Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Μύθος και πραγματικότητα


Εξέγερση, ταξική πάλη και σεξουαλικότητα. Μια εναλλακτική ματιά στην ιστορία του «’68»

του Werner Seppmann

Μια ολοκληρωμένη μαρξιστική ανάλυση για το «’68» εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτή. Στο μεταξύ υπάρχουν προεργασίες, όμως αυτές δεν επαρκούν για να θέσουν σωστά τουλάχιστον τις πιο παράλογες διαστρεβλώσεις που κυκλοφορούν σχετικά μ’ αυτό το «έτος της εξέγερσης». Σε μια τέτοια παραγωγή μύθων συμμετέχουν πολλοί από τους τότε ακτιβιστές. Στη συνέχεια θα γίνει λόγος για τρεις πτυχές, ο κατάλληλος συνυπολογισμός των οποίων είναι απαραίτητος για μια σωστή κατανόηση των γεγονότων γύρω από το έτος 1968.


Ξέσπασμα και εξέγερση

Παρ’ όλες τις πλάνες και τις συγχύσεις όχι λίγων πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής, πολλές από τις αφηγήσεις τους που μεταφέρονται είναι εντούτοις σωστές. Δε μπορεί να παραβλεφτεί ότι το «’68» ήταν μια εποχή μετάβασης, όχι όμως κοινωνικής ρήξης. Παρ’ όλα αυτά το παλιό και το απαρχαιωμένο τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Η γνώση σχετικά με την ιστορία των γερμανικών καταστροφών και η συνέχεια των φασιστικών κλικών στη Δυτική Γερμανία επικράτησε και οδήγησε επίσης στην οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι ο μπαμπάς ή ο παππούς ήταν ναζί.

Το «’68» ήταν επίσης και μια «εξέγερση της ανάγνωσης» στα πανεπιστήμια: Η ανάπτυξη προς έναν κοινωνικό-κριτικό προβληματισμό ήταν ευδιάκριτη. Η σφοδρή επιθυμία για χειραφετητική γνώση οδήγησε στην ιδιοποίηση της κριτικής λογοτεχνίας και σε σκέψεις γύρω από την παράδοση, που μέχρι τότε είχαν θαφτεί και είχαν γίνει ταμπού. Μεταξύ αυτών –αν και επιλεκτικά- ο μαρξισμός. Εδώ περιλαμβάνονταν και ο αποπροσανατολισμός, κάτι που αργότερα ευνόησε το αντιμαρξιστικό κύμα της μεταμοντέρνας σκέψης, με τους κομφορμιστικούς προς την εξουσία προσανατολισμούς πίσω από ένα προσωπείο ανατρεπτικότητας.

Αλλά παρ’ όλα αυτά: Ο επιθετικός αντικομουνισμός έχασε σε αποτελεσματικότητα. Επίσης, η επαίσχυντη δίωξη των κομμουνιστών την περίοδο του Αντενάουερ, που οδήγησε 7.000 συντρόφισσες και συντρόφους στη φυλακή, οι οποίοι συχνά καταδικάζονταν από δικαστές που είχαν υπηρετήσει το ναζιστικό σύστημα. Αυτή η φάση της καταστολής αρχικά έληξε –αλλά μόνο για λίγα χρόνια, για να αντικατασταθεί από την πρακτική της απαγόρευσης άσκησης επαγγέλματος από τον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας, Βίλλυ Μπραντ. Ήταν επίσης το τέλος της ορθοπόδησης μαρξιστών επιστημόνων στα πανεπιστήμια. Η πνευματική κουλτούρα μέχρι σήμερα δεν έχει ανακάμψει, ακόμη κι αν ο Γιούργκεν Χάμπερμας κομπάζει περί φαινομένου μιας «θεμελιώδους φιλελευθεροποίησης»[1].

Για τη διάδοση κριτικών στάσεων δεν ήταν ασήμαντο ότι χάρη στην εν τω μεταξύ χρήση της τηλεόρασης, ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ εξαιτίας του τρομοκρατικού του πολέμου στο Βιετνάμ και της όξυνσης του «φυλετικού ζητήματος» στην ιδία χώρα, έχασε το κύρος του, όπως και οι πολιτικοί του «συνέταιροι» που τον υποστήριζαν ανεπιφύλακτα έχασαν την αξιοπιστία τους: Όποιος ήθελε μπορούσε κάθε βράδυ να αναγνωρίσει στο «Tagesschau» [πρόκειται για το δελτίο ειδήσεων στο πρώτο τηλεοπτικό κανάλι ARD, ΠΓ] το πραγματικό πρόσωπο της «Ελεύθερης Δύσης». Παράλληλα μ’ αυτό το ακούσιο «εκπαιδευτικό πρόγραμμα», οι νέοι κυρίως άνθρωποι τάσσονταν αλληλέγγυοι με τα αντιιμπεριαλιστικά κινήματα.

Πραγματικά, μπορεί να ειπωθεί ότι εκείνη την εποχή διαδραματίζονταν επίσης κάτι σαν «πολιτιστική επανάσταση» (πρόδρομος της οποίας ήταν το ροκ εντ ρολ), που επέδρασε πέρα από το φοιτητικό περιβάλλον. Κυρίως, όμως, αναπτύχθηκε μια νέα κουλτούρα διαμαρτυρίας: Στους δρόμους τέθηκαν πολιτικές αξιώσεις με νέες μορφές έκφρασης. Αλλά η σημερινή εστίαση σ’ αυτά τα γεγονότα οδηγεί επίσης στην απώθηση από τη μνήμη των μεγάλων διαδηλώσεων [που έλαβαν χώρα] ενάντια στον επανεξοπλισμό και τον απειλούμενο πυρηνικό εξοπλισμό της Μπούντεσβερ τη δεκαετία του 1950. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, τα αιτήματα για δημοκρατία και συνδιαχείρηση και στη Δυτική Γερμανία τέθηκαν πιο έντονα και τα πρώτα σημάδια ενός φεμινιστικού ξεκινήματος έγιναν ορατά. Την περίοδο εκείνη ιδρύεται και το DKP (Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα), το οποίο ναι μεν δεν προέκυψε αιτιακά από τα «γεγονότα του ‘68», σ’ αυτά όμως οφείλει την αρχική του άνοδο, κυρίως σε μια πολιτιστική «μεγάλη δύναμη».

Στην «κληρονομιά» του «’68» δεν ανήκουν κάποια «έτοιμα αποτελέσματα», αλλά η επαναϊδιοποίηση θεμάτων και προοπτικών που είχαν καταπιεστεί στα μεταπολεμικά χρόνια της παλινόρθωσης. Ωστόσο, η ίδια η φοιτητική εξέγερση είχε μόνο αποσπασματικούς στόχους (στη Δυτική Γερμανία, για παράδειγμα, «Απαλλοτριώστε το Springer») [πρόκειται για τον πανίσχυρο αστικό εκδοτικό οίκο βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων, ΠΓ]. Αλλά ακόμη και στη Γαλλία η «προοπτική» τροφοδοτούνταν από ευσεβείς πόθους σχετικά με τη δυνατότητα ενός «αυθόρμητου» εκδημοκρατισμού και «επαναστατικοποίησης» των όρων διαβίωσης. Συμπτωματική ήταν η φράση στον τοίχο από τη συνοικία Latin του Παρισινού Μάη: «Η φαντασία στην εξουσία». Μα η εξουσία παρέμεινε επίσης στη φαντασία. Δεν έλαβε χώρα μια πιθανή συμμαχία εργατών και φοιτητών καθώς και ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό για τη Δυτική Γερμανία ήταν, ότι, αυτοί που διαμαρτύρονταν δεν συμφωνούσαν πλέον στο ότι ο αντίπαλος είναι μια συγκεκριμένη κυρίαρχη τάξη, αλλά ένα αφηρημένο «σύστημα» που φαντάστηκαν. Αυτός δεν ήταν ο μόνος όρος με τον οποίο χαρακτηρίστηκαν τα πάντα και τίποτα. Χρησιμοποιήθηκε ένα «άμορφο» κατεστημένο για να ερμηνευτούν όλα τα κακά. Αλλά παρά την αδεξιότητα που εκφράστηκε σ’ αυτή την κατασκευή πρόχειρης λύσης, οι κοινωνικές σχέσεις εξουσίας και υποταγής κατανοήθηκαν ως δομικό γεγονός. Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά σε σχέση με την τωρινή, με τις φλυαρίες περί «εξουσίας» μιας συζήτησης αλά Φουκώ, ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται πλέον καμιά συγκεκριμένη κυριαρχία, αλλά τη θεματοποίησή της την κάνει κυριολεκτικά ταμπού. Οι σχέσεις εξουσίας κατανοούνται [έτσι] σαν ένα είδος «ατμοσφαιρικής» ουσίας αποκομμένης από κάθε κοινωνικο-πολιτιστική διαμεσολάβηση, η οποία αναπτύσσει την επίδρασή της αδιαμεσολάβητα δομικά και οπουδήποτε.


Πολιτικά προτσές αναδόμησης

Αυτό που εκδηλώθηκε με αδιαμφισβήτητο τρόπο στα χρόνια γύρω από το 1968, παρ’ όλες τις αντιφάσεις (και τα παράδοξα), είχε μια προοδευτική βασική τάση και εντασσόταν σε μακροπρόθεσμα προτσές πολιτικοποίησης: Σε πολλές καπιταλιστικές χώρες είχαν αναπτυχθεί αντι-κουλτούρες. Ήδη από νωρίς επισημάνθηκαν τα πρώτα σημάδια μιας πνευματικής αφύπνισης. Για παράδειγμα, από τον γάλλο μαρξιστή Χένρι Λεφέβρ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 σημείωσε: «Ξαφνικά δημιουργήθηκαν παγκοσμίως ξανά “πρωτοπορίες” –και μάλιστα πέραν και, μερικές φορές, αντιπολιτευόμενες τα παραδοσιακά κοινωνικά κινήματα. Αυτά «αρχίζουν να μιλούν και να τους δίνεται προσοχή»[2]. Επρόκειτο μεν για μειοψηφίες, που, όμως, παρ’ όλα αυτά δεν παρέμειναν αναποτελεσματικές επειδή παρουσίαζαν ένα αντιστασιακό δυναμικό: «Μορφές άρνησης, εξεγερτικότητας, ανυπακοής, αποχής, προσπάθειες επανέναρξης και επανεκκίνησης»[3].

Ήδη, μερικά χρόνια πριν, ο μαρξιστής Λέο Κόφλερ είχε καταγράψει το σχηματισμό μιας νέας κοινωνικής συγκρότησης, η οποία τοποθετούνταν «εγκάρσια μέσα από τα παραδοσιακά, κοινωνικά και κοσμοθεωρητικά μέτωπα»[4], χαρακτηρίζοντας την ως «άμορφη μάζα με έντονα κυμαινόμενες τάσεις». Ο κοσμοθεωρητικός προσανατολισμός αυτής της «προοδευτικής ελίτ» (Κόφλερ) ήταν ήδη εκείνη την περίοδο αμφιλεγόμενος, κυμαινόταν μεταξύ ενός αβάσιμου ουτοπισμού και μιας αφηρημένης στάσης άρνησης απέναντι στο υπάρχων, χωρίς να έχει κατανοήσει το δομικό χαρακτήρα των τότε ταξικών σχέσεων.

Παρεμπιπτόντως, αυτό παρέμεινε έτσι μέχρι σήμερα με τα περισσότερα λεγόμενα εναλλακτικά κινήματα. Ωστόσο, τα κοινωνικά κινήματα δεν είναι σαφώς προοδευτικά όσο διάστημα δεν προβληματίζονται για το ζήτημα της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας και δεν αναπτύσσουν προσανατολισμούς που θα στρέφονται προς το μέλλον που θα βγαίνουν έξω από τις παλιές σχέσεις. Ακόμη και τότε, λόγω της εκάστοτε ετερογενούς κοινωνικής σύνθεσης αυτών των κινημάτων, ήταν δύσκολο να αναπτύξουν μια βαθιά κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων σύγκρουσης: Στο επίκεντρο δεν βρίσκονταν τα ζητήματα της εκμετάλλευσης και της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά η «αυτοαποξένωση», με την έννοια ότι [ήταν] ιδιαίτερα αποκομμένη από τις κοινωνικοοικονομικές της αιτίες. Αυτό έκανε δυνατή τη σύνδεση μιας στην τάση της απολίτικης στάσης με «εντυπωσιακές» πολιτικές σκηνοθεσίες (στις οποίες μόνο σ’ αυτές προσδόθηκε μια «απελευθερωτική επίδραση»).


Κρίση ιδεολογικής ρύθμισης

Τα γεγονότα του ’68 είχαν άμεσες αιτίες, οι πραγματικοί λόγοι όμως ήταν βαθύτεροι: Οι κυρίαρχοι στις περισσότερες μητροπολιτικές χώρες βγήκαν έξω απ’ τα «νερά» τους, επειδή οι μέχρι τότε αποτελεσματικές κοινωνικο-πολιτιστικές μορφές ρύθμισης με τα φαινόμενα ενσωμάτωσης είχαν αχρηστευθεί, το πολιτιστικό πρότυπο προσανατολισμού (της καθημερινότητας) και συμπεριφοράς είχε καταστεί αναποτελεσματικό. Στον πυρήνα επρόκειτο για το ότι οι κοινωνικές-καταναλωτικές μορφές ζωής που είχαν επικρατήσει σταδιακά, δε μπορούσαν πλέον να συμβιβαστούν άλλο με τους παραδοσιακούς προσανατολισμούς για απόδοση (που από τον 19ο αιώνα είχαν διαμορφώσει το πλαίσιο των ψυχοκοινωνικών δομών πειθάρχησης). Γιατί, προκειμένου να πωληθούν αγαθά μιας διαρκώς αυξανόμενης μαζικής παραγωγής και να πραγματοποιηθεί η ενυπάρχουσα στα εμπορεύματα υπεραξία, έπρεπε να δοθεί ώθηση στην κατανάλωση. Από συντηρητική σκοπιά, ο αμερικανός κοινωνιολόγος Ντάνιελ Μπελ επεσήμανε αυτή την πτυχή όταν έκανε λόγο για το ότι οι τροποποιημένες συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου ήταν «πρωταρχικά υπεύθυνες για την αλλαγή της κοινωνίας» και ότι σ’ αυτό το προτσές ήταν ο ίδιος ο καπιταλισμός αυτός «που [έχει] υπονομεύσει την πουριτανική ηθική. Όμως ποτέ δεν ήταν σε θέση να αναπτύξει με επιτυχία μια νέα ιδεολογία [που να είναι] κατάλληλη σ’ αυτή την αλλαγή»[5].

Ήταν αναγκαίο να «συμφιλιωθεί» το υποκείμενο της κατανάλωσης με το υποκείμενο της εργασίας, το οποίο εξακολουθούσε να υπόκειται στις επιταγές για απόδοση της βιομηχανικής κοινωνίας: Η απόλαυση στον υποτιθέμενο «εμπορευματικό παράδεισο» και ο ασκητισμός στον επαγγελματικό βίο έπρεπε να εναρμονιστούν –αλλά τα αντίστοιχα σχέδια μορφοποίησης δεν ήταν διαθέσιμα. Η διαμόρφωση μιας προσανατολισμένης προς την αξιοποίηση «καταναλωτικής κουλτούρας» μετατράπηκε σε υπαρξιακό καθήκον, κατά την αντιμετώπιση του οποίου ο καπιταλισμός κατόρθωσε επίσης να αλλάξει τις εξελίξεις που προέβαλλαν αντίσταση προσφέροντας την ενσωμάτωση (κυρίως στις νεολαιίστικες κουλτούρες).

Η ίδια η «πολιτιστική επανάσταση» ήταν έκφραση αυτής της φάσης ριζικών αλλαγών και έφερε στο φως ουσιαστικές αντιφάσεις του καπιταλισμού των μητροπόλεων, αλλά ήταν επίσης στοιχείο μιας «ώθησης για εκσυγχρονισμό» (για παράδειγμα, στον τομέα της εκπαίδευσης, ο οποίος αναπτύχθηκε ιδιαίτερα για οικονομικούς λόγους), ενισχύοντας τη σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος, αντισταθμίζοντας ένα μέρος των κανονιστικών ελλειμμάτων. Ωστόσο, δεν συνέβαλε σχεδόν καθόλου σε μια λύση με την προοδευτική έννοια, επειδή και ο καπιταλισμός έμαθε γρήγορα ότι, το απλό «συμβολικά» ατίθασο (συμπεριλαμβανομένου των εικόνων του Μαρξ και του Τσε Γκεβάρα στα μπλουζάκια) μπορεί να εξουδετερωθεί με την εμπορευματοποίησή του. Από τον διανοουμενίστικα σφραγισμένο ηδονισμό του κινήματος του ’68, τέθηκε μεν υπό αμφισβήτηση η καπιταλιστική σχέση συνθήκης περί κατανάλωσης και απόδοσης, πάνω όμως σε απατηλή βάση: Θεωρήθηκε ότι οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί τόσο πολύ, που είναι δυνατή η απόλαυση χωρίς απόδοση, η κουλτούρα χωρίς αυτοπειθαρχία και η κοινωνική αναπαραγωγή χωρίς εργασία χωρίς επαναστατικό «σπάσιμο».

Συνεπεία τέτοιων αντιλήψεων έγινε παραίτηση από την αποκωδικοποίηση του συγκεκριμένου χαρακτήρα των υφιστάμενων σχέσεων κυριαρχίας. Σταδιακά πολλές από τις τότε ομάδες των μετέπειτα λεγόμενων εναλλακτικών κινημάτων, αν και αθέλητα, μετατράπηκαν σε συνεργούς της υπάρχουσας δομής εξουσίας, επειδή αγνόησαν την συνεχιζόμενη ιδιαίτερη σημασία της επιταγής για απόδοση και δεν έλαβαν υπόψη ότι η υπάρχουσα κυριαρχία εξακολουθεί να έχει τη βάση της στον κόσμο της εργασίας: Παρ’ όλες τις διαρθρωτικές αλλαγές η μεγάλη βιομηχανία παραμένει το «κέντρο εξουσίας της κοινωνίας». Αν έχει κανείς σ’ αυτήν «το λόγο, τότε κατέχει μια συνολική κοινωνική θέση-κλειδί»[6].

Ωστόσο, παρά τη στάση αυτή της αναποφασιστικότητας αναφορικά με την πολιτική εξουσία, η γενιά διαμαρτυρίας στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 είχε το μερίδιό της στη διαμόρφωση νέων μορφών άρθρωσης της καθημερινής κουλτούρας, οι οποίες τελικά δεν ανταποκρίνονταν στις υπάρχουσες συνθήκες ρύθμισης, ακόμη και επειδή η μεταβαλλόμενη αξίωση για ατομική διαμόρφωση της ζωής δεν συγκρούστηκε με την αυξανόμενη απαιτητική πίεση στην εργασιακή ζωή, οδηγώντας σε μια καλυμμένη, εν μέρει όμως και ανοιχτή αντίσταση («κρίση του φορντισμού»), κυρίως στις βιομηχανικές περιοχές. Τώρα, δεν θεματοποιήθηκαν μόνο η αποξένωση και η κυριαρχία, αλλά και η συγκεκριμένη βελτίωση των συνθηκών εργασίας («εξανθρωπισμός της εργασίας»).


Φοιτητές και εργάτες

Τα «πολιτιστικά-επαναστατικά» φαινόμενα, ωστόσο, συνδέονταν με την απώθηση του γεγονότος ότι, μια «πολιτιστική επανάσταση» δε μπορεί να αντικαταστήσει τη θεμελιώδη κοινωνικοοικονομική ριζική αλλαγή και τη συνειδητή της οργάνωση, αν οι συνθήκες είναι ανάγκη να αλλάξουν πραγματικά. Μια τέτοια συνειδητοποίηση του προβλήματος παραπέμπει άμεσα στις ιδιαιτερότητες του Μάη του 1968 στη Γαλλία, οι οποίες μπορούν να κατανοηθούν πλήρως ως διαδικασία παραδοσιακών ταξικών αντιπαραθέσεων, δηλαδή ως αντιπαράθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Εκπληκτικό δεν είναι το γεγονός ότι οι αστικοί μηχανισμοί αγνοούν επίμονα αυτή την πτυχή, αλλά ότι αυτή η σιωπή δεν προβληματίζει σχεδόν καθόλου την Αριστερά. Αντ’ αυτού, υιοθετούνται κατά κανόνα οι διαστρεβλωμένες εικόνες των μέσων ενημέρωσης σχετικά με τον Παρισινό Μάη ως ένα φαινομενικά καρναβαλικό γεγονός. Κατ’ αυτό τον τρόπο συγκαλύπτεται το γεγονός ότι, η δράση των φοιτητών στους δρόμους έλαβε χώρα σε μια έντονη φάση αντιπαράθεσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας[7].

Μια συνολικά τραγική κατάσταση: Ενώ το οργανωτικό ζήτημα για τους ακτιβιστές στους δρόμους ήταν ταμπού, οι παραδοσιακές δυνάμεις του εργατικού κινήματος με το υπάρχον δυναμικό αντίστασης (περισσότερα από δέκα εκατομμύρια εργάτες βρίσκονταν σε αυθόρμητη γενική απεργία) δεν ήξεραν πώς να το χειριστούν. Και αυτό, παρ’ όλο που πολλά εργοστάσια είχαν καταληφθεί και χρειαζόταν μόνο η δραστηριοποίηση μιας πρωτοπορίας (η οποία υπήρχε με τη μορφή του Κομμουνιστικού Κόμματος) για την κινητοποίησή τους, προκειμένου η «πολιτιστική επανάσταση» του Μάη του ’68 να μεταβεί σε μια γαλλική εργατική επανάσταση.

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι οι εργάτες ήταν έτοιμοι για δράση και ότι υπήρχαν προοπτικές επιτυχίας για ουσιαστικές αλλαγές. Αλλά από μόνοι τους οι εργαζόμενοι δεν δραστηριοποιήθηκαν: Απέτυχε ο μηχανισμός του ΚΚΓ ο οποίος (κατόπιν σύστασης της Μόσχας) «συγκρατήθηκε». Επειδή η αστική τάξη είχε καταστεί ανίκανη για δράση, τμήματά της (όπως και ο Πρόεδρος Σαρλ ντε Γκωλ), εγκατέλειψαν το Μάη τη Γαλλία, θα ήταν αναγκαία και δυνατά στοχοθετημένα βήματα για την κατάληψη της εξουσίας, τα οποία η ετερογενής μάζα των διαδηλωτών στους δρόμους του Παρισιού δε μπορούσε να κάνει από μόνη της. Εξαιτίας αυτής της παράλειψης η αστική ταξική εξουσία μπόρεσε ξανά να επαναδιοργανωθεί και να σταθεροποιηθεί[8]. Γι’ αυτό ο Μάης του ’68 έγινε μια από τις μεγαλύτερες ήττες του εργατικού κινήματος. Το εργατικό κίνημα όχι μόνο στη Γαλλία (πολλοί εργάτες παραιτήθηκαν αποσυρόμενοι στην ιδιώτευση, εγκατέλειψαν επίσης τα συνδικάτα), αλλά και σε όλη την Ευρώπη μέχρι σήμερα δεν έχει ανακάμψει. Ωστόσο, οι εξελίξεις στη Γαλλία συνεισέφεραν στο ότι, σε μια γενική ατμόσφαιρα «αναταραχής» και αβεβαιότητας, ένα κύμα εργατικών αγώνων επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες. Το φθινόπωρο του 1969 έλαβαν χώρα στη Δυτική Γερμανία οι αυθόρμητες «απεργίες του Σεπτέμβρη».

Η αποτυχία των ηγετικών στελεχών της παραδοσιακής Αριστεράς στη Γαλλία, θυμίζει κατά μοιρολατρικό τρόπο τη Νοεμβριανή Επανάσταση στη Γερμανία. Και στις δυο περιπτώσεις «οι εργάτες [ήταν] (…) ασφαλώς πολύ πιο μπροστά απ’ ό,τι οι ηγέτες τους –για παράδειγμα, στο ότι έθεσαν το ζήτημα του κοινωνικού ελέγχου στη βιομηχανία»[9]. Αυτό απωθείται επίσης από μεγάλα τμήματα της αριστερής διανόησης. Ακόμη και σήμερα, για να δικαιολογηθεί η οπισθοχώρηση των ιδρυτών της «Κριτικής Θεωρίας», Χορκχάιμερ και Αντόρνο, από την προοπτική της κοινωνικής αλλαγής, διαδίδεται ότι αυτό ήταν έκφραση μιας «ρεαλιστικής στάσης», επειδή, [όπως λέγεται], η «ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο σύστημα», είχε προχωρήσει πάρα πολύ, για να μπορεί να βγει έξω απ’ το [ρόλο της] ως δύναμη μετασχηματισμού. Αυτό, [σύμφωνα με τον πιο πάνω ισχυρισμό], έδειξε η αποτυχία της Νοεμβριανής Επανάστασης. Αλλά [εδώ] πρόκειται για μια νομιμοποιητική μυθολογία, γιατί όπως [συνέβη] στο Παρίσι μισό αιώνα αργότερα, η βούληση για επαναστατική αλλαγή ήταν ορατή και στο Βερολίνο: Εκεί, στις 4 και 5 Ιανουαρίου 1919 βρίσκονταν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες χωρίς προσανατολισμό γιατί δεν υπήρχε ηγεσία. Όταν η Ομάδα Σπάρτακος αποφάσισε επιτέλους να πάρει πρωτοβουλία για να συλληφθεί η προσωρινή κυβέρνηση, ήταν πολύ αργά, και η σοσιαλδημοκρατία των Σάϊντεμαν, Νόσκε και Έμπερτ κατόρθωσε να πνίξει στο αίμα την επανάσταση στη Γερμανία με τη βοήθεια των αντιδραστικών δυνάμεων[10]. Αυτό πάντως δεν συνέβη στο Παρίσι όταν ο ντε Γκωλ συνειδητοποίησε ότι με την παραίτηση από την κατάληψη της εξουσίας χάθηκε η ιστορική ευκαιρία των αριστερών και μπόρεσε να πάρει ξανά τα ηνία στα χέρια.


Ο μύθος περί «σεξουαλικής επανάστασης»

Μια άλλη, τις περισσότερες φορές μάλιστα κατά σχεδόν παράλογα τρόπο παραμορφωμένα παρουσιαζόμενη πτυχή του ’68 είναι η «σεξουαλική επανάσταση», η οποία στα βασικά μέρη της είναι κάτι περισσότερο από μύθος, γιατί η σεξουαλική δυστυχία και η σύγχυση στις σχέσεις των δυο φύλων δεν έχουν εξαφανιστεί. Αυτή η λεγόμενη σεξουαλική επανάσταση είναι αποτυχημένη, γιατί τα ευρήματα της κριτικής επιστήμης της σεξολογίας δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι οι σχέσεις των δυο φύλων έχουν παραμείνει έρημοι απροθυμίας και απογοήτευσης, αφού και «ο πατριαρχισμός συνεχίζει να σέρνεται δομικά παρ’ όλους τους εκσυγχρονισμούς»[11]. Στην καλύτερη περίπτωση ο έρωτας παραμένει θρυμματισμένος και παραμορφωμένος, αν όχι καθηλωμένος˙ και συχνά σφραγίζεται από τις αρχές της οικονομίας της αγοράς, όπως η η αυτοαναφορικότητα και ο προσανατολισμός προς τον ανταγωνισμό. Μια χειραφετητική αντιμετώπιση των ερωτικών αναγκών κάθε άλλο παρά ενισχύεται από τις νεοφιλελεύθερες συνθήκες ζωής: «Όταν παρατηρούσαμε πιο προσεκτικά και αφαιρούσαμε τις μάσκες», λέει ο Φόλκμαρ Ζίγκους απ’ τη σκοπιά του κριτικού σεξολόγου ερευνητή, «βρίσκαμε παντού ανικανοποίητες λαχτάρες, απογοητευμένη αγάπη, (ψυχικά) τραύματα, φόβους, επαναλαμβανόμενο εξαναγκασμό, μοναξιά, υποκρισία και εγωισμό»[12]. Φαίνονταν εικόνες φρίκης όπως στους πίνακες του Ιερώνυμου Μπος.

Πέρα από αυτή την απογοητευτική καταγραφή, αποτελεί μια από τις συνηθισμένες διανοουμενίστικες συγχύσεις μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος, όταν στην APO [Außenparlamentarische Oposition / εξωκοινοβουλευτική αντιπολίτευση] αποδίδεται ένας σημαντικός ρόλος που αφορά στην αλλαγή της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Και αποτελεί κακό αστείο ότι οι πρακτικές αυτοπαρουσίασης μιας λεγόμενης Κομμούνας Ι του Βερολίνου, σύμφωνα με τις επιθυμίες παρουσίασης [της εφημερίδας] Bild (Μπιλντ), προκάλεσαν διαδικασίες σεξουαλικής απομάκρυνσης των ταμπού.

Στην πραγματικότητα, οι θεμελιώδεις αλλαγές στα υπνοδωμάτια (ακόμη και του «μέσου όρου του πληθυσμού») προηγήθηκαν από τις επιφανειακές αναλύσεις των μέσων ενημέρωσης, και οδήγησαν στο ότι η διαφορά μεταξύ των επίσημων «σεξουαλικών νορμών» και της ατομικής πράξης αυξανόταν συνεχώς. Οι μεγάλες επιστημονικές έρευνες γύρω από τη σεξουαλικότητα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τον Άλφρεντ Κίνσεϊ σχετικά με τη σεξουαλική συμπεριφορά των ανθρώπων στις ΗΠΑ και συγκριτικές μελέτες σε άλλες καπιταλιστικές βιομηχανικές χώρες, έδειχναν μια στάση ενάντια σε ταμπού προς ιδίες επιθυμίες και αντίστοιχες σεξουαλικές δραστηριότητες.

Οι «ηθικοί νόμοι» δυσκολεύονταν να γίνουν αποδεκτοί ενόψει αυτής της συλλογικής πράξης αυτο-επιβεβαίωσης των ιδίων σεξουαλικών προτιμήσεων. Αντίστοιχες έρευνες στη Δυτική Γερμανία τη δεκαετία του 1960 δεν απέκλιναν σημαντικά από τις καταγραφές στις ΗΠΑ, παρά τον έντονο αγώνα των μηχανισμών του κράτους και των εκκλησιαστικών θεσμών να διατηρήσουν τα «ήθη και την ευπρέπεια»[13].
______

Σημειώσεις

[1] Πρακτικά, η «θεμελιώδης φιλελευθεροποίηση» βρισκόταν, μεταξύ άλλων, στο ότι ο Χάμπερμας πίεσε για να απομακρυνθεί ο Χανς Χάιντς Χολτς (Hans Heinz Holz) από τις επιτροπές του εκδοτικού οίκου Suhrkamp.

[2] Henri Lefebvre: Einführung in die Modernität, Frankfurt am Main 1978, S. 35

[3] Ebd., S. 268

[4] Leo Kofler: Staat, Gesellschaft und Elite, Ulm/Donau 1960, S. 346 f.

[5] Daniel Bell: Die kulturellen Widersprüche des Kapitalismus, Frankfurt und New York 1991, S. 97

[6] Michael Schumann: Metamorphosen von Industriearbeit und Arbeiterbewusstsein, Hamburg 2003, S. 23 f.

[7] Vgl. Bernd Gehrke und Gerd-Rainer Horn (Hg.): 1968 und die Arbeiter, Hamburg 2018

[8] Zur Darstellung dieser Ereignisse vgl. Werner Seppmann: Kapitalismuskritik und Sozialismuskonzeption. In welcher Gesellschaft leben wir, Berlin 2013, S. 115 ff.

[9] Eric J. Hobsbawm: Revolution und Revolte, Frankfurt am Main 1977, S. 328

[10] Vgl. Karl Retzlaw: Spartakus – Aufstieg und Niedergang. Erinnerungen eines Parteiarbeiters, Frankfurt am Main 1971

[11] Volkmar Sigusch: Neosexualitäten. Über den kulturellen Wandel von Liebe und Perversion, Frankfurt und New York 2005, S. 33

[12] Volkmar Sigusch: Sexuelle Welten, Gießen 2005, S. 19

[13] Vgl. Sybille Steinbacher: Wie der Sex nach Deutschland kam, München 2011


Πηγή: junge Welt, 27.11.2018

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.