσιογράφο που ήθελε να γράψει για την Κουβανική Επανάσταση. «Αυτό εδώ ήταν μόνο μια μικρή μάχη, δεν ήταν πόλεμος, δεν ήταν αντεπανάσταση», είπε ο Τσε στον επισκέπτη από τη Γερμανία. «Αλλά το ότι καταφέραμε να μην προκύψει απ’ αυτό ούτε πόλεμος ούτε αντεπανάσταση, πρέπει να το λάβει κανείς υπόψη του και να το θυμάται παντού.»

Αφότου ο Φιντέλ Κάστρο κήρυξε την Κουβανική Επανάσταση σε σοσιαλιστική, οι ΗΠΑ επέβαλαν τον οικονομικό, εμπορικό και χρηματοπιστωτικό αποκλεισμό ενάντια στο νησί, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα και που έχει οξυνθεί πολλές φορές. Σε μια ομιλία, που προσέχτηκε αρκετά, ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Τσε Γκεβάρα στις 11 Δεκεμβρίου 1964 επέκρινε το πυρηνικό οπλοστάσιο των χωρών του ΝΑΤΟ και υπερασπίστηκε το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση. Η Κούβα, κατά τον Τσε, είναι ένα από τα «οχυρά για την ελευθερία, λίγα μόνο βήματα μακριά από τον βορειοαμερικανικό ιμπεριαλισμό».

Στη χώρα του ο ίδιος ο Τσε Γκεβάρα προσπάθησε να δώσει ένα παράδειγμα για το προπαγανδισμένο πρότυπο του «νέου ανθρώπου». Αντί να διεκδικήσει οφέλη για τον εαυτό του ή προνόμια για τους συγγενείς του, συμμετείχε και ο ίδιος ως υπουργός σε εθελοντικές προσφορές εργασίας, προώθησε μη χρηματικά κίνητρα και την εκπαίδευση. «Καταπολεμούμε τη φτώχεια, αλλά και την αποξένωση», ανέφερε. Σε ταξίδια που έκανε στο εξωτερικό, εξέπληττε τους οικοδεσπότες του περιστασιακά με αποκλίσεις από το πρωτόκολλο. «Δεν περιφρονούσε τίποτα περισσότερο από τον απερίσκεπτο δογματισμό», θυμόταν ο Γκύντερ Σάαφ (Günther Schaaf), ο οποίος ως επικεφαλής της εμπορικής αντιπροσωπείας της ΓΛΔ κατά τα έτη 1961 έως 1966, είχε να κάνει με τον υπουργό στην Αβάνα. Το καλοκαίρι του 1960 ο Τσε δυσαρέστησε την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης με ένα ταξίδι που έκανε στη Λαϊκή Δημοκρατία Κίνας και την υπογραφή μιας εμπορικής συμφωνίας. Στα τέλη του 1960, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στη Μόσχα, κατέθεσε λουλούδια στον τάφο του Ιωσήφ Στάλιν ενάντια στη θέληση των οικοδεσποτών. Μια ομιλία στο Αλγέρι σε μια διεθνή διάσκεψη που έγινε από διάφορα αφρικανικά και ασιατικά κράτη, προκάλεσε αίσθηση λίγα χρόνια αργότερα. Στις 24 Φεβρουαρίου 1965 ο Γκεβάρα κατηγόρησε την ΕΣΣΔ ότι σε μερικά ζητήματα συμπεριφέρθηκε όπως μια καπιταλιστική χώρα και ότι δεν υποστήριξε επαρκώς τα επαναστατικά απελευθερωτικά κινήματα στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο.

«Ο Φιντέλ Κάστρο και όλη η ηγεσία του Κόμματος δεν διαφωνούσαν ουσιαστικά με τον Ερνέστο, ο Φιντέλ, όμως, βρισκόταν κάτω από πίεση. Κρατικός ηγέτης εξακολουθούσε να είναι αυτός», αναφέρει ο αδελφός του Τσε, Χουάν Μάρτιν, στο πρόσφατα δημοσιευμένο βιβλίο του («Ο αδελφός μου Τσε»). Δυτικοί πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης πόνταραν αμέσως σχετικά με μια «ρήξη» μεταξύ των δυο επαναστατών. Σ’ αυτό τον «παλιό μύθο», που εξακολουθεί να αναθερμαίνεται μέχρι σήμερα, δε βρίσκεται εντούτοις απολύτως τίποτα, επιβεβαιώνει η κόρη του Τσε, Αλέϊδα. «Όταν ο Φιντέλ και ο πατέρας μου γνωρίστηκαν στο Μεξικό, ο πατέρας μου ακολούθησε την αποστολή για την Κούβα υπό την προϋπόθεση ότι μετά τη νίκη της επανάστασης θα πάρει το δικό του δρόμο.»

Μετά την επιστροφή από το τελευταίο επίσημο ταξίδι του στην Αλγερία, ο Τσε ανακοίνωσε τότε στον Φιντέλ σε μια μακρά συνομιλία, ότι θέλει να συνεχίσει την επανάσταση αλλού, γράφει ο Χουάν Μάρτιν Γκεβάρα. «Δε μπορείς να κάνεις αλλού επανάσταση γιατί πρέπει να συνεχίσεις ως επικεφαλής εδώ στον τόπο. Εγώ όμως μπορώ», είπε ο αδελφός του στον Φιντέλ. Η Αλέϊδα αναφέρει ότι ο Φιντέλ κατά τη διάρκεια αυτής της συνομιλίας τού υπέβαλε ένα αίτημα για βοήθεια από ένα κονγκολέζικο απελευθερωτικό κίνημα υπό την ηγεσία του Λοράν Ντεζιρέ Καμπιλά. Σύντομα στάλθηκε μια ομάδα εθελοντών Κουβανών στο Κονγκό με επικεφαλής τον Τσε. Πολυάριθμα ντοκουμέντα αποδεικνύουν ότι ο Γκεβάρα, όπως γράφει η Αλέϊδα, «κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών έκανε συνεχείς συζητήσεις με τον Φιντέλ, ο οποίος υποστήριξε τη μονάδα με όλα τα διαθέσιμα μέσα». Το «Ημερολόγιο Βολιβίας» του πατέρα της αποδεικνύει επίσης, αναφέρει η Αλέϊδα Γκεβάρα, ότι «ο πατέρας μου βρισκόταν μέχρι την τελευταία στιγμή σε επαφή με την “Μανίλα”, αυτή ήταν η κωδική λέξη για την Κούβα».

Προς τα εκεί αναχώρησε ο Τσε μετά την απογοητευτική του επιστροφή από το Κονγκό το 1966 με μια ομάδα ένοπλων κουβανών μαχητών. Αλλά κι εδώ απέτυχε η προσπάθεια μετάδοσης της αντάρτικης πείρας των Κουβανών. Ο αγώνας του Τσε στη Βολιβία δεν είχε προοπτική. Αφότου στο μεταξύ η Ταμάρα Μπούνκε που έγινε «Τάνια η αντάρτισσα», η οποία ανήκε στην οπισθοφυλακή των παρτιζάνων, σκοτώθηκε ήδη στις 31 Αυγούστου 1967 στο Ρίο Γκράντε από σφαίρες των βολιβιανών κυβερνητικών στρατιωτών, στις 8 Οκτωβρίου 1967 συνελήφθη και ο Τσε ως αρχηγός της κύριας ομάδας. Ο κουβανός εξόριστος Φέλιξ Ροντρίγκες που εργαζόταν για τη CIA, πήγε μετά απ‘ αυτό έξτρα στη Βολιβία για να τον ανακρίνει. Μια ημέρα αργότερα ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα τουφεκίστηκε χωρίς δίκη με διαταγή του Ροντρίγκες από τον στρατιώτη Μάριο Τεράν Σαλαζάρ στο σχολείο του χωριού της τοποθεσίας Λα Ιγκέρα. Τού έκοψαν και τα δυο χέρια και έθαψαν το πτώμα. Ο βαλτός από τη CIA δολοφόνος, Ροντρίγκες, τιμήθηκε με παράσημο για «εξαιρετική ανδρεία». Σήμερα ζει ανενόχλητος στις ΗΠΑ και τιμάται από τους παλιούς οπαδούς του Μπατίστα στο Μαϊάμι και από τους αντιπάλους του συστήματος της Κούβας που χρηματοδοτούνται από την Ουάσιγκτον.


Ένα κομμάτι

Δεν είναι ακριβώς γνωστό πότε ο Τσε διάβασε για πρώτη φορά το ανεκτίμητης αξίας βιβλίο «Πως δενότανε τ’ ατσάλι» του σοβιετικού συγγραφέα Νικολάϊ Οστρόφσκι. Όμως, όπως ο ήρωας Πάβελ Κορτσάγκιν, έζησε κι αυτός έτσι, που στο θάνατο θα μπορούσε να πει: «Όλη μου τη ζωή, όλη μου τη δύναμη την αφιέρωσα στο πιο λαμπρό στον κόσμο –στην πάλη για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας.» Ο Φιντέλ Κάστρο εκτίμησε το φίλο, σύντροφο και συναγωνιστή του μετά το θάνατό του με τα λόγια: «Όταν σκοτώθηκε ο Τσε, δεν υπερασπίστηκε άλλα συμφέροντα, δεν υπερασπίστηκε άλλη υπόθεση παρά αυτή των εκμεταλλευομένων και καταπιεσμένων αυτής της ηπείρου, τους φτωχούς και ταπεινούς αυτής της Γης.»

Χρόνια αργότερα, ο γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πωλ Σαρτρ αιτιολόγησε το θαυμασμό του για τον Τσε Γκεβάρα, λέγοντας ότι σ’ αυτόν «τα λόγια και οι πράξεις αποτελούν ένα κομμάτι». Η κόρη του Τσε, Αλέϊδα Γκεβάρα, το βλέπει ακριβώς έτσι. Το αδιάκοπο μεγάλο ενδιαφέρον για τη σκέψη και το έργο του πατέρα της, ο συνεχής ενθουσιασμός για τον αγώνα του, απορρέει κατά τη γνώμη της και από την απογοήτευση πολλών ανθρώπων σχετικά με την ανειλικρίνεια και τις χειραγωγήσεις στη σημερινή πολιτική. «Ο πατέρας μου έλεγε πάντα αυτό που σκεφτόταν και έκανε πάντα αυτό που έλεγε», αναφέρει η Αλέϊδα Γκεβάρα. Όπως και ο πατέρας της πριν από 53 χρόνια, ανέφερε σε μια συνέντευξη: «Η καλύτερη βοήθεια για την Κούβα θα ήταν μια σημαντική επιτυχία στα καπιταλιστικά κέντρα.»


Πηγή: junge Welt, 09.10.2017

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.