Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Η λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου


Πάλη για την κατάκτηση της ειρήνης

Στις 11 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με αφορμή αυτό το γεγονός δημοσιεύουμε ένα ενδιαφέρον κείμενο του γνωστού στο ελληνικό κοινό γερμανού ιστορικού Μάρτιν Ζέκεντορφ (Martin Seckendorf), στο οποίο αναλύονται τα γεγονότα των τελευταίων μηνών, κυρίως στη Γερμανία, τα οποία κατέληξαν στην εξέγερση των ναυτών στο Κίελο, που σηματοδότησαν τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και το έναυσμα της επανάστασης στη Γερμανία, γνωστή ως Νοεμβριανή Επανάσταση, η οποία πήρε τη μορφή χιονοστιβάδας (ΠΓ).

του Martin Seckendorf

Στις 21 Μαρτίου ξεκίνησε υπό την κωδική ονομασία «Μίχαελ» η γερμανική ανοιξιάτικη εκστρατεία στο δυτικό μέτωπο το 1918. Με μια σειρά μερικών επιθέσεων, στόχος ήταν να επιβληθεί η απόφαση για πόλεμο. Τότε οι Γερμανοί θα ήταν σε θέση να υπαγορεύσουν στον αντίπαλο την ειρήνη, σύμφωνα με το σχέδιο της Ανώτατης Διοίκησης (του) Στρατού (ΑΔΣ). 

Για την εκστρατεία, η ΑΔΣ υπό τους Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφ κινητοποίησε το μεγαλύτερο μέχρι τότε αριθμό στρατιωτών και πυροβολικού. Στις 17 Ιουλίου η επίθεση έπρεπε να σταματήσει. Ο στρατός του κάιζερ πέτυχε μεν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας την κατάκτηση εδαφών, δεν κατάφερε όμως ένα ρήγμα. Ωστόσο, οι απώλειες έφτασαν σε πρωτοφανείς διαστάσεις. Ο γερμανικός στρατός έχασε μεταξύ Μαρτίου και Ιουλίου σχεδόν ένα εκατομμύριο άνδρες, οι οποίοι δε μπορούσαν πλέον να αντικατασταθούν.


«Ήττα στο πεδίο της μάχης»

Η αποτυχία της εκστρατείας είχε σημαντικές επιπτώσεις. Ο Λούντεντορφ είπε στις 17 Ιουλίου: «Αυτή είναι κατάρρευση.» Ήδη στις 18 Ιουλίου η Αντάντ ξεκίνησε μια επίθεση 100 ημερών, στόχος της οποίας ήταν να φθείρει το γερμανικό στρατό με ελάχιστες ιδίες απώλειες. Ο διάδοχος του θρόνου Ρούπρεχτ φον Μπάγιερν, ανώτατος διοικητής μιας από τις Ομάδες Στρατού που έφερε το όνομά του, είπε στις 20 Ιουλίου: «Βρισκόμαστε στην καμπή του πολέμου.» Μια επίθεση των Βρετανών με περισσότερα από τετρακόσια τεθωρακισμένα άρματα μάχης στις 8 Αυγούστου, τα οποία συνέτριψαν τους Γερμανούς, ο Λούντεντορφ την σχολίασε ως εξής: Αυτή «ήταν η μαύρη μέρα στην ιστορία της Γερμανίας».

Αξιόπιστες πληροφορίες από το μέτωπο έφθαναν στην πατρίδα κυρίως με γράμματα στρατιωτών. Ορισμένες φορές επισημαίνεται, κατά τον λογοκριτή της Ομάδας Στρατού Ρούπρεχτ, σχετικά με το αποτέλεσμα του ελέγχου των επιστολών, ότι ο πόλεμος είναι προϊόν του καπιταλισμού. «Στην πατρίδα», αναφέρεται σε μια επιστολή, «πρέπει να απεργήσουν, αλλά σταθερά, και να κάνουν επαναστάσεις, τότε αναγκαστικά θα έρθει η ειρήνη.»

Στα μέσα Σεπτεμβρίου η στρατιωτική κατάσταση για τον γερμανικό ιμπεριαλισμό είχε οξυνθεί δραματικά. Η Βουλγαρία αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει. Η Αυστροουγγαρία ζήτησε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Η Τουρκία έπαυσε να υπάρχει ως σύμμαχος της Γερμανίας. Ο πόλεμος των υποβρυχίων κατέληξε επίσης σε πανωλεθρία. Η ενάντια στην καλύτερη γνώση τής από τη διοίκηση του πολεμικού ναυτικού υποσχεθείσα γρήγορη κατάρρευση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν φαινόταν στον ορίζοντα, και η ροή αμερικανικών προϊόντων και στρατιωτών προς την Ευρώπη δε μπορούσε σχεδόν καθόλου να εμποδιστεί. Στις 27 Σεπτεμβρίου τα στρατεύματα της Αντάντ διέσπασαν την απόρθητη κατά την άποψη της Ανώτατης Διοίκησης (του) Στρατού «γραμμή Ζίγκφριντ». Πίσω απ’ αυτήν δεν υπήρχε κάποια συγκρίσιμη οχύρωση˙ ο δρόμος προς τη Γερμανία ήταν ανοιχτός. Ο Λούντεντορφ, κάνοντας μια ανασκόπηση, έγραψε: «Τώρα ο πόλεμος χάθηκε.»

Ο Λούντεντορφ, ο Χίντενμπουργκ και ο υπουργός Εξωτερικών Πάουλ φον Χίντσε ζήτησαν στις 28 Σεπτεμβρίου από την πολιτική διοίκηση του Ράιχ να υποβάλλει όσο το δυνατό πιο σύντομα αίτημα στον αμερικανό Πρόεδρο, Γούνροου Ουίλσον, ώστε να ληφθούν μέτρα για την επίτευξη ανακωχής και ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων.


Η μεγάλη μπλόφα

Με την ανακωχή, όμως, σύμφωνα με το σχέδιο της Ανώτατης Διοίκησης (του) Στρατού, δεν θα ‘πρεπε να ξεκινήσει μια ειρηνευτική διαδικασία, αλλά να δώσει απλά μια ανάπαυλα στον εξαντλημένο δυτικό στρατό. [Το σκεπτικό ήταν] ότι η ανάπαυλα και η νέα αντικατάσταση θα άλλαζαν την κατάσταση και ο στρατός θα γινόταν και πάλι ισχυρός. Η σκέψη εδώ γινόταν προς δυο κατευθύνσεις: Στόχος ήταν οι ένοπλες δυνάμεις να ενισχυθούν τόσο, που να είναι σε θέση σύντομα να αρχίσουν ξανά τις μάχες. Στις 6 Οκτωβρίου ο Λούντεντορφ διαβεβαίωσε ότι οι συνθήκες κατάπαυσης του πυρός δεν πρέπει να εμποδίσουν την έναρξη του πολέμου. Στο υπουργικό συμβούλιο του Ράιχ ανέφερε στις 17 Οκτωβρίου: «Αν ο στρατός τις επόμενες τέσσερις βδομάδες περάσει απέναντι (…), τότε θα είμαστε “εντάξει”». Αφετέρου, οι στρατηγοί, ενόψει της επαναστατικής εξέλιξης στη Γερμανία ήθελαν να διατηρήσουν τον αυτοκρατορικό στρατό ως ικανό λειτουργικό όργανο για την καταπολέμηση του «εσωτερικού εχθρού».

Λόγω της στρατιωτικής κατάστασης και της κρίσιμης εξέλιξης στη χώρα, ήταν σημαντικό να ξεκινήσει σύντομα αυτή η ανάπαυλα. Ο Λούντεντορφ είχε ζητήσει ήδη τελεσιγραφικά από την πολιτική διοίκηση του Ράιχ την 1η Οκτωβρίου σε ένα τηλεγράφημα, να σταλεί «αμέσως» και με «τον ταχύτερο δυνατό τρόπο» ένα αίτημα ανακωχής προς τις ΗΠΑ, επειδή, σύμφωνα με την αιτιολόγησή του, «ο στρατός δε μπορεί να περιμένει ακόμη 48 ώρες.»

Για να επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός χωρίς πολιτικές ζημιές για τους στρατηγούς, η Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού ακολούθησε μια ιδιαίτερα σύνθετη στρατηγική. Αυτή σηματοδότησε την ετοιμότητα, το πρόγραμμα των 14 σημείων για τη μεταπολεμική εποχή, το οποίο είχε παρουσιάσει ο Ουίλσον στις 8 Ιανουαρίου 1918 ενώπιον του Κογκρέσου των ΗΠΑ, να γίνει βάση συζήτησης μετά από προηγούμενη κατάπαυση του πυρός. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην εξάλειψη των αυταρχικών καθεστώτων. Σε περίπτωση που η πρωτοβουλία είχε προοπτική επιτυχίας, τότε στη Γερμανία έπρεπε να ξεκινήσει μια φαινομενική αλλαγή συστήματος. Σε μια σημείωση του υπουργείου Εξωτερικών στις 28 Σεπτεμβρίου αναφέρεται: «Σημαντική προϋπόθεση για την έναρξη της ειρήνης είναι ο άμεσος σχηματισμός μιας νέας κυβέρνησης». Στο σχέδιο αυτό ο κάιζερ συμφώνησε. Στις 30 Σεπτεμβρίου παραίτησε τον καγκελάριο του Ράιχ, Γκέοργκ φον Χέρτλινγκ και τον υπουργό Εξωτερικών φον Χίντσε. Νέος υπουργός Εξωτερικών έγινε ο Γουλιέλμος Ζολφ, ο οποίος μέχρι τότε διηύθυνε το υπουργείο Αποικιών. Την 1η Οκτωβρίου ήταν καθορισμένο ότι ο πρίγκιπας Μαξιμιλιανός του Μπάντεν, συγγενής του Γουλιέλμου Β’, θα γινόταν νέος καγκελάριος του Ράιχ. Σύμφωνα με αυτοκρατορικό διάταγμα, όπως καθόριζε το Σύνταγμα του Μπίσμαρκ του 1817, τυπικά δεν ήταν πλέον υπόλογος απέναντι στο μονάρχη αλλά στο Ράιχσταγκ. Για να τονίσει την πρόθεση της κοινοβουλευτικοποίησης, ο Γουλιέλμος Β’ έγραψε στο έγγραφο απαλλαγής καθηκόντων για τον Χέρτλινγκ ότι ήταν θέλησή του, σε αντίθεση με τη μέχρι τώρα πρακτική, «άνδρες, που έχουν την εμπιστοσύνη του λαού (δηλαδή μέλη του Ράιχσταγκ, jW), συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της κυβέρνησης». Η [εφημερίδα] Berliner Tageblatt έγραψε την ίδια μέρα ότι οι αποφάσεις για το προσωπικό και η ανακοινωθείσα στο διάταγμα πρόθεση για μια κοινοβουλευτικοποίηση από τον κάιζερ, θα «ανοίξουν το δρόμο για μια νέα Γερμανία».

Η «νέα» πολιτική που έγινε ηθελημένα με μισή καρδιά, φάνηκε στο προσωπικό της κυβέρνησης του πρίγκιπα Μαξιμιλιανού του Μπάντεν. Η πλειοψηφία των παλιών μελών του Υπουργικού Συμβουλίου διατήρησε τα αξιώματά της. Μόνο μερικοί βουλευτές του Ράιχσταγκ, μεταξύ αυτών δύο από το SPD, μπήκαν στην κυβέρνηση. Οι περισσότεροι νέοι υπουργοί δεν είχαν δικό τους τομέα αρμοδιοτήτων.

Το βαυκάλισμα περί δημοκρατικών συνθηκών και η φαινομενική αφαίρεση της εξουσίας από τις αυταρχικές ελίτ, δεν είχαν μόνο τη λειτουργία να παραπλανήσουν τον Ουίλσον. Στόχος της αντίδρασης ήταν επίσης να υπονομεύσει τα αιτήματα των μαζών στη Γερμανία για ειρήνη, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και ριζικές κοινωνικές αλλαγές. Ενόψει των γρήγορα επιδεινούμενων συνθηκών ζωής από τον Οκτώβριο και των τεράστιων απωλειών στο μέτωπο, έγιναν όλο και πιο εμφατικές. «Η επανάσταση από τα κάτω μπορεί να αποφευχθεί μόνο με μια επανάσταση από τα πάνω», περιέγραψε την τακτική των κυριάρχων ο Καρλ Χέλφεριχ, μεταξύ Μαΐου 1916 και Νοεμβρίου 1917, αντικαγκελάριος και εκπρόσωπος της Γερμανικής Τράπεζας (Deutsche Bank) στην κυβέρνηση.

Ένα στοιχείο [που περιείχε] η τακτική της παραπλάνησης ήταν η προσπάθεια να συγκαλυφθεί ο ρόλος της Ανώτατης Διοίκησης (του) Στρατού στο αίτημα για εκεχειρία και την κοινοβουλευτικοποίηση. Την 1η Οκτωβρίου ο Λούντεντορφ δήλωσε, σύμφωνα με τις σημειώσεις του Άλμπρεχτ φον Τάελ που βρισκόταν στο Γενικό Επιτελείο της Σαξονίας, ότι παρακάλεσε τον κάιζερ «να μεταφέρουμε τώρα και σ’ εκείνους τους κύκλους της κυβέρνησης, τους οποίους πρέπει να ευχαριστήσουμε για το κύριο ζήτημα, ότι φθάσαμε έως εδώ. Θα πρέπει να κάνουν ειρήνη, η οποία πρέπει να γίνει τώρα. Θα πρέπει υποστούν αυτά για τα οποία μας έμπλεξαν άσχημα!» Οι προορισμένοι ως υπουργοί, βουλευτές του Ράιχσταγκ που ανήκαν στο Κόμμα του Κέντρου και το SPD, είχαν χαρακτηριστεί μέχρι τότε από την στρατιωτική κλίκα εναλλάξ ως κακόλογοι, ηττοπαθείς ή ακόμη και ως πασιφιστές, που εμπόδιζαν τη διεξαγωγή του πολέμου και ότι φανάτιζαν τις μάζες στην πατρίδα τασσόμενοι ενάντια στο μέτωπο.


Ξεσκέπασμα

Μ’ αυτά όφειλαν να ειπωθούν ότι ο στρατός δεν ηττήθηκε από τον εχθρό, αλλά από απάτριδες συντρόφους που βρίσκονταν στην πατρίδα χτυπώντας τον με μαχαιριά πισώπλατα. Αφετέρου, η εντολή της Ανώτατης Διοίκησης (του) Στρατού προς την πολιτική διοίκηση του Ράιχ να ζητήσει την κατάπαυση του πυρός, σήμαινε ότι το Ράιχσταγκ και η τυπικά σ’ αυτό υπαγόμενη κυβέρνηση φορτώνονταν την ευθύνη για το προτσές διαπραγματεύσεων και για τον τερματισμό του πολέμου που προκλήθηκε από τους στρατιωτικούς, τη μοναρχία και τις δυνάμεις της χρηματιστικής ολιγαρχίας που βρίσκονταν πίσω από αυτούς. Η Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού παρέμεινε στο παρασκήνιο ως αμέτοχος θεατής. Το αίτημα για κατάπαυση του πυρός δεν εμφανίζονταν πλέον ως σανίδα σωτηρίας του ηττημένου στρατού, αλλά ως αποτέλεσμα κοινοβουλευτικοποίησης και εκδημοκρατισμού. Οι στρατιωτικοί άσκησαν πίεση στο πολιτικό διοικητικό προσωπικό του Ράιχ, ώστε να συγκαλύψουν το ρόλο της Ανώτατης Διοίκησης (του) Στρατού. Ο Κουρτ Ρίτσλερ, επικεφαλής σύμβουλος του νέου υπουργού Εξωτερικών, Βίλχελμ Ζολφ, σημείωσε στις 13 Οκτωβρίου, ότι η Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού διαδίδει τον ισχυρισμό, ότι «για το ειρηνευτικό βήμα η πολιτική κυβέρνηση, η οποία έχει χάσει τα νεύρα της, φέρει την πλήρη ευθύνη», στην οποία «δεν πρέπει κανείς να φέρει αντίρρηση».

Από τους κανονικούς πολίτες αποκρύφτηκαν οι αιτίες των αλλαγών προσωπικού στα αξιώματα. Μόλις στις 6 Οκτωβρίου πληροφορήθηκαν οι Γερμανοί από τις εφημερίδες ότι είχαν έναν νέο καγκελάριο και ο οποίος είχε στείλει μια διακοίνωση στον Πρόεδρο των ΗΠΑ ζητώντας ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και εκεχειρία. Στους Γερμανούς που ήταν πιστοί στο μοναρχικό καθεστώς, η διακοίνωση επέδρασε σαν χτύπημα ροπάλου. Ο αστικός Τύπος των μέσων μαζικής ενημέρωσης μέχρι τότε διέδιδε ειδήσεις για νίκες. Τώρα ακολούθησε την παραδοχή της στρατιωτικής ήττας. Στην πλειοψηφία όμως των Γερμανών η επιστολή στον Ουίλσον ξύπνησε την ελπίδα ότι οι μαζικές σφαγές στο μέτωπο θα τελειώσουν σύντομα. Η άμεση ειρήνη ήταν το κεντρικό σύνθημα του επαναστατικού κινήματος που μεγάλωνε με τη μορφή χιονοστιβάδας.

Ο νέος καγκελάριος του Ράιχ, Μαξιμιλιανός του Μπάντεν, στην αρχή αρνήθηκε να στείλει ως πρώτη υπηρεσιακή πράξη το αίτημα κατάπαυσης του πυρός στις ΗΠΑ. Ζήτησε προθεσμία. Οι δυνάμεις, όμως, οι οποίες τον ανέδειξαν στο αξίωμα, τον εξανάγκασαν να στείλει τη νύχτα από τις 3 προς τις 4 Οκτωβρίου την ήδη διατυπωθείσα από την Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού διακοίνωση. Ακολούθησε μια έντονη αλληλογραφία με τις ΗΠΑ. Εδώ αποδείχτηκε ότι η διοίκηση των ΗΠΑ αναγνώρισε την πρόθεση εξαπάτησης των Γερμανών. Ο Ουίλσον αμφέβαλε ότι η κοινοβουλευτικοποίηση αποτελεί πραγματικά έκφραση μιας αλλαγής συστήματος. Ακόμη συνεχίζουν, σύμφωνα με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, να κρατούν στα χέρια τα ηνία εκείνες οι δυνάμεις, που είχαν προκαλέσει τον πόλεμο και τον διεξήγαγαν με τρόπο εγκληματικό.

Η διοίκηση των ΗΠΑ ζήτησε εγγυήσεις για μια κατάπαυση του πυρός, οι οποίες πήγαιναν τόσο μακριά, μέχρι την καθαίρεση του κάιζερ. Επιπλέον, οι σύμμαχοι απαιτούσαν την απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από τα κατεχόμενα εδάφη. Ενόψει των εκτεταμένων καταστροφών, της λεηλασίας των περιοχών και της εκτόπισης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού για εξαναγκαστική εργασία, απαίτησαν την πλήρη ανοικοδόμηση στις κατεχόμενες περιοχές. Αυτό σήμαινε τη δεσμευτική υπόσχεση της αυτοκρατορίας, ότι για τον πόλεμο που διεξήγαγε πρέπει «να αντισταθμιστούν οι ζημιές που προκάλεσε στον άμαχο πληθυσμό (…) και στην ιδιοκτησία του», αναφέρεται στη διακοίνωση του Ουίλσον της 5ης Νοεμβρίου.

Μεγάλη αγανάκτηση στον πληθυσμό των χωρών της Αντάντ προκάλεσε το γεγονός ότι το γερμανικό πολεμικό ναυτικό κατά τη διάρκεια των βολιδοσκοπήσεων για κατάπαυση του πυρός συνέχισε τον απεριόριστο υποβρύχιο πόλεμο αντίθετο προς το δημόσιο διεθνές δίκαιο. Μετά τον τορπιλισμό του βρετανικού επιβατικού και ταχυδρομικού πλοίου RMS «Leinster» στην ιρλανδική θάλασσα στις 10 Οκτωβρίου, κατά τον οποίο έχασαν τη ζωή τους 501 επιβάτες και μέλη του πληρώματος, απαιτήθηκαν σκληρά μέτρα κατά της Γερμανίας. Η εγκληματική διεξαγωγή πολέμου του γερμανικού ιμπεριαλισμού, έφερε έτσι στην ημερήσια διάταξη της διεθνούς πολιτικής μια σημαντική επέκταση των αποζημιώσεων, οι οποίες αργότερα δαιμονοποιήθηκαν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την επίσημη πολιτική στη Γερμανία. Ο Ουίλσον ανακοίνωσε στις 23 Οκτωβρίου ότι σε περίπτωση κατάπαυσης του πυρός θα ληφθούν σκληρά μέτρα, «ώστε να καταστεί αδύνατη η επανάληψη των εχθροπραξιών εκ μέρους της Γερμανίας». Το σχέδιο της ανάπαυλας είχε ξεσκεπαστεί.

Ενόψει της στρατιωτικής υπεροχής των συμμάχων, ιδιαίτερα, όμως, λόγω της επαναστατικής κατάστασης στη χώρα, η γερμανική κυβέρνηση έδειξε ετοιμότητα να αποδεχτεί όλους τους όρους κατάπαυσης του πυρός. Μετά απ’ αυτό ζητήθηκε από το Βερολίνο στις 5 Νοεμβρίου να στείλει «πιστοποιημένους εκπροσώπους» στο αρχηγείο του στρατάρχη Φερντινάν Φος, αρχηγού των συμμαχικών στρατευμάτων στη δυτική Ευρώπη.


Σχέδια πραξικοπήματος

Από τότε που απάντησε ο Ουίλσον, οι ηγέτες του στρατού αντιτάχθηκαν στην πολιτική εκεχειρίας του καγκελαρίου. Η στάση τους απέναντι στη ζοφερή, αλλά ρεαλιστική εκτίμηση της κατάστασης στα τέλη Σεπτεμβρίου είχε αλλάξει. Ο υπουργός Άμυνας Χάινριχ Σόϊχ έκανε λόγο ξαφνικά για μια αναπλήρωση ανδρών που ανέρχονταν στους 600.000. Έτσι, σύμφωνα με την Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού, η κατάσταση όχι μόνο μπορούσε να σταθεροποιηθεί, αλλά ότι είναι δυνατές ακόμη και επιθετικές επιχειρήσεις. Η Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού έδωσε εντολή στις 24 Οκτωβρίου προς τους διοικητές στρατηγούς. Σ’ αυτήν αναφέρεται ότι οι όροι που τέθηκαν από τους συμμάχους είναι «απαράδεκτοι για το στρατό. Επομένως, δε μένει τίποτα άλλο παρά ο αγώνας μέχρις εσχάτων». Στις 25 Οκτωβρίου ο Χίντεμπουργκ ζήτησε από τον αντικαγκελάριο Φρίντριχ φον Πάϊερ να διακόψει αμέσως τις διαπραγματεύσεις και «να καλέσει το λαό στα όπλα». Η διακοπή των συνομιλιών για την κατάπαυση του πυρός θα ‘πρεπε, σύμφωνα με την πρόθεση των πραξικοπηματιών, όχι μόνο να παρατείνει τον πόλεμο και να επιφέρει την ανατροπή της κυβέρνησης, αλλά να εξαλειφθούν επίσης η κοινοβουλευτικοποίηση και οι άτολμες προσπάθειες εκδημοκρατισμού και να γίνει επιστροφή στις αυταρχικές καταστάσεις. Τα σχέδια των στρατιωτικών σήμαιναν ένα αντεπαναστατικό κίνημα για μια «επανάσταση από τα πάνω» που υποστηρίζονταν από την Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού στα τέλη Σεπτεμβρίου.

Ο καγκελάριος του Ράιχ ήταν αποφασισμένος, ενόψει του επαναστατικού κινήματος στη Γερμανία, να συνεχίσει την πορεία για εκεχειρία. Ο Ρόμπερτ Φρίτμπεργκ, αναπληρωτής πρωθυπουργός στην Πρωσία, ανέφερε σε μια συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 28 Οκτωβρίου, ότι ο στρατός πρέπει «να κρατηθεί άθικτος για την εσωτερική ασφάλεια». Σημαντικό ήταν ότι το κίνημα του πραξικοπήματος υποστηριζόταν όχι μόνο από την πλειοψηφία των υψηλόβαθμων στρατιωτικών, αλλά και από ισχυρές ομάδες του χρηματιστικού κεφαλαίου, τους πολιτικούς που συνδέονταν με αυτούς και τον ευθυγραμμισμένο Τύπο. 

Στις 7 Οκτωβρίου η [εφημερίδα] Vossische Zeitung δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα ένα άρθρο του βιομήχανου και τραπεζίτη μεγιστάνα Βάλτερ Ράτεναου, στο οποίο επέκρινε έντονα το αίτημα για ανακωχή. Κατά τον Ράτεναου το αίτημα έπρεπε να τεθεί μόνο μετά από μια στρατιωτική επιτυχία. Χωρίς ειλικρίνεια ισχυρίστηκε ότι ο στρατός είχε μεν υποχωρήσει σε ορισμένα σημεία, «δεν είχε όμως ηττηθεί». Η χώρα –κατά την άποψή του- είναι «αδιάσπαστη, τα μέσα της ανεξάντλητα, οι άνθρωποί της ακούραστοι». Πρέπει κανείς «να είναι προετοιμασμένος», όταν η Αντάντ απαιτεί υποταγή. Ζητήθηκε επίσης συγκεχυμένα η παραίτηση της κυβέρνησης. Ο Σύνδεσμος των Βιομηχάνων δήλωσε στις 16 Οκτωβρίου ότι αυτός και όλες οι εταιρίες μέλη του «διαθέτουν» τις δυνάμεις τους «όταν πρόκειται να κληθεί ο γερμανικός λαός για την τελευταία αποφασιστική αντίσταση». Μερικοί υποστηρικτές του κεφαλαίου, όπως ο εκπρόσωπος της βαριάς βιομηχανίας στη Ρηνανία-Βεστφαλία, ιδιαίτερα του οίκου Κρουπ στην Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού, ο συνταγματάρχης Μαξ Μπάουερ, έπαιζαν με τη σκέψη να εγκαθιδρυθεί στρατιωτική δικτατορία.


Οι ναύτες εξαναγκάζουν για ειρήνη

Η κυβέρνηση αναγνώρισε τον κίνδυνο που προέρχονταν από τις ανατρεπτικές δραστηριότητες της Ανώτατης Διοίκησης (του) Στρατού. Στις 26 Οκτωβρίου επέτυχε την απομάκρυνση του Λούντεντορφ, του αρχισυνομώτη των πραξικοπηματικών σχεδίων, που προέρχονταν από την Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού. Το ίδιο χρονικό διάστημα η διοίκηση του πολεμικού στόλου προετοίμασε ένα χτύπημα, που σε μεγάλο βαθμό πέρασε απαρατήρητο από την κυβέρνηση, ήταν όμως συντονισμένο με την Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού. Ο στόλος της ανοιχτής θάλασσας που είχε συγκεντρωθεί αγκυροβολώντας στο Βιλχελμσχάφεν, σκόπευε να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στις εκβολές του Τάμεση και στις ακτές της Φλάνδρας. Αναμενόταν επέμβαση του Μεγάλου Στόλου (Grand Fleet) που ήταν αγκυροβολημένος στη Σκωτία και σε μεγάλο βαθμό είχε την υπεροχή. Αυτός ήταν αναγκασμένος να περάσει μέσα από έναν αποκλεισμό υποβρυχίων μέχρι τις εκβολές του Τάμεση, ένα ταξίδι που διαρκούσε δύο ημέρες. Το αυτοκρατορικό πολεμικό ναυτικό ήθελε να δώσει μια αποφασιστική ναυμαχία ενάντια στον αποδυναμωμένο κατ’ αυτό τον τρόπο βρετανικό στόλο. Η διοίκηση του πολεμικού στόλου ξεκινούσε απ’ το ότι υπήρχε πιθανότητα επιτυχίας 40%, όμως σε κάθε περίπτωση στις περιοχές της επίθεσης αυτό θα κόστιζε πολλά θύματα ανάμεσα στους ναύτες και τον άμαχο πληθυσμό. Μετά απ’ αυτό, αναμενόταν ότι θα διακόπτονταν οι συνομιλίες κατάπαυσης του πυρός, ότι η κυβέρνηση του Μαξιμιλιανού του Μπάντεν θα παραιτούνταν, ότι η νέα κυβέρνηση θα αποκαθιστούσε την «παλιά» κατάσταση και ότι ο πόλεμος θα συνεχιζόταν έως ότου προσφέρονταν «έντιμοι» όροι για κατάπαυση του πυρός. Οι ναύτες προαισθάνθηκαν τις συνάφειες. Στα πλοία κυκλοφόρησε το σύνθημα ότι οι αξιωματικοί δε συμφωνούσαν με την ειρηνευτική πολιτική του πρίγκιπα Μαξιμιλιανού. Σε μια διακήρυξη αναφέρεται ότι σχεδίαζαν «μια αστραπιαία επίθεση, η οποία θα παρέδιδε τα πληρώματα άχρηστα προς το θάνατο».

Για τις 30 Οκτωβρίου, με βάση τη διαταγή της επιχείρησης από τις 19 έως τις 24 Οκτωβρίου –την ίδια μέρα που εκδόθηκε η προαναφερθείσα διαταγή για το στρατό από την Ανώτατη Διοίκηση (του) Στρατού- προβλεπόταν ο απόπλους του στόλου. Οι ναύτες στη ναυαρχίδα της 3ης Μοίρας, SMS König, αρνήθηκαν να σηκώσουν την άγκυρα. Οι άνδρες της 1ης Μοίρας προσχώρησαν. Ένας από τους «αρχισυνωμότες» των εξεγερμένων ναυτών, ο Ρίχαρντ Στουμφ, έδωσε το σύνθημα: «Ειρήνη εν όψει». Στις 30 Οκτωβρίου ο αρχηγός του στόλου ανοιχτής θάλασσας, Φραντς φον Χίπερ, διέταξε την προσωρινή διακοπή της επιχείρησης. Πολλοί ναύτες συνελήφθησαν. Οι μονάδες της 3ης Μοίρας μεταφέρθηκαν με τους συλληφθέντες στο «λιμάνι του Ράιχ, Κίελο», όπου πραγματοποιήθηκαν και άλλες συλλήψεις. Στο Κίελο οι αργάτες τάχθηκαν αλληλέγγυοι με τους ναύτες. Η αναστάτωση των μαζών αυξήθηκε όταν πιστοί στον κάιζερ στρατιώτες στην πόλη πυροβόλησαν από τον κολπίσκο τούς διαδηλωτές. Οι ναύτες και οι εργάτες οπλίστηκαν και εξανάγκασαν να απελευθερωθούν οι συλληφθέντες. Στις 3 Νοεμβρίου το Κίελο βρισκόταν στα χέρια των επαναστατικών δυνάμεων. Τα γεγονότα εκεί και στο Βιλχελμσχάφεν αποτέλεσαν τα εναύσματα για την επανάσταση, η οποία εξαπλώθηκε σαν αστραπή σε όλο το Ράιχ.

Το Συμβούλιο Στρατιωτών του Κιέλου διέταξε στις 4 Νοεμβρίου: «Η έξοδος του στόλου πρέπει να ακυρωθεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.» Η σχεδιασμένη προώθηση του στόλου έκλεισε οριστικά και άνοιξε ο δρόμος για συνομιλίες εκεχειρίας.

Στις 7 Νοεμβρίου η γερμανική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον πολιτικό του Κέντρου, Ματίας Έρτσμπεργκερ, ταξίδεψε προς την Κομπιέν στην έδρα του στρατάρχη Φος. Οι όροι που έγιναν αποδεκτοί από τους Γερμανούς συμπεριελάμβαναν, μεταξύ άλλων, τον αφοπλισμό των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων και εγγυήσεις για την τήρηση της Συνθήκης. Έτσι, οι Γερμανοί έπρεπε να παραδώσουν ένα μεγάλο αριθμό όπλων, αεροσκαφών, οχημάτων, μηχανών και βαγονιών. Τα κατεχόμενα εδάφη έπρεπε να εκκενωθούν. Η περιοχή αριστερά του Ρήνου καθώς και τρία μεγάλα προγεφυρώματα στη δεξιά όχθη του Ρήνου θα ‘πρεπε να καταληφθούν από τους συμμάχους.

Στις 11 Νοεμβρίου από τις 11:55 η ώρα τα όπλα σίγησαν. Μέχρι τότε είχαν σκοτωθεί περισσότεροι από δέκα εκατομμύρια στρατιώτες και από τις δυό πλευρές, ενώ επιπλέον 20 εκατομμύρια ακρωτηριάστηκαν, εν μέρει φρικιαστικά. Περίπου επτά εκατομμύρια άμαχοι πολίτες έχασαν τη ζωή τους. Οι επαναστατημένοι ναύτες είχαν αγωνιστεί για τον τερματισμό του ιμπεριαλιστικού πολέμου –το σημαντικότερο επίτευγμα της γερμανικής επανάστασης.


Πηγή: junge Welt, 10.11.2018

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.