Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Προμαρξιστικός μηχανιστικός ντετερμινισμός


του Παναγιώτη Γαβάνα

Στο παρόν κείμενο εξετάζουμε τις έννοιες του ντετερμινισμού (αιτιοκρατία) και του ιντετερμινισμού (αναιτιοκρατία), ενώ στο μεγαλύτερο μέρος επικεντρωνόμαστε σε μια κριτική ανάλυση του κλασικού μηχανιστικού ντετερμινισμού. 


Ντετερμινισμός - Ιντετερμινισμός

Ντετερμινισμός (αιτιοκρατία) είναι η φιλοσοφική θεωρία περί αντικειμενικής αλληλοσύνδεσης και περί αμοιβαίου καθορισμού όλων των αντικειμένων, των προτσές κτλ στη φύση, την κοινωνία και τη νόηση στη βάση των αντικειμενικών νόμων. Με τη στενή έννοια, ντετερμινισμός είναι η θεωρία περί καθολικής αλληλοσύνδεσης όλων των πραγμάτων και φαινομένων. 

Με το να προσανατολίζει ο φιλοσοφικός ντετερμινισμός στην έρευνα των αντικειμενικών αιτιακών και/ή νομοτελειακών αλληλοσυνδέσεων των πραγματικών δεδομένων και να απορρίπτει την ερμηνεία τους που έχει ως βάση υπερφυσικές αιτίες, μη-υλικές (άυλες) αρχές κτλ, ο ντετερμινισμός ανταποκρίνεται στη μεθοδολογική βάση της επιστημονικής έρευνας και γνώσης. Συνεπής μπορεί να είναι ο ντετερμινισμός μόνο πάνω σε υλιστική βάση.

Ο ντετερμινισμός, ο οποίος εμφανίστηκε στην ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης με διαφορετικές μορφές, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις διάφορες μορφές του ιντετερμινισμού (αναιτιοκρατίας). Ιντετερμινισμός στη φιλοσοφία σημαίνει άρνηση της αδιάσπαστης αντικειμενικά-νομοτελειακής αλληλοσύνδεσης της κίνησης και της ανάπτυξης (εξέλιξης), συνδεδεμένης με μια απολυτοποίηση του τυχαίου ή την αποδοχή αιτιακά μη ερμηνεύσιμων γεγονότων (θαύματα). Με τη στενή έννοια, ο ιντετερμινισμός υποστηρίζει την ελευθερία βούλησης του ανθρώπου νοούμενη από μεταφυσική σκοπιά και δίνει μια μονόπλευρη λύση στο πρόβλημα μεταξύ ελευθερίας και αναγκαιότητας. Στις αστικές θεωρίες για την ιστορία και την κοινωνία του παρόντος, ο ιντετερμινισμός εκδηλώνεται με την άρνηση των γενικών αντικειμενικών νόμων της κοινωνικής ανάπτυξης και τον ισχυρισμό, ότι το τυχαίο, ο ετσιθελισμός και/ή οι υποκειμενικές ανθρώπινες σκοποθετήσεις καθορίζουν το ιστορικό προτσές.


Μηχανιστικός ντετερμινισμός – Διαλεκτικός-υλιστικός ντετερμινισμός (γενική προσέγγιση)

Διάκριση γίνεται μεταξύ μηχανιστικού και διαλεκτικού-υλιστικού ντετερμινισμού. Ο πρώτος είναι χαρακτηριστικός για τον υλισμό της αρχαιότητας (σε απλοϊκή μορφή) και ιδιαίτερα για τον υλισμό του 16ου έως 18ου, αλλά εν μέρει και του 19ου αιώνα. 

Ο μηχανιστικός ντετερμινισμός, ανεξάρτητα από τον ιστορικά προοδευτικό του ρόλο στη πάλη ενάντια στον ιδεαλισμό και τη θρησκεία, παρουσίασε μια σειρά από στενότητες, οι οποίες προέκυψαν κυρίως από το επίπεδο ανάπτυξης της επιστήμης. Για παράδειγμα, απολυτοποίησε τη μηχανική βασική μορφή κίνησης, συρρίκνωσε όλες τις μορφές της αλληλοσύνδεσης στη σχέση αιτίας και αποτελέσματος, αρνήθηκε την αντικειμενικότητα του τυχαίου, δεν διέκρινε την αλληλεπίδραση και, τελικά, οδήγησε σε μια φαταλιστική (μοιρολατρική) κοσμοθεώρηση. Τις ιστορικά προκληθείσες μονομέρειες και τα ελλείμματα του μηχανιστικού ντετερμινισμού τις υπερέβη ο διαλεκτικός-υλιστικός ντετερμινισμός, ο οποίος την πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία του την βρήκε στον διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό.

Σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό, ο διαλεκτικός-υλιστικός ντετερμινισμός στηρίζεται στην επιστημονικά τεκμηριωμένη πεποίθηση, ότι οι ανθρώπινες έννοιες αντανακλούν αντικειμενικά-πραγματικές αλληλοσυνδέσεις. Γι’ αυτό ο Lenin τόνιζε, αναφορικά με τη γνώση της φύσης, ότι: «Η παραδοχή της αντικειμενικής νομοτέλειας της φύσης και της κατά προσέγγισης πιστής αντανάκλασης αυτής της νομοτέλειας στον εγκέφαλο του ανθρώπου είναι υλισμός»[1]. Σε αντίθεση με τον προμαρξιστικό, φυσικοεπιστημονικό υλισμό, ο διαλεκτικός-υλιστικός ντετερμινισμός είναι συνεπής, πλουσιότερος στο περιεχόμενο και πληρέστερος, επειδή συμπεριλαμβάνει την επιστημονική γνώση της γενικής αντικειμενικής νομοτέλειας της ανθρώπινης κοινωνίας και της ιστορίας της, δηλαδή, ταυτόχρονα είναι και ιστορικός ντετερμινισμός.

Ο ντετερμινισμός όμως της μαρξιστικής φιλοσοφίας είναι και διαλεκτικός ντετερμινισμός. Αυτός αναγνωρίζει το στοιχείο του σχετικού σε όλες τις αλληλοσυνδέσεις (αλληλεξαρτήσεις) της αντικειμενικής πραγματικότητας και της ανθρώπινης νόησης.

Είναι εδώ σημαντικό να τονιστεί ότι η υλιστική διαλεκτική είναι πιο ευρεία απ’ ό,τι ο διαλεκτικός ντετερμινισμός. Σ’ αυτήν, -όπως έχουμε αναφέρει ήδη σε άλλο κείμενο-, ανήκουν η αντικειμενική διαλεκτική, η διαλεκτική του προτσές της γνώσης και η υποκειμενική διαλεκτική ως αντανάκλαση της αντικειμενικής. Ο πυρήνας της διαλεκτικής κατά τον Lenin είναι «η διδασκαλία για την ενότητα των αντιθέτων»[2]. Αυτό οφείλεται στο ότι ο πυρήνας της υλιστικής διαλεκτικής είναι η διαλεκτική-υλιστική θεωρία της ανάπτυξης, οι θεμελιώδεις νόμοι της οποίας καθορίζουν την πορεία της ανάπτυξης ως μετάβαση από μια ποιότητα σε άλλη μέσω ποσοτικών και ποιοτικών αλλαγών στο πλαίσιο της παλιάς ποιότητας, την πηγή της ανάπτυξης ως ενότητα των αντιθέτων και την κατεύθυνση της ανάπτυξης ως άρνηση της άρνησης. Ο διαλεκτικός ντετερμινισμός ως μέρος της υλιστικής διαλεκτικής ασχολείται με τον καθορισμό και την προσδιοριστικότητα των αντικειμένων και των προτσές στην αντικειμενική αλληλοσύνδεση. Μέσω της μελέτης της σχέσης αιτιότητας και νόμου, αναγκαιότητας και τυχαίου κτλ, δημιουργεί τις θεωρητικές προϋποθέσεις για την κατανόηση της ανάπτυξης.

* * *

Ο μηχανιστικός ντετερμινισμός εμπεριείχε τον ισχυρισμό ότι τα συμβάντα στον κόσμο είναι αναγκαστικά αιτιοκρατικά μέχρι και τις τελευταίες λεπτομέρειες, ότι η ανθρώπινη γνώση είναι σε θέση να απεικονίσει πλήρως την πραγματικότητα, με απόλυτη ακρίβεια και ότι, κατ’ αυτό τον τρόπο, είναι επίσης σε θέση να προβλέψει την πορεία των γεγονότων μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Πολύ διάστημα προτού αναγκαστεί να υποχωρήσει από αυτή την προκατάληψη υπό την πίεση των νέων φυσικο-επιστημονικών ανακαλύψεων, οι Marx και Engels –ξεκινώντας από τον Hegel- απέδειξαν την αβασιμότητά του.

Ο Engels, στο παράδειγμα ενός λοβού μπιζελιού, έδειξε ότι η αντίληψη του μηχανιστικού ντετερμινισμού οδηγεί στον παραλογισμό: «Μια επιστήμη που θα επιχειρούσε να μελετήσει την περίπτωση αυτού του ατομικού λοβού του μπιζελιού, ανατρέχοντας όλη την αλυσίδα των αιτιών, δεν θα ‘ταν πια επιστήμη, παρά καθαρό παιδιάρισμα˙ γιατί από αυτό το ίδιο λουβί του μπιζελιού έχει ακόμα άπειρο αριθμό από άλλες ατομικές ιδιότητες, τυχαίες από πρώτη ματιά, όπως η απόχρωσή του, το πάχος και η σκληρότητα του φλουδιού του, το μέγεθος των μπιζελιών του, για να μην αναφέρουμε τις ατομικές ιδιομορφίες που θα ανακάλυπτε κανείς με το μικροσκόπιο. Αυτό λοιπόν και μόνο το λουβί του μπιζελιού, θα έδινε για μελέτη περισσότερες αλυσίδες αιτιών, απ’ ό,τι θα μπορούσαν να μελετήσουν όλοι οι βοτανολόγοι του κόσμου»[3].

Η πλήρης σύλληψη της κίνησης μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια από την ανθρώπινη νόηση είναι αδύνατη. Στο προτσές της γνώσης δύναται κάποιος να προσεγγίσει μόνο την πλήρη γνώση, δύναται μόνο να απεικονίσει την πραγματικότητα νοητικά.

Οι αντιλήψεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο καθορίζονται τα γεγονότα στην αντικειμενική πραγματικότητα, εξελίχθηκαν στην πάροδο της ιστορίας των επιμέρους επιστημών και της φιλοσοφίας. Σ’ αυτή την εξέλιξη ο υλιστικός ντετερμινισμός έπρεπε να αντιπαρατεθεί τόσο με τις ιδεαλιστικές αντιλήψεις περί αιτιοκρατίας στον κόσμο όσο και με τον ιντετερμινισμό. Εδώ, ο υλιστικός ντετερμινισμός ήταν πάντα συνδεδεμένος με τις πιο προοδευτικές αντιλήψεις της εποχής του, βασίστηκε πάνω σ’ αυτές και οδήγησε τις γνώσεις τους σε φιλοσοφικές γενικεύσεις. Ανάλογα με τις βασικές φάσεις ανάπτυξης της επιστήμης, μπορεί να γίνει επίσης διάκριση στην ανάπτυξη των αντιλήψεων περί ντετερμινισμού σε διάφορες φάσεις.

Στη συνέχεια θα εξετάσουμε -κάπως συμπυκνωμένα- αυτές τις φάσεις.


Ο ντετερμινισμός στην αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη

Η ιστορία της επιστήμης δείχνει τη σύνδεση της ανάπτυξης της επιστημονικής σκέψης με την πάλη ενάντια στις υπερφυσικές ερμηνείες για τον κόσμο και τις δεισιδαιμονίες. Επειδή η επιστήμη αποκαλύπτει τις πραγματικές συνάφειες των πραγμάτων και των φαινομένων καθώς και τις φυσικές αιτίες για συγκεκριμένα αποτελέσματα, εκπαραθυρώνει επίσης από όλο και νέους τομείς της έρευνας την πίστη στα θαύματα, δηλαδή για φαινόμενα τα οποία δε μπορούν να ερμηνευτούν με φυσικό τρόπο. 

Στις απαρχές της επιστημονικής και φιλοσοφικής σκέψης αντιστοιχεί η αρχική διαλεκτική και ταυτόχρονα υλιστική αντίληψη περί αιτιοκρατίας στον κόσμο, που εκφράστηκε από τους αρχαίους έλληνες φυσικούς φιλόσοφους (Θαλής, Ηράκλειτος, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης), οι οποίοι θεωρούσαν ότι ο κόσμος προέκυψε και αποτελείται από ένα αρχικό υλικό (νερό, φωτιά, άπειρο, αέρας), του οποίου οι νομοτελειακές αλλαγές έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας ποικιλίας υλικών μορφών. Αυτή η απλοϊκή υλιστική στάση εμπεριείχε ήδη τη βασική προϋπόθεση για κάθε επιστημονική εργασία. Παρακινούσε για διερεύνηση της πραγματικότητας. Ο πυρήνας αυτής της απλοϊκής υλιστικής αντίληψης είναι η αναγνώριση της αντικειμενικής αιτιότητας των πραγμάτων και των φαινομένων της αντικειμενικής πραγματικότητας, είναι ο ντετερμινισμός. Ο ντετερμινισμός, επομένως, αναγνωρίζει την προσδιοριστικότητα των πραγμάτων, των φαινομένων, των προτσές κτλ μέσω φυσικών αιτιών. Από δω προκύπτει ότι η ερμηνεία του κόσμου δεν έχει ανάγκη από υπερφυσικές αιτίες, επομένως, όλα μπορούν να ερμηνευτούν με φυσικό τρόπο. Αυτή η βασική ιδέα αποτελεί το περιεχόμενο όλων των ντετερμινιστικών αντιλήψεων των επιστημόνων.

Σε αντίθεση με αυτή την υλιστική στάση οι πυθαγόρειοι εκπροσωπούσαν μια αντικειμενικά-ιδεαλιστική αντίληψη περί ντετερμινισμού. Παρακινούμενοι από τις πρώτες επιτυχίες της μαθηματικής σκέψης απολυτοποίησαν τη σημασία των μαθηματικών σχέσεων στην αντικειμενική πραγματικότητα, θεωρούσαν τον αριθμό ως την πρώτη αρχή και την μαθηματική δομή του κόσμου, που κατανοήθηκε ως θεϊκή αρμονία, ως την αιτία όλου του Είναι. Ενόσω στην ελληνική φυσική φιλοσοφία η ιδέα του δυναμικού γίγνεσθαι και της υλικής του αιτιοκρατίας βρίσκονταν στο επίκεντρο της θεώρησής τους, για τους πυθαγόρειους, αντίθετα, το καθοριστικό ήταν η στατική τάξη του Είναι. Ο μαθηματικός ντετερμινισμός των πυθαγορείων δεν αποκαλύπτει έτσι μόνο την εξάρτησή του από τη θρησκευτική κοσμοθεώρηση, αλλά κάνει επίσης σαφείς τους περιορισμούς που επιβάλλονται αναγκαστικά από μια συγκεκριμένη μορφή ντετερμινισμού, όταν απολυτοποιούνται μονομερώς τα επιτεύγματα μιας και μόνο επιστήμης.

Η ιδεαλιστική αντίληψη περί ντετερμινισμού συνεχίστηκε στη θεωρία περί ιδεών του Πλάτωνα. Σύμφωνα μ’ αυτήν, κάθε υλικό αντικείμενο και κάθε υλικό γεγονός καθορίζεται με τρόπο τέτοιο, που οι αντίστοιχες ιδέες φτάνουν στην ύλη. Στην υλιστική σύλληψή του, αντίθετα, τη σκέψη περί ενός γενικού υλικού καθορισμού της φύσης την συνεχίζουν οι έλληνες ατομικοί φιλόσοφοι. Ο Δημόκριτος κάνει λόγο για άτομα, που πέφτουν ευθύγραμμα («ανελεύθερα»), τα οποία υπόκεινται σε μια αυστηρή αναγκαιότητα και κάθε τυχαίο (ή τυχαιότητα) αποκλείεται. Η κατ’ αυτό τον τρόπο, όμως, προκληθείσα φαταλιστική τάση αίρεται ξανά από τον Επίκουρο, ο οποίος αναγνωρίζει και την αντικειμενική ύπαρξη του τυχαίου: Τα άτομα, σύμφωνα με τον Επίκουρο, μπορούν κατά την ελεύθερη πτώση τους να αποκλίνουν από τις ευθείες γραμμές. Η αντίληψη περί ντετερμινισμού των ατομικών φιλοσόφων αποτελεί την ιστορική πρώιμη μορφή ενός μηχανιστικού ντετερμινισμού. Εδώ, όλα τα γεγονότα προκύπτουν από τις μηχανικές ιδιότητες των ατόμων, τα οποία επιδρούν μεταξύ τους μέσω της πίεσης και της ώθησης. Ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης της επιστήμης την εποχή εκείνη, που καθορίζεται από μια στενότητα, ο ντετερμινισμός των αρχαίων ατομικών φιλοσόφων είχε ιδιαίτερα μεγάλη σημασία για τη γνώση της φύσης, επειδή προσανατολιζόταν στην αποκάλυψη των υλικών αιτιών των γεγονότων και απέρριπτε τη γέννηση τού κάτι από το τίποτα και την τελεολογική ερμηνεία του κόσμου.

Η στάση του Αριστοτέλη στην προβληματική περί ντετερμινισμού είναι σφραγισμένη από την κριτική τόσο της διδασκαλίας του Πλάτωνα όσο και από τον ντετερμινισμό των ατομικών φιλοσόφων. Ο Αριστοτέλης προσχωρεί στην υλιστική αντίληψη, ότι τίποτα δε γεννιέται από το τίποτα˙ στη θεωρία του όμως για τα διάφορα είδη αιτιών, υπάγει σε τελική ανάλυση τις υλικές αιτίες καθώς και αυτές της επίδρασης στην εντελέχεια, η οποία κατανοούνταν ως αιτίες σκοπού και μορφής, των οποίων ύψιστος Θεός είναι το πρώτο κινούν, η πρώτη αιτία του Είναι και του γίγνεσθαι.

* * *

Σε σύνδεση με τον Αριστοτέλη και με τονισμό των ιδεαλιστικών του ασυνεπειών στην αντίληψη περί ντετερμινισμού, ο σχολαστικισμός του Μεσαίωνα αρνείται τον αιτιακό ντετερμινισμό προς όφελος μιας θρησκευτικά καθορισμένης τελεολογίας, ενώ η φιλοσοφία της μετάβασης από τον Μεσαίωνα στη νεότερη εποχή (Cusanus, Bruno) αναγνωρίζει τόσο τις αντικειμενικές αιτιακές σχέσεις όσο και την πραγματοποίηση σκοπών, στόχων που προϋπάρχουν, τους οποίους έθεσε ο Θεός στη φύση.


Κλασικός μηχανιστικός ντετερμινισμός

Με τη γρήγορη ανάπτυξη των φυσικών επιστημών τον 16ο και 17ο αιώνα η τελεολογική σκέψη απωθείται όλο και περισσότερο. Στη θέση της όμως εμφανίζεται σε πολλούς επιστημονικούς τομείς όλο και πιο συχνά η απαίτηση να ερμηνεύονται τα φυσικά φαινόμενα μέσω των φυσικών αιτιών και να αποκαλύπτονται οι αντικειμενικοί νόμοι που κυριαρχούν στα γεγονότα της φύσης. Εδώ, η προβλεψιμότητα των γεγονότων είναι δυνατή στο βαθμό που οι νόμοι της μηχανικής αυτών των γεγονότων, οι συνθήκες τους κτλ είναι γνωστοί/ές. Οι επιτυχίες αυτής της αντίληψης φάνηκαν στα αποτελέσματα της κλασικής μηχανικής. 

Την εποχή εκείνη έχουμε, μεταξύ άλλων, τις μεγάλες ανακαλύψεις του Galilei, τη στροφή από τις αλχημιστικές εικασίες στις απαρχές μιας επιστημονικής χημείας, τον αγώνα του Paracelsus ενάντια στη θέση της Εκκλησίας ότι η αρρώστια είναι τιμωρία από το Θεό και υπέρ μιας ιατρικής η οποία τεκμηριωνόταν στην πείρα και στην εξέταση συγκεκριμένων συναφειών. Στη φιλοσοφία οι Bacon, Hobbes, Descartes και Spinoza προέβαλαν την απαίτηση, για την ερμηνεία των φυσικών φαινομένων να μην λαμβάνονται υπόψη οι σκοποί αλλά οι φυσικές αιτίες. Η αληθινή γνώση θα ‘πρεπε έτσι να βρίσκεται στη γνώση των υλικών αιτιών.

Τις μεγαλύτερες επιτυχίες την περίοδο εκείνη, όπως επίσης και κατά τον 18ο αιώνα που ακολούθησε, είχε η μηχανική. Στα έργα του Kepler, του Galilei και του Newton, δημιουργήθηκε ένα θεωρητικό σύστημα, το οποίο δεν επέτρεψε να περιγραφεί ορθά μόνο η μηχανική κίνηση και η αλληλεπίδραση των σωμάτων που περιβάλλουν άμεσα τον άνθρωπο, αλλά να υπολογιστούν και οι τροχιές των ουρανίων σωμάτων με βεβαιότητα, χωρίς να είναι ανάγκη η χρήση οποιονδήποτε υπερφυσικών αιτιών ή άυλων αρχών. Ιδιαίτερα, όμως, ο Newton, διερεύνησε τους νόμους κίνησης των σωμάτων, διατύπωσε το νόμο της βαρύτητας και συστηματοποίησε την κλασική μηχανική. Στο βιβλίο του «Φυσική φιλοσοφία με μαθηματικές αρχές» ανέπτυξε αυτή τη συστηματική. Ήδη, από τον πρόλογο που απευθύνεται στον αναγνώστη, στην πρώτη έκδοση αυτού του έργου (1687), αναφέρει ότι παρόμοιες μαθηματικές αρχές μπορούν να αναχθούν και για άλλα φυσικά φαινόμενα. Γράφει: «Θα ήταν επιτρεπτό τα υπόλοιπα φαινόμενα της φύσης να αναχθούν με τον ίδιο τρόπο από μαθηματικές αρχές!»[4]. Εδώ φαίνεται ήδη η μετέπειτα εξέλιξη της μηχανιστικής ερμηνείας του κόσμου. Αυτό που αναφέρει ο Newton «με τον ίδιο τρόπο», κατανοήθηκε με τρόπο τέτοιο, που και τα άλλα φαινόμενα της φύσης μπορούν να ερμηνευτούν με τον ίδιο μηχανικό τρόπο.

Η κλασική μηχανική έγινε έτσι πρότυπο των φυσικών επιστημών γενικά, και οι βασικές αρχές της αποτέλεσαν τη βάση αυτών των επιστημών. Για την προβληματική περί ντετερμινισμού αυτό σημαίνει, ότι η απαίτηση για ερμηνείες μέσω των φυσικών αιτιών και των νόμων, συρρικνώθηκε στις ερμηνείες μέσω των μηχανικών αιτιών. Ήδη ο Descartes, δεν ερμήνευσε μηχανικά-αιτιακά μόνο τα φυσικά φαινόμενα, αλλά και τα βιολογικά. Μόνο στην ψυχή, στη συνείδηση, αναγνώρισε την ικανότητα για εκούσιες πράξεις. Ουσιαστικά, η φυσική του Descartes ήταν ντετερμινιστική και η μεταφυσική του ιντετερμινιστική.

Ξεκινώντας από τον Descartes, οι γάλλοι υλιστές του 18ου αιώνα, διέκοψαν χωρίς κανένα συμβιβασμό με κάθε ιντετερμινιστική αντίληψη και ερμήνευσαν τα φυσικά γεγονότα με τη βοήθεια των αρχών της μηχανικής.

Τις βιολογικές διαδικασίες προσπάθησε να ερμηνεύσει επίσης με μηχανικό τρόπο και ένας άλλος σημαντικός μηχανικιστής υλιστής, ο γιατρός La Mettrie, ο οποίος θεωρούσε τον άνθρωπο σαν μια μηχανή, συγκρινόμενη με ένα περίπλοκο ρολόι. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα μέσα στον άνθρωπο μπορούν να υπολογιστούν όταν κατανοήσει κανείς τον περίπλοκο μηχανισμό του ρολογιού[5]. Επομένως, απ’ αυτή τη σκοπιά ο άνθρωπος-μηχανή κατά La Mettrie, υπακούει στις αρχές της μηχανικής. 

Πολλές από τις θεωρητικές αντιλήψεις των γάλλων υλιστών, οι βασικές σκέψεις τους, υλιστικά αν ειδωθούν, είναι σωστές, είναι όμως μονόπλευρες αν ειδωθούν με βάση το επίπεδο της σημερινής επιστήμης, ενώ το επόμενο χρονικό διάστημα αναπτύχθηκαν παραπέρα σε έναν γενικό μηχανιστικό ντετερμινισμό, ο οποίος αποκτά την πιο παραστατική του έκφραση στον λεγόμενο «Δαίμονα του Λαπλάς (Laplace)», μια έννοια που αποτελεί δάνειο από τη μηχανική. Ας την εξετάσουμε λίγο αναλυτικότερα.

Ο Laplace αποδέχεται ένα νοήμον ον, το οποίο πιστεύεται ότι είναι ικανό να γνωρίζει όλες τις δυνάμεις που επιδρούν στη φύση και τις συντεταγμένες όλων των σωμάτων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και να τις υποβάλει σε ανάλυση. Ένας τέτοιος «Δαίμονας» θα μπορούσε στη συνέχεια να συλλάβει σε ένα και μόνο μαθηματικό τύπο την κίνηση τόσο των μεγάλων σωμάτων όσο και το πιο ελαφρύ, το άτομο. Από την στιγμιαία κατάσταση που βρίσκεται το σύμπαν, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, θα μπορούσε να υπολογιστεί αξιωματικά, βάσει των νόμων της μηχανικής, κάθε κατάσταση στο παρελθόν και στο μέλλον. Παραθέτουμε εδώ ένα εκτενές απόσπασμα από το έργο του «Φιλοσοφική προσπάθεια σχετικά με την πιθανότητα», το οποίο δημοσιεύτηκε το 1814. Ο Laplace γράφει: «Σε μια νοημοσύνη [εδώ: «νοήμον ον», ΠΓ] στην οποία σε μια δεδομένη χρονική στιγμή θα ήταν γνωστές όλες οι δυνάμεις που επιδρούν στη φύση και οι αντίστοιχες θέσεις όλων των σωμάτων από τα οποία αποτελείται ο κόσμος, θα μπορούσε, αν ήταν αρκετά πλήρη, να υποβάλει όλα αυτά τα δεδομένα σε ανάλυση, να συνοψίσει σε ένα και τον αυτό τύπο τις κινήσεις των μεγαλύτερων σωμάτων του σύμπαντος και αυτές των πιο ελαφρών ατόμων˙ τίποτα δε θα ήταν για αυτή τη νοημοσύνη αβέβαιο, και για το μέλλον όπως και για το παρόν θα ήταν στα μάτια της παρόν. Το ανθρώπινο πνεύμα προσφέρει την τελειότητα αυτή που έδωσε στην αστρονομία, μια απλή απεικόνιση αυτής της νοημοσύνης. Οι ανακαλύψεις του στο πεδίο της μηχανικής και της γεωμετρίας, συνδεδεμένες με την ανακάλυψη της γενικής βαρύτητας, του κατέστησαν δυνατό να συμπεριλάβει στην ίδια αναλυτική έκφραση [εδώ: μαθηματικό τύπο, ΠΓ] τις καταστάσεις του παρελθόντος και του μέλλοντος του παγκόσμιου συστήματος. Με τη χρήση της ίδιας μεθόδου σε ορισμένα άλλα αντικείμενα της γνώσης, κατόρθωσε να αναγάγει τα παρατηρηθέντα φαινόμενα σε γενικούς νόμους και να προβλέψει φαινόμενα τα οποία προκαλούν αναγκαστικά τα δοσμένα γεγονότα.»[6].

Το νοήμον ον, για το οποίο κάνει λοιπόν λόγο ο Laplace, θα ήταν σε θέση σ’ ένα μηχανιστικό κοσμοείδωλο να προβλέψει επακριβώς το μέλλον, αν γνώριζε όλους τους φυσικούς νόμους και όλες τις αρχικές συνθήκες, όπως, τη θέση και την ταχύτητα όλων των σωματιδίων στον κόσμο, να υπολογίσει και να καθορίσει κάθε μελλοντική κατάσταση. Σύμφωνα με τα παραπάνω θα ήταν δυνατό να διατυπώσει ένα συμπαντικό τύπο.

Ο «Δαίμονας του Λαπλάς» καταρρίφθηκε από την ίδια τη φυσική. Αναφέρουμε εδώ εν συντομία δυο παραδείγματα: 1. Το πρόβλημα των τριών σωμάτων. Ήδη πριν από το 1888, είναι γνωστό από τις εργασίες των Henri Poincaré και Heinrich Bruns, ότι τα συστήματα διαφορικών εξισώσεων που περιγράφουν την κίνηση έστω και μόνο τριών σωμάτων, δε μπορούν πλέον να επιλυθούν με κλειστά ολοκληρώματα και, ως εκ τούτου, μπορούν να επιλυθούν αναλυτικά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Ο «Δαίμονας», επομένως, για καθαρά μαθηματικούς λόγους δεν είναι σε θέση «να υποβάλλει τις γνώσεις του σε ανάλυση». 2. Σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας, δεν είναι δυνατό να συλληφθεί όλος ο κόσμος, επειδή οι πληροφορίες μπορούν να μεταδοθούν το πολύ με την ταχύτητα του φωτός. Δηλαδή, σχηματίζεται ένας «ορίζοντας», έξω από τον οποίο ο «Δαίμονας» δε μπορεί να δει. Δεν μπορεί επομένως να συλλάβει όλες τις καταστάσεις του κόσμου και, κατά συνέπεια, δε μπορεί να προβλέψει. Η γνώση αυτή απαγορεύει στο να μπορεί να υπάρχει ο «Δαίμονας».

Η αντίληψη περί «Δαίμονα» του Laplace έχει ουσιαστικά ως βάση τον μηχανιστικό ντετερμινισμό, σύμφωνα με τον οποίο η φύση αποτελεί μια μοναδική αδιάκοπη αλυσίδα από αιτίες και αποτελέσματα, που αναγκαστικά συνδέονται μεταξύ τους (dHolbach).

Ο μηχανιστικός ντετερμινισμός που περιγράψαμε πιο πάνω, εμπεριέχει τις εξής παραδοχές: 1. Όλες οι κινήσεις ανάγονται στη μηχανική κίνηση. 2. Η μηχανική αρχική κατάσταση είναι δοσμένη μέσω της ταυτόχρονης αρχικής θέσης και της αρχικής ταχύτητας. 3. Ο πραγματικός κόσμος είναι απλός, οι βασικοί νόμοι της μηχανικής είναι και βασικοί νόμοι του κόσμου γενικά.

Αυτές οι περιοριστικές συνθήκες είχαν τεράστια σημασία για την πρόοδο της επιστήμης. Η επιστήμη είναι αναγκασμένη να περιορίζεται στην έρευνα βασικών πλευρών των προς εξέταση αντικειμένων. Έτσι, για παράδειγμα, ο Galilei μπόρεσε να διατυπώσει το νόμο της πτώσης των σωμάτων επειδή θεώρησε αμελητέες συνθήκες εκείνες που οδηγούν σε κάποια σχετική απόκλιση από το νόμο της πτώσης των σωμάτων, που όμως δεν είναι καθοριστικές για την ελεύθερη πτώση τους. Βρήκε μια σημαντική σχέση μεταξύ του χρόνου πτώσης, της απόστασης της πτώσης και της βαρύτητας της Γης, θεωρώντας εδώ αμελητέα την αντίσταση του αέρα, την τριβή κτλ. Παρομοίως, η μεγάλη σημασία της κλασικής μηχανικής βρίσκεται στον υπολογισμό όλων των κινήσεων, στις οποίες ισχύουν οι πιο πάνω παραδοχές. Σημαντικός ήταν ο προσανατολισμός που έδινε ο μηχανιστικός ντετερμινισμός για την εξερεύνηση των πραγματικών αλληλοσυνδέσεων, των πραγματικών αιτιών.

Ο ιστορικός προοδευτικός ρόλος του μηχανιστικού ντετερμινισμού βρίσκεται παραπέρα, στο ότι σε σύνδεση με την επιστήμη της εποχής του κήρυξε την πάλη ενάντια σε όλες τις θεολογικές-τελεολογικές προσπάθειες ερμηνείας της φύσης, τόνισε τη γνώση η οποία  τεκμηριώνεται πάνω στην πείρα και τη δύναμη της επιστήμης και, κατ’ αυτό τον τρόπο, έγινε η κοσμοθεωρητική και μεθοδολογική βάση για πολλά επιτεύγματα που ακολούθησαν στις φυσικές επιστήμες. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Engels «είναι μεγάλη η τιμή της φιλοσοφίας εκείνου του καιρού, πως δεν αφέθηκε να παρασυρθεί από τις περιορισμένες γνώσεις που είχαν τότε για τη φύση και επέμενε –από τον Σπινόζα ως τους μεγάλους υλιστές της Γαλλίας- να εξηγήσει τον κόσμο με τον ίδιο τον κόσμο, αφήνοντας στις φυσικές επιστήμες του μέλλοντος τη φροντίδα να επαληθεύσουν τις λεπτομέρειες.» [7].

Ντετερμινισμός, επομένως, σημαίνει την ενότητα τριών πλευρών: α) Αναγνώριση της ύπαρξης αντικειμενικών αλληλοσυνδέσεων, β) προσανατολισμός στη διερεύνηση νέων αλληλοσυνδέσεων και γ) απόρριψη του ιντετερμινισμού.

Ταυτόχρονα, ο μηχανιστικός ντετερμινισμός παρουσίασε και μια σειρά από στενότητες που προκλήθηκαν ιστορικά, οι οποίες τού έκαναν αδύνατο να τεκμηριώσει την υλιστική-ντετερμινιστική θέση για όλους τους τομείς της αντικειμενικής πραγματικότητας. Θέλοντας να αποδώσει όλες τις επιδράσεις σε μηχανικές αιτίες, όλες τις κινήσεις στη μηχανική κίνηση και όλες τις νομοτέλειες στους νόμους της μηχανικής, έκλεισε το δρόμο για την ερμηνεία των προτσές των υψηλότερων μορφών κίνησης της ύλης, οι οποίες στην ιδιαιτερότητά τους διακρίνονται ποιοτικά από αυτές της μηχανικής μορφής κίνησης. Ειδικά για τον μηχανιστικό ντετερμινισμό, δεν ήταν δυνατό να αποκαλύψει τις αντικειμενικές, καθοριστικές αιτίες του κοινωνικού προτσές ανάπτυξης: Ως καθοριστικούς παράγοντες της ανθρώπινης ιστορίας θεωρεί είτε, ακολουθώντας τη βασική θέση του, τη θέση και την ταχύτητα των ατόμων και των μορίων στο ανθρώπινο σώμα (π.χ. το πολύ ζεστό αίμα στην καρδιά ενός κατακτητή, κατά τον dHolbach, μπορεί να προκαλέσει πόλεμο), είτε τα ιδεατά κίνητρα, χωρίς αυτά να αποδίδονται στην υλική κοινωνική τους βάση. Αποδείχτηκε έτσι ανεπαρκής εκεί, όπου δεν ίσχυαν οι προαναφερθείσες συνθήκες. Ένα ακόμη παράδειγμα από το παρόν: Όποιος αρνείται την αντικειμενική αλληλοσύνδεση μεταξύ ιμπεριαλισμού και πολέμου, δεν είναι σε θέση να παλέψει για την εξάλειψη των αιτιών του πολέμου. Δε είναι παραπέρα σε θέση να κατανοήσει τη φασιστικοποίηση του κρατικού μηχανισμού, το μιλιταρισμό και τον κίνδυνο του πολέμου. Όποιος δεν αναγνωρίζει τις αντικειμενικές αλληλοσυνδέσεις στη φύση και την κοινωνία, αποδέχεται ότι ο κόσμος είναι καθορισμένος εκ των προτέρων, ότι οι πόλεμοι είναι αναπόφευκτοι, γιατί όπως ισχυρίζονται κάποιοι είναι θέμα «γονιδίων», με άλλα λόγια ότι οι πράξεις των ανθρώπων είναι προκαθορισμένες, τότε είναι επόμενο, ότι αυτός θελημένα ή όχι, βοηθά στην όξυνση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης του ίδιου, της χώρας του και των άλλων λαών. 

Ο μηχανιστικός ντετερμινισμός παρέμεινε έτσι εγκλωβισμένος σε μια ιδεαλιστική αντίληψη της Ιστορίας, μη μπορώντας να αναγνωρίσει τις κοινωνικές νομοτέλειες της ανάπτυξης. Απολυτοποιώντας παραπέρα την αναγκαιότητα, την οποία κατανοούσε μηχανιστικά, και αρνούμενος την αντικειμενική ύπαρξη του τυχαίου, είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση φαταλιστικών συνεπειών. Η κατ’ αυτό τον τρόπο εξυψωθείσα απολυτοποιημένη αναγκαιότητα, μετατράπηκε πρακτικά σε ένα αναπότρεπτο πεπρωμένο ή σε μια αμετατόπιστη βούληση του Θεού.

Οι ανεπάρκειες του μηχανιστικού ντετερμινισμού έδιναν στον ιδεαλισμό και στον ιντετερμινισμό διαρκώς αφορμές να του επιτεθούν. Το γεγονός ότι η αιτιότητα δε μπορεί να αναχθεί σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος, οδήγησε τον Kant σε μια υποκειμενική-ιδεαλιστική αντίληψη περί αιτιότητας, την οποία βλέπει ως μια a priori (εκ των προτέρων) δοσμένη μορφή νόησης, με τη βοήθεια της οποίας μπορούν να ταξινομηθούν τα φυσικά φαινόμενα σε μια διαδοχική σειρά. Η διαπίστωσή του, ότι δε θα υπάρξει ένας Newton του χορταριού, ότι δηλαδή ο μηχανικισμός κατά την ερμηνεία των περίπλοκων βιολογικών προτσές, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον οργανισμό, δε μπορεί να παρατάξει τίποτα απέναντί τους, στρεφόταν ενάντια στον μηχανιστικό ντετερμινισμό. Το διάστημα που ακολούθησε, με την αξιοποίηση των κενών που υπήρχαν στην έρευνα των επιμέρους επιστημών, δυσκολεύτηκε μια συγκεκριμένη πραγματοποίηση του ντετερμινισμού σε επιμέρους ζητήματα της βιολογίας και με τη βοήθεια επιπρόσθετων τελεολογικών επιχειρημάτων, καθώς και αυτών του βιταλισμού, καταπολεμήθηκε ο ντετερμινισμός στη βιολογία.

Η μεταφυσική ουσία του μηχανιστικού ντετερμινισμού απέκτησε για πρώτη φορά μια περιεκτική, αξιωματική κριτική στην φιλοσοφία του Hegel. Ο Hegel, τονίζοντας τον διαλεκτικό χαρακτήρα της αλληλοσύνδεσης μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος, αναγκαιότητας και ελευθερίας, έκανε τις πρώτες προσεγγίσεις για την υπέρβαση της μηχανιστικής-μεταφυσικής αντίληψης περί ντετερμινισμού. Ο Hegel υπογράμμισε ιδιαίτερα την αδιάσπαστη ενότητα μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος, έδειξε ότι η θεώρηση άπειρων γραμμικών αιτιακών αλυσίδων, όπως αυτές που υποδηλώνει σε τελική ανάλυση ο μηχανιστικός ντετερμινισμός, οδηγούν παραπέρα στην έρευνα των διαλεκτικών συναφειών και ότι η γνώση των αιτιακών αλληλοσυνδέσεων πρέπει να ολοκληρωθεί με την έρευνα περαιτέρω μορφών αλληλοσύνδεσης.

Παράλληλα με αυτή τη φιλοσοφική κριτική, το νέο φυσικο-επιστημονικό υλικό στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έδειχνε όλο και πιο καθαρά την ανεπάρκεια του μηχανιστικού ντετερμινισμού κατά την εφαρμογή σε υψηλότερες μορφές κίνησης της ύλης. Ιδιαίτερα η θεωρία της εξέλιξης του Darwin κατέστησε σαφές, ότι στην εξέλιξη της οργανικής φύσης οι ντετερμινιστικοί παράγοντες είναι αποτελεσματικοί, σε καμιά περίπτωση όμως δε μπορούν να αναχθούν στους μηχανιστικούς και ότι η αναγνώρισή τους δύναται να αντικρούσει την ιστορία της Βίβλου περί δημιουργίας πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι ο μηχανιστικός ντετερμινισμός.

Το αποφασιστικό βήμα όμως για την υπέρβαση του μηχανιστικού ντετερμινισμού μπόρεσε να γίνει μόνο αφότου δείχτηκε και για την κοινωνική σφαίρα, ποιες είναι οι πραγματικές υλικές αιτίες των προτσές και των δομών που εμφανίζονται εδώ, καθώς και το που βρίσκεται η ιδιαιτερότητα αυτών των νόμων. Το καθήκον αυτό το έφεραν σε πέρας οι Marx και Engels με την επεξεργασία της υλιστικής αντίληψης της Ιστορίας. Οι Marx και Engels έδειξαν ότι οι αιτίες συγκεκριμένων κοινωνικών φαινομένων βρίσκονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις, ότι «η κάθε φορά οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας αποτελεί την πραγματική βάση που σε τελευταία ανάλυση εξηγεί όλο το εποικοδόμημα των νομικών και πολιτικών θεσμών, καθώς και των θρησκευτικών, φιλοσοφικών και άλλων αντιλήψεων κάθε ιστορικής περιόδου.»[8] και ότι και οι οικονομικές σχέσεις σε κάθε εποχή εμφανίζονται και παρέρχονται.

Με την εμφάνιση του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού δόθηκαν για πρώτη φορά όλες οι προϋποθέσεις να αντικατασταθεί ο μηχανιστικός ντετερμινισμός από μια νέα αντίληψη περί ντετερμινισμού, η οποία όχι μόνο διατήρησε τα θετικά του στοιχεία, αλλά γενικά έκανε για πρώτη φορά δυνατό να εφαρμοστεί σε όλους τους τομείς της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα από τη φιλοσοφική κριτική στον μηχανιστικό ντετερμινισμό που είχε προηγηθεί, ενώ ταυτόχρονα βρισκόταν στο ύψος της προοδευτικής επιστήμης της εποχής του. Αυτή η αντίληψη που τεκμηριώθηκε από τη μαρξιστική φιλοσοφία είναι ο διαλεκτικός-υλιστικός ντετερμινισμός. Εδώ κάνουμε λόγο για τις κατηγορίες της υλιστικής διαλεκτικής, όπως, ενικό – μερικό – γενικό, αιτιότητα και αλληλεπίδραση, δυνατότητα και πραγματικότητα, αναγκαιότητα και τυχαίο κ.α., τις οποίες θα αναλύσουμε σε μια σειρά κείμενα.
______

Σημειώσεις

[1] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός. Άπαντα, τόμ. 18, σ. 162.

[2] Β. Ι. Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια. Άπαντα, τόμ. 29, σ. 203.

[3] Φρίντριχ Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 198. Εκδ. Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα 2008.

[4] Isaak Newton: Mathematische Prinzipien der Naturlehre. Verlag von Robert Oppenheim. Berlin 1872 (http://de.wikisource.org/wiki/Mathematische_Principien_der_Naturlehre).

[5] Βλ. Julien Offray de La Mettrie: Die Maschine Mensch. Meiner Verlag. Hamburg 2009.

[6] P. S. de Laplace (1814): Philosophischer Versuch über die Wahrscheinlichkeit, σ. 1 και 2. Akademische Verlagsgesellschaft M. B. H. Leipzig 1932.

[7] Ό.π., Φ. Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 8.

[8] Φρίντριχ Ένγκελς: Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, σ. 147. Στο: Μαρξ-Ένγκελς: Διαλεχτά Έργα, τόμ. Β’. Εκδ. ΚΕ του ΚΕ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.