Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Ρόζα Λούξεμπουργκ: Για τη Ρωσική Επανάσταση


Δεν πρόκειται για εθνική υπόθεση

Συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τότε που η Ρόζα Λούξεμπουργκ τέλειωσε την εργασία στο χειρόγραφό της για τη Ρωσική Επανάσταση. Πρόκειται για ένα έργο ημιτελές, το οποίο αξιοποίησαν ιδιαίτερα ο αναθεωρητισμός και ο αντικομουνισμός, προκειμένου, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, να δυσφημίσουν την Οκτωβριανή Επανάσταση. Τι αποκρύπτουν όλοι αυτοί; Ποιες ήταν οι κύριες διαφωνίες και η έντονη κριτική που άσκησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ στους μπολσεβίκους; Δικαιώθηκε; Και αν ναι, σε ποια σημεία; (Κατά την άποψή μας, αναφορικά με το σοσιαλισμό, υπάρχουν ακόμη αρκετά ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά, -ασφαλώς, δεν αναφερόμαστε μόνο στο γραπτό της Ρ. Λούξεμπουργκ-, και μόνο μια σε βάθος μαρξιστική ανάλυση, η οποία θα απαιτήσει ακόμη πολύ χρόνο και σοβαρές προσπάθειες από το μαρξιστικό-κομμουνιστικό κίνημα, θα μπορέσει να τα διαφωτίσει). Ο συγγραφέας του παρόντος κειμένου επιχειρεί μια σύντομη προσέγγιση σε ζητήματα που θέτει η Ρόζα Λούξεμπουργκ (ΠΓ).

του Leo Schwarz

Στις 8 Νοεμβρίου η Ρόζα Λούξεμπουργκ εγκατέλειψε τη φυλακή του Βρότσλαβ. Κανείς δε την εμπόδισε σ’ αυτό: Η επανάσταση είχε φτάσει ήδη στην πόλη της Σιλεσίας. Στις 10 Νοεμβρίου το βράδυ έφτασε στο Βερολίνο. Στο ξενοδοχείο που βρισκόταν κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό Άνχαλτερ, όπου πέρασε τη νύχτα, ιδρύθηκε την επόμενη ημέρα η Ένωση Σπάρτακος. Ακολούθησαν δύο μήνες εξαντλητικής πολιτικής και δημοσιογραφικής δουλειάς για τη γερμανική επανάσταση. Στη συνέχεια η Ρόζα Λούξεμπουργκ δολοφονήθηκε.

Τις τελευταίες βδομάδες στις φυλακές του Βρότσλαβ είχε εργαστεί σε ένα χειρόγραφο, το οποίο στόχο είχε να αποσαφηνίσει και να εκθέσει τη στάση της για μια άλλη επανάσταση: τη Ρωσική. Αφορμή για αυτό το γράψιμο ήταν μια αντιπαράθεση με το στενό κύκλο των πολιτικών της φίλων: Ο Ερνστ Μέγιερ, ο οποίος μετά τη σύλληψη τού Λέο Γιόγκιχες την άνοιξη του 1918 φρόντιζε για τα φυλλάδια της Ομάδας Σπάρτακος, είχε απορρίψει ένα άρθρο της Ρόζας Λούξεμπουργκ σχετικά με την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ με μια σημείωση εκ μέρους της Συντακτικής Επιτροπής η οποία αποστασιοποιούνταν και, λίγο μετά, τη δημοσίευση επίσης ενός άλλου κριτικού σχολίου για την τακτική των μπολσεβίκων. Ο Μέγιερ έγραψε σχετικά μ’ αυτό το Ιανουάριο του 1922 στην Rote Fahne (Κόκκινη Σημαία): «Θεώρησα ότι αυτό το άρθρο δεν είναι επίσης κατάλληλο προς δημοσίευση και παρακάλεσα τον Πάουλ Λέβι, ο οποίος βρισκόταν στο Βερολίνο, να πάει στο Βρότσλαβ στη συντρόφισσα Λούξεμπουργκ και να της εξηγήσει προφορικά, για ποιο λόγο δεν είναι δυνατό να δημοσιευτεί αυτό το άρθρο στην τότε εποχή (…) Ο Πάουλ Λέβι επέστρεψε από το ταξίδι του στο Βρότσλαβ με την πληροφορία ότι η συντρόφισσα Λούξεμπουργκ συμφώνησε να μη γίνει η δημοσίευση. Ταυτόχρονα πληροφορήθηκα ότι η συντρόφισσα Λούξεμπουργκ θα εκφραστεί αναλυτικά σε συνάφεια με τη συνολική τακτική των μπολσεβίκων.»[1]

Αυτή η «συναφής» επεξεργασία, η οποία ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο, ίσως ακόμη και τον Οκτώβριο του 1918, παρέμεινε ημιτελής. Το πρωτότυπο εξαφανίστηκε τον Ιανουάριο του 1919 και βρέθηκε ξανά το 1928. Στην αλλαγή του έτους 1921/22, μερικούς μήνες μετά τη διαγραφή του από το KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας), ο Πάουλ Λέβι, ο οποίος είχε ένα αντίγραφο (που δεν ήταν χωρίς λάθη), δημοσίευσε αυτό το κείμενο της Ρόζας Λούξεμπουργκ με τον τίτλο «Η Ρωσική Επανάσταση. Μια κριτική εκτίμηση». Ο Λέβι δεν απέκρυψε την πολιτική του πρόθεση: Η Λούξεμπουργκ, γράφει στην Εισαγωγή, το 1918 «κατέληξε σε αποτελέσματα, τα οποία αφήνουν επίσης την προαίσθηση για την κρίση της σχετικά με την τωρινή πολιτική των μπολσεβίκων»: Στο γραπτό φαίνεται η «έντονη αντίθεση μεταξύ των μπολσεβίκων και της Ρόζας Λούξεμπουργκ». Παρ’ όλο που δυό στενοί φίλοι της Λούξεμπουργκ, η Κλάρα Τσέτκιν και ο Άντολφ Βάρσκι, παρενέβησαν αμέσως με δημοσιεύματα[2], άρχισε εδώ η καριέρα μιας ερμηνείας αυτού του κειμένου, που μετέτρεψε τη συνιδρύτρια του KPD σε ενδιαφέρουσα και ικανή να συνδεθεί με ένα ιδιαίτερα στη Γερμανία υπάρχων ακόμη ολοζώντανο περιβάλλον «αριστερών» αντικομουνιστών –που φθάνει μέχρι την οικειοποίησή της. Πρόσφατα ανακαλύφθηκε εδώ, γιατί η «αντιμπολσεβίστρια» Λούξεμπουργκ ίδρυσε μαζί με τους «οπαδούς του Λένιν» το KPD: Συγκεκριμένα, «αποκλειστικά και μόνο για να εμποδίσει έναν μυστικά χρηματοδοτούμενο ανταγωνισμό από τους μπολσεβίκους του Λένιν προς την Ένωση Σπάρτακος»[3]. Μια προσέγγιση για κάτι πιο συγκεκριμένο δεν υπήρξε.

Πως ταιριάζουν τέτοιου είδους παράνοιες με απόψεις όπως αυτές του Πάουλ Φρέλιχ από το έτος 1939; Ο Φρέλιχ, όταν βρισκόταν εξορία στο Παρίσι –περισσότερο από μια δεκαετία μετά τη ρήξη του με το KPD- είχε γράψει: «Σε καμιά περίπτωση η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν είχε την πρόθεση να ξεκινήσει εκστρατεία ενάντια στους μπολσεβίκους. Στους επαίνους ήταν πάντα φειδωλή, και ποτέ δε μίλησε για ανθρώπους και για ένα κόμμα με τόση ενθουσιώδη αναγνώριση όσο για τους μπολσεβίκους σ’ αυτό το σύγγραμμα. Είναι μύθος αυτό που ισχυρίζονται οι ρεφορμιστές ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε απορρίψει τη συνολική πολιτική των μπολσεβίκων, την Οκτωβριανή Επανάσταση και την ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου και ότι έτσι δικαιολόγησε την πολιτική των μενσεβίκων.»[4] Συνεπώς, παραμένει να ξεκαθαριστεί: Τι βρίσκεται πραγματικά στο «Για τη Ρωσική Επανάσταση»;


Διάσωση της υπόληψης του σοσιαλισμού

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ξεκινά το κείμενό της με μια κριτική της αντίληψης ότι η Ρωσία δεν ήταν «ώριμη» για μια επανάσταση και ότι επαναστατικοποιήθηκε μόνο μέσω του πολέμου. Η εκπληκτική επέκταση που έχει πάρει η επανάσταση στη Ρωσία –ήδη στην πρώτη της πρόταση χαρακτηρίζεται ως «το σημαντικότερο γεγονός του παγκοσμίου πολέμου»-, η «βαθιά επίδραση, κλονίζοντας όλες τις ταξικές σχέσεις, προβάλλοντας όλα τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα», αποδεικνύει άμεσα ότι «στην ίδια τη Ρωσία είχε βαθιές ρίζες, και είχε φτάσει στο ίδιο το εσωτερικό της, σε πλήρη ωριμότητα». Ο πόλεμος όχι μόνο την «προκάλεσε», αλλά της «δημιούργησε τις πιο δύσκολες και τις πιο ανώμαλες συνθήκες». Τη «δογματική θεωρία» των μενσεβίκων, των γερμανών κεντριστών και των «κυβερνητικών σοσιαλιστών», οι οποίοι στη Ρωσία «θεωρούν δυνατή μόνο μια αστική επανάσταση», την απορρίπτει ρητά: Αυτή «έχει την προέλευσή της σ’ αυτή την πρωτότυπη “μαρξιστική ανακάλυψη” ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι μια εθνική υπόθεση κάθε σύγχρονου κράτους». Η επανάσταση της Ρωσίας όμως είναι «καρπός της διεθνούς ανάπτυξης και του αγροτικού ζητήματος» και «δε μπορεί μέσα στα όρια της αστικής κοινωνίας» να οδηγήσει σ’ ένα σοσιαλιστικό τέλος.

Η Ρωσική Επανάσταση έχει επομένως ειδικές «εθνικές» αιτίες –τις συνθήκες εδάφους και τις αγροτικές συνθήκες-, ωστόσο, ανατινάζοντας στην πορεία της τα όρια της αστικής ιδιοκτησιακής τάξης πραγμάτων θέτει «προβλήματα» τα οποία μπορούν να λυθούν μόνο διεθνώς. Εξαρτάται «εντελώς» από τα διεθνή γεγονότα: «Το ότι οι μπολσεβίκοι εξάρτησαν όλη τους την πολιτική από την παγκόσμια επανάσταση του προλεταριάτου, είναι ακριβώς η πιο σαφής απόδειξη της διορατικότητάς τους, της πίστης τους στις αρχές και της πολιτικής τους τόλμης.» Είναι «ιστορικό τους επίτευγμα», που από την αρχή «διακήρυξαν εκείνη την τακτική και την ακολούθησαν με σιδερένια συνέπεια, η οποία μόνο αυτή μπόρεσε να σώσει τη δημοκρατία και να ωθήσει μπροστά την επανάσταση». Την «εξέγερση του Οκτώβρη» η Ρόζα Λούξεμπουργκ την χαιρετίζει ως «διάσωση της υπόληψης του διεθνούς σοσιαλισμού». Στους μπολσεβίκους ανήκει το «αθάνατο ιστορικό κατόρθωμα» στο ότι «προπορεύονταν» επειδή «έθεσαν πρακτικά το πρόβλημα της πραγματοποίησης του σοσιαλισμού»: «Στη Ρωσία μπορούσε το πρόβλημα μόνο να τεθεί. Και μ’ αυτή την έννοια το μέλλον ανήκει παντού στο “μπολσεβικισμό”».

Η βασική της επιφύλαξη είναι ότι «ακόμη και ο πιο γιγαντιαίος ιδεαλισμός και η πιο σταθερή επαναστατική δράση» δεν εγγυώνται την επιτυχία. Αν οι κρίσεις και τα προβλήματα που προέκυψαν στην πορεία της επανάστασης –πάντως ως σοσιαλιστική- δεν λυθούν διεθνώς, τότε θα βρει εδώ το «όριό» της˙ θα εκφυλιστεί σε μια «ανήμπορη, παραμορφωμένη προσπάθεια» για δημοκρατία και σοσιαλισμό, σ’ έναν «κυκεώνα αντιφάσεων και σφαλμάτων». Για την Λούξεμπουργκ αυτό αποτελεί μια «πικρή διαπίστωση» -για την οποία όμως, ακριβώς, διαπίστωση δεν θεωρεί υπεύθυνους τους μπολσεβίκους για τα σφάλματα ή τις ανεπάρκειες: «Όλα όσα συμβαίνουν στη Ρωσία είναι κατανοητά και μια αναπόφευκτη αλυσίδα αιτιών και αποτελεσμάτων, τα σημεία αφετηρίας τους και το τέλος τους: η αποτυχία του γερμανικού προλεταριάτου και η κατοχή της Ρωσίας από το γερμανικό ιμπεριαλισμό.» Σύμφωνα με την Λούξεμπουργκ, τον ισχυρισμό περί μιας θεμελιώδους ρωσικής «ανωριμότητας» για σοσιαλισμό, τον εκπληρώνει σ’ αυτό το πλαίσιο η πρακτική λειτουργία, «να απαλλάξει από τις ευθύνες το διεθνές προλεταριάτο, κυρίως το γερμανικό προλεταριάτο σχετικά με τις τύχες της Ρωσικής Επανάστασης και να αρνηθεί τους διεθνείς δεσμούς αυτής της επανάστασης». Το να επισημανθούν όμως αυτά, αποτελεί «το πρώτο καθήκον μιας κριτικής εξέτασης της Ρωσικής Επανάστασης».

Η έντονη κριτική προς το ρωσικό Κόμμα, την οποία η Ρόζα Λούξεμπουργκ διατύπωσε αναμφισβήτητα στο χειρόγραφό της, βρίσκεται κάτω από αυτό το στρατηγικό επίπεδο –ουσιαστική, μάλιστα ενθουσιώδης επιδοκιμασία για την προσπάθεια των μπολσεβίκων, συνδεδεμένη με μια έκκληση για διεθνή επανάσταση. Θεωρεί ότι μια σειρά μέτρα και μέθοδοι των ρώσων συντρόφων εσφαλμένα/ες: δεν θέλει τα σφάλματα αυτά «να γίνουν αποδεκτά από τη Διεθνή ως εξαιρετικά πρότυπα σοσιαλιστικής πολιτικής»˙ ακόμη και τα «λαμπρά κεφάλια στη κορυφή της Ρωσικής Επανάστασης», αναφέρει, δεν θα είχαν ασφαλώς κανένα ενδιαφέρον για έναν «άκριτο θαυμασμό και μια ένθερμη μίμηση». Η κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ αφορά κυρίως στα ακόλουθα σημεία: στο ζήτημα της αγροτικής μεταρρύθμισης, στο «δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», στη δημοκρατία και την τρομοκρατία.


Κοινωνικοποίηση της γεωργίας

Όπως είναι σύνηθες με όλους τους μεγάλους σοσιαλιστές, το αγροτικό πρόγραμμα των μπολσεβίκων μέχρι το 1917 προέβλεπε την εθνικοποίηση της μεγάλης γαιοκτησίας. Δεν ήταν υπέρ της διανομής των μεγάλων περιουσιών στους αγρότες˙ αυτός ήταν δηλωμένος στόχος του μικροαστικού ανταγωνισμού˙ του κόμματος των σοσιαλεπαναστατών. Ωστόσο, πρακτικά αυτό ακριβώς το πρόγραμμα εφαρμόστηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση: Οι αγρότες και οι ακτήμονες μοιράστηκαν μεταξύ τους τη μεγάλη γαιοκτησία˙ προέκυψε μια τάξη εκατομμυρίων αγροτών ιδιοκτητών.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έβλεπε στη διανομή της γης από τους αγρότες ένα εμπόδιο για τη μελλοντική σοσιαλιστική ανάπτυξη και στην αποδοχή ή ακόμη και στην υποστήριξη αυτής της ανάπτυξης από μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, ένα σοβαρό σφάλμα. [Κατά την Λούξεμπουργκ] η κατοχή μεγάλης ιδιοκτησίας αποτελεί το δοσμένο αφετηριακό σημείο του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής στην ύπαιθρο˙ η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής που υπάρχει εδώ προσφέρει την πρώτη αφετηρία για τη σοσιαλιστική οργάνωση της αγροτικής παραγωγής: «Εθνικοποίηση της μεγάλης και μεσαίας γαιοκτησίας, συνένωση της βιομηχανίας και της γεωργίας, αυτές είναι δυο βασικές πτυχές κάθε σοσιαλιστικής οικονομικής μεταρρύθμισης, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει σοσιαλισμός.»

Η διανομή της γης [κατά την Λούξεμπουργκ] δεν αλλάζει το σύστημα της ιδιοκτησίας˙ μάλιστα το μεγαλύτερο όφελος το είχαν οι πλούσιοι αγρότες, η δύναμη των οποίων αυξήθηκε: «Παλιότερα μια σοσιαλιστική μεταρρύθμιση στην ύπαιθρο σκόνταφτε, το πολύ, στην αντίσταση μιας μικρής κάστας ευγενών και καπιταλιστικών μεγάλων γαιοκτημόνων, καθώς και μιας μικρής μειοψηφίας της πλούσιας αστικής τάξης του χωριού, της οποίας η απαλλοτρίωση από μία επαναστατική λαϊκή μάζα θα ήταν ένα παιδικό παιχνιδάκι. Σήμερα, μετά την “απελευθέρωση” απέναντι σε κάθε σοσιαλιστική κοινωνικοποίηση της γεωργίας ορθώνεται ως εχθρός μια ιδιαίτερα αυξημένη και ισχυρή μάζα χωρικών ιδιοκτητών, η οποία θα υπερασπίσει την πρόσφατα αποκτημένη ιδιοκτησία της ενάντια σε όλες τις σοσιαλιστικές απόπειρες με νύχια και με δόντια. Σήμερα το ζήτημα της μελλοντικής κοινωνικοποίησης της γεωργίας και, συνεπώς, της παραγωγής γενικά στη Ρωσία, έχει μετατραπεί σε ζήτημα αντίθεσης και πάλης μεταξύ του προλεταριάτου των πόλεων και της αγροτικής μάζας.»

Σε ένα αφηρημένο αναλυτικό και προγραμματικό επίπεδο, δεν υπάρχει τίποτα το εσφαλμένο σ’ αυτές τις προτάσεις. Το ζήτημα είναι αν ανταποκρίνονται στην ιστορική κατάσταση: Στη Ρωσία το 1917 δεν έλαβε χώρα μόνο μια προλεταριακή επανάσταση στις πόλεις, αλλά και μια αγροτική επανάσταση στην ύπαιθρο, η οποία σε μεγάλο βαθμό έχει εξαφανιστεί από την ιστορική μνήμη, και της οποίας το κύριο αίτημα και περιεχόμενο ήταν η διανομή της μεγάλης γαιοκτησίας. Η ίδια η Λούξεμπουργκ κάνει λόγο σε ένα σημείο για ένα «αυθόρμητο κίνημα της αγροτιάς», επιχειρηματολογεί όμως με τέτοιο τρόπο σαν να εναπόκειται στους μπολσεβίκους να αντιταχθούν σ’ αυτό το κίνημα ή να το αποδεχτούν. Το να «αντιταχθούν», όμως, εδώ δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το 1917/18 αυτό θα σήμαινε τη διεξαγωγή ενός εμφυλίου πολέμου όχι μόνο ενάντια στους Λευκούς, αλλά και ενάντια στον αγροτικό πληθυσμό: μια συνταγή που θα είχε μετατρέψει πολύ γρήγορα τη ρωσική Σοβιετική Δημοκρατία σ’ ένα ιστορικό επεισόδιο. Ωστόσο, αν κάνει κάποιος εδώ ένα βήμα προς τα πίσω, τότε σ’ αυτό το σημείο το νόημα της αναφοράς της Ρόζας Λούξεμπουργκ καταλήγει στη «διεθνή» άρση της Ρωσικής Επανάστασης: Μια καθαρά «ρωσική» επίλυση του αγροτικού προβλήματος θα έπρεπε να τελειώσει είτε με την άμεση ήττα της επανάστασης είτε με έναν στον πυρήνα του αντισοσιαλιστικό συμβιβασμό.


Μικροαστική φρασεολογία

Την πιο σφοδρή κριτική την έκανε η Λούξεμπουργκ ενάντια στο σύνθημα του «δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των εθνών». Αυτός ακριβώς είναι «ο άξονας της εσωτερικής τους (μπολσεβίκων) πολιτικής μετά την αλλαγή του Οκτώβρη». Η Λούξεμπουργκ εκφράζει τη λύπη της για την «επιμονή και την ισχυρογνώμονα λογική με την οποία ο Λένιν και οι σύντροφοί του υπερασπίζουν αυτό το σύνθημα», ειδικά όταν αυτό «βρίσκεται σε κατάφωρη αντίφαση, τόσο με το συγκεντρωτισμό της πολιτικής τους, όπως εκδηλώνεται αλλού, όσο και με τη στάση που πήραν απέναντι στις άλλες δημοκρατικές αρχές». Ενώ, για παράδειγμα, η με «πολύ παγερή περιφρόνηση» θεωρηθείσα ελευθερία του Τύπου και του συνέρχεσθαι ήταν πραγματικά σημαντική για τις λαϊκές μάζες, για το «δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών» δε πρόκειται για «τίποτα άλλο παρά για κούφια μικροαστική φρασεολογία και απάτη».

Όταν πολιτικοί όπως ο Λένιν, για κάθε είδους ουτοπιστική φρασεολογία [κατά την Λούξεμπουργκ] δεν απαντούν κανονικά παρά με ένα «ειρωνικό σήκωμα των ώμων», κάνοντας μια τέτοια γραμμή δεσμευτική, τότε η εξήγηση είναι απλή: «Πολιτικός καιροσκοπισμός». Μάλιστα άσχημος: Οι μπολσεβίκοι ανέμεναν προφανώς να κάνουν «μικρούς» λαούς της άλλοτε τσαρικής αυτοκρατορίας φίλους της επανάστασης. Το αντίθετο συνέβη: «Το ένα μετά το άλλο από αυτά τα “έθνη” επωφελήθηκαν από την ελευθερία, που μόλις τους είχε παραχωρηθεί, για να συμμαχήσουν με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό ως θανάσιμοι εχθροί της Ρωσικής Επανάστασης και να σηκώσουν υπό την προστασία του τη σημαία της αντεπανάστασης στην ίδια τη Ρωσία.» Επιπλέον, η πορεία αυτή «δημιούργησε την πιο μεγάλη σύγχυση στις γραμμές του σοσιαλισμού και κλόνισε τη θέση του προλεταριάτου, ακριβώς στις παραμεθόριες χώρες». Στη Φινλανδία το προλεταριάτο πριν τον αποχωρισμό από τη Ρωσία ήταν κύριο της κατάστασης˙ η Ουκρανία, ως η «αγαπημένη απασχόληση του Λένιν για μια “ανεξάρτητη Ουκρανία” δεν είχε ακόμη εφευρεθεί», ήταν το προπύργιο του ρωσικού επαναστατικού κινήματος. Έτσι, οι μπολσεβίκοι προμήθευσαν χωρίς αμφιβολία χωρίς να υπάρχει ανάγκη μια «ιδεολογία όχι μόνο για το στραγγαλισμό της ίδιας της Ρωσικής Επανάστασης», αλλά και για την «σχεδιασμένη αντεπαναστατική εκκαθάριση όλου του παγκόσμιου πολέμου.»

Η κριτική της Λούξεμπουργκ συνοψίζεται, επομένως, στα εξής: Η «εθνική αυτοδιάθεση» δεν είναι για το σοσιαλιστικό στόχο μόνο μια ασήμαντη κατασκευή, αλλά και επιζήμια: «Οι φράσεις στην ιστορία των ταξικών αγώνων έχουν κατά καιρούς μια ιδιαίτερα πραγματική σπουδαιότητα». Αυτά τα αποσπάσματα του χειρογράφου παρατίθενται σπάνια˙ ωστόσο, δε μπορεί να αμφισβητηθεί ότι παρουσιάζουν ενδιαφέρον για όποιον επιθυμεί να κατανοήσει την παρακμή και την διάλυση της ΕΣΣΔ.


Απεριόριστη δημοκρατία

Το βασικό ζήτημα από το κείμενο, που χρησιμοποιήθηκε από αντιπάλους, είναι οι παρατηρήσεις της Λούξεμπουργκ στο σύμπλεγμα δημοκρατία και δικτατορία. Στην αρχή η Λούξεμπουργκ δηλώνει ότι η διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 1918 αποτελεί μια «καταπληκτική στροφή». Μια στροφή, για την οποία κατηγορεί σοβαρά τους μπολσεβίκους: Το επιχείρημα [κατά την Λούξεμπουργκ] ότι το κοινοβούλιο δεν ανταποκρινόταν πλέον στην επαναστατική διάθεση του λαού, το αντικρούει με την υπόδειξη: παρακαλώ, τότε διαλύστε το και προκηρύξτε νέες εκλογές. Το ότι τα κοινοβούλια στις επαναστάσεις παίζουν ένα ρόλο, προσπαθεί να το τεκμηριώσει με παραπομπές στα αγγλικά και γαλλικά επαναστατικά κοινοβούλια του 17ου και του 18ου αιώνα. Αυτό φυσικά δε σήμαινε ότι έπαιρνε θέση ενάντια στα Συμβούλια˙ η Λούξεμπουργκ εκείνη τη χρονική στιγμή συνέδεε Συμβούλια και κοινοβούλιο. Την αντίληψη αυτή την άλλαξε λίγες βδομάδες πριν το θάνατό της και το σύνθημα αυτό, το οποίο υποστήριζε το USPD (Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας) το καταπολέμησε ανοιχτά.

Κάπως διαφορετικά φαίνεται το ζήτημα με τη γενική έννοια περί δημοκρατίας. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν στρέφεται ρητά ενάντια στη δικτατορία της εργατικής τάξης: «Αυτό (το προλεταριάτο) έχει καθήκον και υποχρέωση να πάρει αμέσως με τον πιο ενεργητικό, πιο αμείλικτο και πιο βίαιο τρόπο σοσιαλιστικά μέτρα και, επομένως, να ασκήσει δικτατορία, αλλά δικτατορία της τάξης, όχι ενός κόμματος ή μιας κλίκας˙ δικτατορία της τάξης, δηλαδή μέσα από την πιο πλατιά δημοκρατία με την πιο ενεργό και ανεμπόδιστη συμμετοχή των λαϊκών μαζών, μέσα σε μια απεριόριστη δημοκρατία.» Κάνει λόγο για δημοκρατία όταν πραγματοποιείται η πραγματική «κυριαρχία των πλατιών λαϊκών μαζών»˙ η οποία, όμως, δεν είναι δυνατή χωρίς «το δικαίωμα της ελευθερίας του Τύπου, του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι»: «Ιστορικό καθήκον του προλεταριάτου είναι, όταν έρθει στην εξουσία, να δημιουργήσει στη θέση της αστικής δημοκρατίας, τη σοσιαλιστική δημοκρατία και όχι να καταστρέψει κάθε δημοκρατία.» Το «γλυκό κέλυφος της τυπικής ισότητας» περιέχει έναν «κοινωνικό πυρήνα» -αυτός είναι για αυτήν η σοσιαλιστική επανάσταση. Η «σοσιαλιστική δημοκρατία» είναι η «ενεργός, ανεμπόδιστη, ενεργητική πολιτική ζωή των πλατιών λαϊκών μαζών».

Το ιστορικό νόημα πίσω απ’ αυτά είναι «μια ολόκληρη πνευματική ανατροπή των μαζών που υποβιβάστηκαν λόγω της αστικής κυριαρχίας αιώνων». Τους μπολσεβίκους τους κατηγορεί ότι από επαναστατική ανάγκη έφτιαξαν μια πλήρη «θεωρία περί δικτατορίας»: Η σοσιαλιστική επανάσταση είναι [για αυτούς] μια υπόθεση «για την οποία βρίσκεται στην τσέπη του επαναστατικού κόμματος μια έτοιμη συνταγή, η οποία αυτό που απλά χρειάζεται είναι να εφαρμοστεί με ενεργητικότητα». Ο σοσιαλισμός, όμως, οικονομικά, κοινωνικά και νομικά βρίσκεται [για αυτούς] «εντελώς στην ομίχλη του μέλλοντος». Είναι ένα «ιστορικό προϊόν»: «Το αρνητικό μέρος, την καταστροφή, μπορεί κανείς να το διατάξει. Το θετικό, την ανοικοδόμηση, όχι. Άγνωστο πεδίο. Χίλια προβλήματα (…) Μόνο η ανεμπόδιστη παλλόμενη ζωή παίρνει χίλιες καινούργιες μορφές και αυτοσχεδιασμούς, αποκτάει δημιουργική δύναμη, διορθώνει μόνη της τα παραπατήματά της. (…) Όλη η λαϊκή μάζα πρέπει να συμμετέχει.» Η «ελευθερία» εκείνων «που σκέφτονται διαφορετικά» είναι συνεπώς, αν παραμείνει κανείς στην Λούξεμπουργκ, η ελευθερία ανάπτυξης των μαζών που είναι αναγκαία για τη νίκη του σοσιαλισμού –«ο μόνος σωτήριος και εξυγιαντικός ήλιος». Αυτή, χωρίς αμφιβολία, ήταν μια κριτική στην πρακτική των μπολσεβίκων –μια κριτική, όμως, που θα ‘θελε να δει τον σοσιαλισμό να νικά.
_____

Σημειώσεις

[1] Ernst Meyer: «Rosa Luxemburgs Kritik der Bolschewiki». In: Die Rote Fahne, 15. Januar 1922.

[2] Clara Zetkin: Um Rosa Luxemburgs Stellung zur russischen Revolution. Hamburg 1922. Adolf Warski: Rosa Luxemburgs Stellung zu den taktischen Problemen der Revolution. Hamburg 1922.

Το βιβλίο τούτο της Κλάρας Τσέτκιν «Για τη θέση της Ρόζας Λούξεμπουργκ απέναντι στη Ρωσική Επανάσταση», καθώς και τη μπροσούρα του Άντολφ Βάρσκι «Η θέση της Ρόζας Λούξεμπουργκ απέναντι σε ζητήματα τακτικής της επανάστασης», θα ‘πρεπε να έχουν ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά. Έτσι θα διαφωτίζονταν μια σειρά ζητήματα άγνωστα στο ευρύ ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, κανένας ελληνικός εκδοτικός οίκος δεν έχει αναλάβει την έκδοσή τους (ΣτΜ).

[3] Jörn Schütrumpf: Diktatur statt Sozialismus. Die russische Revolution und die deutsche Linke 1917/18. Berlin 2017, S. 441 f.

[4] Paul Frölich: Rosa Luxemburg. Gedanke und Tat. Berlin 1990, S. 306.


Πηγή: junge Welt, 03.11.2018

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.