Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

Το πρόβλημα των κατηγοριών της υλιστικής διαλεκτικής*


του A. P. Scheptulin (Σοβιετική Ένωση)

Καθώς η γνώση αναπτύσσεται στην πράξη, ο άνθρωπος ανακαλύπτει συνεχώς νέες ιδιότητες και σχέσεις, ενδογενείς στην πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Εισδύει όλο και πιο βαθιά στον κόσμο των φαινομένων και αρχίζει να βρίσκει, να ξεχωρίζει και να εκφράζει με τη μορφή εννοιών, ιδιότητες και σχέσεις, όπως, χώρος, χρόνος, αιτιότητα, κανονικότητα, αναγκαιότητα, τυχαίο και αντίθεση, οι οποίες είναι καθολικές και ανήκουν σε όλες τις υλικές οντότητες και σε όλα τα φαινόμενα του εξωτερικού κόσμου. Οι καθολικές αυτές ιδιότητες και σχέσεις είναι αναπόσπαστα χαρακτηριστικά των υλικών οντοτήτων, είναι ιδιότητες καθώς και καθολικές μορφές ύπαρξης της ύλης, οι δε έννοιες που τις εκφράζουν και διαμορφώνονται κατά τη διαδικασία της δημιουργικής δραστηριότητας του ανθρώπου, είναι φιλοσοφικές κατηγορίες. Αυτές αποτελούν μ’ αυτό τον τρόπο, τους καθολικούς τύπους της νοητικής δραστηριότητας των ανθρώπων, τις εξιδανικευμένες εικόνες που αντανακλούν σχέσεις και ιδιότητες ενδογενείς σε όλα τα φαινόμενα της πραγματικότητας. Μέσα απ’ αυτές φτάνουμε στην κατανόηση του ειδικού υλικού που συγκεντρώσαμε κατά τη διαδικασία της επιστημονικής έρευνας, και του πρακτικού μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Μέσα απ’ αυτές απομονώνουμε τα πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά του αντικειμένου που μας ενδιαφέρει. Π.χ., αν δούμε ένα αντικείμενο από το πρίσμα των κατηγοριών του γενικού και του ειδικού, μπορούμε να θεμελιώσουμε την ταυτότητα και τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτό και σε άλλα αντικείμενα. Χρησιμοποιώντας τις κατηγορίες της αιτιότητας και της αναγκαιότητας, μπορούμε να ανακαλύψουμε τις αιτίες του, καθώς και τις αναγκαίες και τυχαίες ιδιότητες και σχέσεις του. Η ανάλυση με βάση την κατηγορία της ποιότητας και της ποσότητας, μας βοηθά να βρούμε τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του και κάτω από ορισμένες συνθήκες τούς μεταξύ τους συνδέσμους, κ.ο.κ.


1. Η φύση των φιλοσοφικών κατηγοριών

Ο ορισμός της φύσης των φιλοσοφικών κατηγοριών, η θέση και ο ρόλος τους στην ανάπτυξη της γνώσης, σχετίζονται άμεσα με τη λύση του προβλήματος της σύνδεσης του ατομικού και του γενικού στην αντικειμενική πραγματικότητα και στη συνείδηση, καθώς και με την ανακάλυψη της προέλευσης των εξιδανικευμένων εννοιών διαφόρων ουσιών, και του πως σχετίζονται με τις υλικές οντότητες και τα φαινόμενα της αντικειμενικής πραγματικότητας.

Το πρόβλημα αυτό τέθηκε καθαρά από τους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας και μία συγκεκριμένη λύση διατυπώθηκε από τους Πυθαγόριους, οι οποίοι, έχοντας μελετήσει την ποσοτική πλευρά των πραγμάτων και έχοντας ανακαλύψει τη σχέση της με τους αριθμούς έβγαλαν το συμπέρασμα ότι ο αριθμός ήταν μία παγκόσμια ιδανική ουσία που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από ξεχωριστά συγκεκριμένα πράγματα και που προσδιορίζει την ύπαρξή τους.

Η πυθαγόρια άποψη αναπτύχθηκε από τον Πλάτωνα, ο οποίος υποστήριξε ότι οι αυθύπαρκτες ιδανικές ουσίες αποτελούσαν την αληθινή πραγματικότητα, σαν κάτι ξεχωριστό από τα συγκεκριμένα πράγματα που παράγονται απ’ αυτές.

Αυτή η άποψη της φύσης των κατηγοριών βρήκε αντίθετο τον Αριστοτέλη. Αυτός ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο των κατηγοριών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν γενικές δεν υπάρχει πριν από τα συγκεκριμένα πράγματα. Αντίθετα, είναι το αποτέλεσμα της γνώσης αυτών των πραγμάτων, αποτέλεσμα της αντανάκλασης των σχέσεων και ιδιοτήτων που υπάρχουν ενδογενείς σ’ αυτά. Όταν αντιλαμβανόμαστε ξεχωριστά αντικείμενα, ισχυρίζεται ο Αριστοτέλης, κατανοούμε όχι μόνο το ατομικό, αλλά και το γενικό, το οποίο παρατηρείται κατ’ επανάληψη σε μια σειρά αντικείμενα ή σε όλα τους. Κατά τη διάρκεια πολυάριθμων αισθητηριακών αντιλήψεων, το γενικό και ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως ενδογενές στα πράγματα κρυσταλώνεται στη συνείδησή μας και εκφράζεται με τη μορφή μιας γενικής έννοιας που υπάρχει μαζί με τις συγκεκριμένες εικόνες.

Όταν η πρώτη γενική έννοια ριζώνει στο νου, τότε κι άλλες γενικές έννοιες που αντανακλούν τις ιδιότητες και τις σχέσεις ενός ακόμη ευρύτερου συνόλου πραγμάτων, αναπτύσσονται με βάση την πρώτη και ακολουθούνται από τις ακόμη πιο γενικές έννοιες, τις κατηγορίες, οι οποίες αντανακλούν τις καθολικές μορφές του Είναι. (Αριστοτέλης, Αναλυτικά. Ύστερα, Βιβλίο 2, Κεφ. 9, στο The Works of Aristotle Chicago. London 1952 pp. 136-137)[1].

Η θεωρία του Αριστοτέλη για τη φύση των κατηγοριών, αν και σε γενικές γραμμές σωστή, δεν είναι ολότελα συνεπής. Υποθέτοντας πως το υλικό και το είδος μέσα σε κάθε συγκεκριμένο πράγμα είναι το ανάλογο του περιεχομένου των γενικών εννοιών στην αντικειμενική πραγματικότητα, μεταχειρίστηκε το είδος ως ιδανικό και ανεξάρτητο από τα υλικά πράγματα. Αυτό σημαίνει ότι κάθε τι που είναι γενικό και ενδογενές στον εξωτερικό κόσμο δεν είναι υλικό και δεν υπάρχει μόνο μέσα από τα συγκεκριμένα πράγματα. Ένα μέρος του γενικού είναι ιδανικό και υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τα αισθητά πράγματα. Αυτό αποτέλεσε μία σημαντική παραχώρηση στον Πλάτωνα και στην ιδεαλιστική αντιμετώπιση του προβλήματος.

Στο μεσαίωνα η κατανόηση των κατηγοριών όπως και άλλες λύσεις φιλοσοφικών προβλημάτων, ήταν επηρεασμένη από τη Θεολογία. Οι ρεαλιστές φιλόσοφοι αναμασούσαν με τη μια ή την άλλη μορφή την Πλατωνική αντίληψη για τις κατηγορίες ως ανεξάρτητες ιδανικές ουσίες. Οι νομιναλιστές ονοματοκράτες (nominalists) απέρριπταν αυτή την ερμηνεία, αρνούμενοι κάθε ανεξάρτητη ύπαρξη των κατηγοριών, είτε στην αντικειμενική πραγματικότητα είτε στο νου.

Μετά το μεσαίωνα, φιλόσοφοι όπως ο Bacon, ο Hobbes, ο Locke και άλλοι, απέρριψαν τη ρεαλιστική αντίληψη και ανέπτυξαν την Αριστοτελική Θεωρία για τη φύση των κατηγοριών ως αντανακλάσεων των γενικών ιδιοτήτων και ποιοτήτων συγκεκριμένων πραγμάτων. Οι Γάλλοι υλιστές του 18ου αιώνα, Diderot, Holbach, Helvetius και άλλοι, έδωσαν μια παρόμοια λύση στο πρόβλημα.

Μια άλλη άποψη για τη φύση των κατηγοριών διατυπώθηκε από τον Kant. Ο Kant υποστήριξε ότι οι κατηγορίες δεν είναι αντανάκλαση κάποιας πλευράς ή συνδέσμων της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά είδη μιας εσωτερικής δραστηριότητας του νου. Το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται από το νου, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του στοιχεία, και έρχεται στον κόσμο των φαινομένων από το υποκείμενο κατά τη διαδικασία της γνωστικής του δραστηριότητας, δραστηριότητα η οποία στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι το υποκείμενο έχει στο νου του αυτές τις κατηγορίες.

Το επιχείρημα του Kant είναι αρκετά πειστικό, αν πάρουμε το άτομο ως το υποκείμενο της γνώσης, τον γνώστη. Σε σχέση με κάθε άτομο, οι κατηγορίες είναι είδη της νοητικής δραστηριότητας που υπάρχουν στο νου του πριν από την εκτέλεση οποιουδήποτε γνωστικού ενεργήματος. Μόνο όταν το άτομο έχει απόλυτα εξοικειωθεί με τις κατηγορίες μπορεί να σκεφτεί και έτσι να γνωρίζει τη πραγματικότητα που το περιβάλλει. Στο βαθμό που αφορά το άτομο-γνώστη, οι κατηγορίες υπάρχουν a priori, πριν από οποιαδήποτε δική του γνωστική προσπάθεια. Το πραγματικό όμως υποκείμενο της γνώσης, ο γνώστης, δεν είναι το άτομο αλλά η κοινωνία και σε σχέση με την κοινωνία οι κατηγορίες δεν είναι κάτι που υπάρχει πριν από τη γνώση, ούτε αποτελούν a priori είδη νοητικής δραστηριότητας, αλλά μορφές αντανάκλασης της πραγματικότητας που αποκτάται στη διαδικασία της πρακτικής δραστηριότητας και της ανάπτυξης της γνώσης που γίνεται με βάση αυτή τη δραστηριότητα. Το περιεχόμενό τους δεν προσδιορίζεται από τη συνείδηση αλλά από την αντικειμενική πραγματικότητα, δεν είναι χαρακτηριστικό της συνείδησης, αλλά η αντανάκλαση των χαρακτηριστικών των καθολικών μορφών της ύπαρξης. Το περιεχόμενο δεν είναι υποκειμενικό ούτε εισάγεται στον κόσμο των φαινομένων από το υποκείμενο, συνάγεται όμως απ’ αυτό μέσα από την αντικειμενική πραγματικότητα, και εκφράζεται με κάποια ιδανική μορφή.

Ο υποκειμενισμός της Καντιανής εξήγησης για τη φύση των κατηγοριών, η ιδέα ότι ο καθολικός χαρακτήρας του περιεχομένου τους καθορίζεται από τη συνείδηση, έγινε αντικείμενο ανελέητης κριτικής από τον Hegel.

Σε αντίθεση με τον Kant, ο Hegel ερμηνεύει τη φύση των κατηγοριών από τη σκοπιά του αντικειμενικού ιδεαλισμού.

Οι κατηγορίες κατά τον Hegel δεν παρουσιάζονται στη συνείδηση κατά τη διαδικασία της αντανάκλασης της πραγματικότητας, αλλά ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των ιδεών, της καθαρής νόησης που υπήρξε πριν και ανεξάρτητα από τον υλικό κόσμο και τα αισθητά πράγματα. Με τις κατηγορίες οι οποίες παράγονται η μια μετά την άλλη, η Απόλυτη Ιδέα αποκαλύπτει το περιεχόμενό της μετασχηματιζόμενη σε φύση, σε υλικό κόσμο και ενσωματώνεται σε πράγματα και σε υλικές οντότητες. Εκεί, χωρίς να έχει συνείδηση του εαυτού της, η Απόλυτη Ιδέα, περνά ένα στάδιο ανάπτυξης, μετά από το οποίο, έχοντας αποβάλει κάθε ξένη μορφή φυσικής ύπαρξης, επιστρέφει πάλι στο πνευματικό στοιχείο της. Αργότερα αποκτώντας συνείδηση της πορείας που ακολούθησε κατά τη διαδικασία ανάπτυξης της γνώσης, επιστρέφει στον εαυτό της για να υπάρξει πια αιώνια ως Απόλυτο Πνεύμα.

Έτσι κατά την άποψη του Hegel, οι κατηγορίες είναι ιδανικές ουσίες που εκφράζουν στοιχεία της Απόλυτης Ιδέας και ταυτόχρονα στάδια στη διαλεκτική της ανάπτυξη. Ως μορφές της δημιουργικής δραστηριότητας της Ιδέας, προσδιορίζουν την ουσία των υλικών πραγμάτων η οποία προκύπτει απ’ αυτές και αναπαράγεται από τη γνωστική διαδικασία ως καθαρή μορφή. Αφού παρουσίασε αυτή την καθολική εικόνα της διαλεκτικής της αυτο-ανάπτυξης της έννοιας των κατηγοριών, και συνέλαβε πολλούς από τους πραγματικούς καθολικούς νόμους ανάπτυξης της αντικειμενικής πραγματικότητας και της γνώσης, ο Hegel έδωσε στη διαλεκτική των κατηγοριών ένα προσδιοριστικό χαρακτήρα ανώτερο σε σχέση με αυτόν της διαλεκτικής των πραγμάτων, ανάγοντας τη δεύτερη, σε ειδική περίπτωση της λογικής.

Μετά τον Hegel, ο Windelband δίνει επίσης μεγάλη προσοχή στη μελέτη των κατηγοριών και στις διασυνδέσεις τους κατά τη νοητική διαδικασία. Κατά την άποψή του, οι κατηγορίες είναι στοιχειώδεις συνθετικές λειτουργίες της νόησης, είδη (forms) της συνθετικής δραστηριότητας της συνείδησης. Στο βαθμό που αυτά είναι είδη γνωστικής σύνδεσης και σχέσης, υπάρχουν ως κρίσεις και έννοιες. Ο Windelband χωρίζει τις κατηγορίες σε συστατικές –αυτές που υπάρχουν έξω και ανεξάρτητα από τη νόηση και τις ανακλαστικές- αυτές που υπάρχουν μόνο στη νόηση αντιπροσωπεύοντας κάτι έξω απ’ αυτή. Παρά το διαχωρισμό αυτό ο Windelband θεωρεί ότι τελικά όλες οι κατηγορίες έχουν μία κοινή προέλευση –τη συνθετική δραστηριότητα της νόησης. Η άποψη για τη φύση των κατηγοριών αναπαράγει, με ορισμένες τροποποιήσεις, την Καντιανή έννοια των κατηγοριών ως καθαρά a priori μορφές της συνείδησης.

Ο Schmitz-Dumont, ο Wundt και μια ολόκληρη παρέα νεοκαντιανών θεωρούν τις κατηγορίες αποτέλεσμα της συνθετικής δραστηριότητας της συνείδησης, a priori είδη της νοητικής δραστηριότητας.
Ο N. Hartmann διαφέρει κάπως από πολλούς Νεοκαντιανούς στον τρόπο που καταλαβαίνει τη φύση των κατηγοριών. Βλέπει τον κόσμο ως ένα πολυ-στρωματικό σύνολο, όπου η συνείδηση είναι ένα απ’ αυτά τα στρώματα. Μεταχειρίζεται τις κατηγορίες ως χαρακτηριστικά που πρέπει να ξεχωρίσει κανείς από τα άλλα στρώματα του όντος. «Όλες οι βασικές διακρίσεις στη σφαίρα του υπαρκτού, όπως στάδια ή στρώματα, τα γενικά χαρακτηριστικά που κυκλοφορούν μέσα στα στρώματα και οι σχέσεις που τα συνδέουν», γράφει, «παίρνουν τη μορφή κατηγοριών»[2].

Οι κατηγορίες του Hartmann, υπάρχουν έξω και ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συνείδηση. Έχουν το ρόλο καθολικών ειδών που διαφοροποιούνται σύμφωνα με τα διάφορα στρώματα και συνθέτουν μία ειδική σφαίρα που βρίσκεται στα θεμέλια της ύπαρξης. Αγνοώντας το βασικό ερώτημα της φιλοσοφίας, ο Hartmann απέφυγε την ανάγκη να συσχετίσει τις κατηγορίες ως ιδανικές μορφές με τον υλικό κόσμο. Στη φιλοσοφία του οι ιδανικές αυτές μορφές υπάρχουν στο ίδιο επίπεδο με τις υλικές και όχι μόνο υπάρχουν, αλλά προσφέρουν το θεμέλιο και τη συνδετική αρχή όλων αυτών των μορφών. Η ιδεαλιστική τάση είναι αρκετά ευδιάκριτη στην ανάλυση του Hartmann.

Μία περισσότερο σαφή αναγνώριση της ανεξάρτητης ύπαρξης των κατηγοριών ως ειδικών ιδανικών ουσιών –γενικές έννοιες (universals)- βρίσκουμε στο έργο του Άγγλου ρεαλιστή Φιλόσοφου George Moore. Κατ’ αυτόν, τα συστατικά του σύμπαντος είναι τριών ειδών: 1) τα συγκεκριμένα, δηλαδή τα αισθητά αντικείμενα, 2) οι αλήθειες ή τα γεγονότα και 3) οι γενικές έννοιες[3].

Η κριτική του στρέφεται κυρίως ενάντια στην άποψη, σύμφωνα με την οποία υπάρχουν μόνο μεμονωμένα αντικείμενα, οι δε γενικές έννοιες είναι προϊόντα νοητικής δραστηριότητας. Πιστεύει ότι η άποψη αυτή βγήκε μέσα από τη διφορούμενη χρήση των λέξεων «ιδέα», «σύλληψη» (conception), «σκέψη», και «αφαίρεση». Κατά τον Moore, εφαρμόζουμε τις ίδιες λέξεις «ιδέα», «σύλληψη», «αφαίρεση» και στα αντικείμενα και στα ενεργήματα της σκέψης. Προφανώς λοιπόν, συνεχίζει, όλες οι γενικές έννοιες είναι κατά κάποιο τρόπο «αφαιρέσεις», είναι «αφηρημένα» πράγματα. «… Πολλοί φιλόσοφοι φαίνεται να υποθέτουν ότι ένα πράγμα χαρακτηρίζεται ως «αφαίρεση», θεωρείται… ότι είναι προϊόν της διεργασίας του νου». Αυτό για το Moore είναι βασικό λάθος. «Υπάρχει βέβαια η ψυχολογική διαδικασία που λέγεται “αφαίρεση”…» Συγκεκριμένα, η διαδικασία της αφαίρεσης είναι μία διαδικασία απ’ την οποία γνωρίζουμε τις γενικές έννοιες` προϊόν της διαδικασίας είναι η γνώση και όχι οι ίδιες, οι γενικές έννοιες[4].

Η ρεαλιστική θέση του Moore φαίνεται ξεκάθαρα στον ορισμό της φύσης των κατηγοριών. Για τον Moore οι κατηγορίες, όπως και οποιαδήποτε αλήθεια δεν υπάρχουν στην ανθρώπινη συνείδηση, αλλά στην αντικειμενική πραγματικότητα μαζί με τα υλικά αντικείμενα. Ο άνθρωπος δεν τις δημιουργεί κατά τη διαδικασία ανάπτυξης της γνώσης του, απλώς τις κατανοεί.

Η αντίληψη του Popper για τις κατηγορίες είναι κοντά σ’ αυτή του Moore. Ο Popper δέχεται την ύπαρξη τριών κόσμων. Ο πρώτος είναι ο φυσικός, ο δεύτερος ο ψυχο-νοητικός κόσμος του συγκεκριμένου ατόμου και ο τρίτος, ο κόσμος των ιδεών ή διανοημάτων[5].

Ο τρίτος κόσμος του Popper περιέχει εκτός από γενικές έννοιες, προτάσεις και θεωρίες. Συχνά, λέει ο Popper, τα στοιχεία του τρίτου κόσμου, τα αντικειμενικά Είδη ή Ιδέες, θεωρούνται ως υποκειμενικά, ως στοιχεία του δεύτερου κόσμου. Αυτό, κατά τον Popper, είναι μια βαθειά λαθεμένη άποψη. Οι γενικές ιδανικές ουσίες είναι αντικειμενικές, υπάρχουν έξω και ανεξάρτητα από τον ανθρώπινο νου συνθέτοντας έναν ξεχωριστό κόσμο[6]. Οι θέσεις αυτές του Popper είναι μια παραλλαγή της Πλατωνικής αντίληψης για τη φύση των κατηγοριών και ο Popper δεν κάνει καμία προσπάθεια να το αποκρύψει. «Συμφωνώ», γράφει, «με εκείνους τους ερμηνευτές που υποστηρίζουν ότι τα είδη ή ιδέες του Πλάτωνα διαφέρουν οντολογικά, όχι μόνο από το σώμα και το νου αλλά και από “ιδέες στο νου”, δηλαδή από συνειδητές ή ασυνείδητες εμπειρίες: Τα πλατωνικά είδη ή ιδέες συνθέτουν έναν τρίτο κόσμο Sui generis. Βέβαια, αντιπροσωπεύουν πραγματικά ή δυνατά αντικείμενα της σκέψης –intelligibilia. Τα intelligibilia είναι τόσο αντικειμενικά όσο και τα visibilia τα οποία είναι φυσικά σώματα και αντιπροσωπεύουν πραγματικά ή δυνατά αντικείμενα της δράσης»[7].

Στο έργο αρκετών θετικιστών, ιδιαίτερα σημασιολόγων (semanticists), αναπτύσσεται, σε αντίθεση με τη ρεαλιστική άποψη για τη φύση των κατηγοριών, μια διαμετρικά αντίθετη ονοματοκρατική (nominalist) θέση. Τα επιχειρήματα των Stuart Chase και Walpote μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως παράδειγμα ακραίας ονοματοκρατικής μεταχείρισης της φύσης των κατηγοριών.

Όπως ο Moore και ο Popper, έτσι και ο Chase αρχίζει να εξετάζει το πρόβλημα προσπαθώντας να εξηγήσει τη σύγχυση που υπάρχει ανάμεσα στις ιδέες που αναφύονται στη συνείδηση και στα αντικειμενικά υπαρκτά πράγματα και ορίζει ως αιτία τη λαθεμένη χρήση γενικών εννοιών και αφαιρέσεων. Σε αντίθεση όμως με τον Popper και τον Moore, το συμπέρασμά του είναι διαμετρικά αντίθετο. Ενώ ο πρώτος ξεκινώντας από το γεγονός ότι οι άνθρωποι συνηθίζουν να συγχέουν τα προϊόντα της νοητικής τους δραστηριότητας (όπως π.χ. τις εικόνες που δημιουργούνται στη συνείδηση, με τις προθέσεις τους), καταλήγει να θεωρεί λαθεμένη την άρνηση της αντικειμενικής ύπαρξης των γενικών εννοιών, ο Chase συμπεραίνει από το ίδιο γεγονός ότι οι άνθρωποι τείνουν να θεωρούν ορισμένα πράγματα ως αντικειμενικά υπαρκτά, ενώ δεν είναι παρά σύμβολα-λέξεις. «Συγχέουμε συνεχώς το όνομα με εξωγλωσσικό αντικείμενο, δίνοντας έτσι μια νόθα ισχύ στη λέξη, σαν να ήταν κάτι ζωντανό που φωνάζει από μόνο του»[8]. Εξ αιτίας αυτής της τάσης, ισχυρίζεται ο Chase, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ορισμένες αφηρημένες γενικές έννοιες, όπως «ελευθερία», «δικαιοσύνη» και «αιωνιότητα», είναι οντότητες που ζουν και αναπνέουν, ενώ στην αντικειμενική πραγματικότητα υπάρχουν μόνο συγκεκριμένα αντικείμενα και φαινόμενα και δεν υπάρχουν, ούτε θα μπορούσαν να υπάρξουν όντα όπως οι γενικές αυτές ουσίες[9].

Μπορούμε λοιπόν να ξεχωρίσουμε από την ιστορία της εξέλιξης της φιλοσοφικής σκέψης στο πρόβλημα των κατηγοριών, τις ακόλουθες τάσεις: ορισμένοι πιστεύουν ότι οι κατηγορίες υπάρχουν έξω και ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συνείδηση με τη μορφή ειδικών ιδανικών ουσιών (ρεαλιστική σχολή), μια δεύτερη ομάδα θεωρεί τις κατηγορίες προϊόν φαντασίας, απλές λέξεις που δεν εκφράζουν τίποτα και δεν αναφέρονται σε τίποτα (ονοματοκρατική σχολή), και η τρίτη τάση μεταχειρίζεται τις κατηγορίες ως μορφές της νοητικής δραστηριότητας που υπάρχουν a priori στην ανθρώπινη συνείδηση, ως κύρια χαρακτηριστικά της συνείδησης (Καντιανή Σχολή), και η τέταρτη θεωρεί τις κατηγορίες ως εξιδανικευμένες εικόνες που σχηματίζονται κατά τη διαδικασία ανάπτυξης της γνώσης της αντικειμενικής πραγματικότητας και αντανακλούν τις αντίστοιχες γενικές όψεις και σχέσεις των υλικών πραγμάτων (Αριστοτέλης, Locke και Γάλλοι υλιστές του 18ου αιώνα).

Η διαλεκτική-υλιστική θεωρία των κατηγοριών, αποτελεί ανάπτυξη της τέταρτης αυτής άποψης.

Όπως και οι υλιστές πριν τον Μαρξ, έτσι και οι θεμελιωτές του διαλεκτικού υλισμού θεωρούν τις κατηγορίες ως εξιδανικευμένες εικόνες που αντανακλούν τις αντίστοιχες πλευρές και σχέσεις των υλικών πραγμάτων. Σε αντίθεση όμως με τους πρώτους, οι οποίοι υποστήριξαν ότι το περιεχόμενο αυτών των εικόνων συμπίπτει άμεσα με τις αντίστοιχες ιδιότητες και σχέσεις των πραγμάτων, οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν θεώρησαν αυτές τις εικόνες ως προϊόν της δημιουργικής δραστηριότητας του υποκειμένου κατά την οποία ξεχωρίζει το γενικό από το ατομικό, προσδιορίζει τις αναγκαίες και ενδογενείς σχέσεις και ιδιότητές του και τις παρουσιάζει σε καθαρή μορφή. Έτσι, η εξιδανικευμένη εικόνα που αντιπροσωπεύει το περιεχόμενο αυτής ή της άλλης κατηγορίας καθώς και την ενότητα του υποκειμενικού και του αντικειμενικού, δεν ταυτίζεται με τα φαινόμενα, δηλαδή μ’ αυτό που βρίσκεται στην επιφάνεια πραγμάτων και διαδικασιών. Αντίθετα, διαφέρει ουσιαστικά από το φαινόμενο, και μπορεί ακόμα να αντιφάσκει μαζί του, στο βαθμό που το τελευταίο δεν συμπίπτει με την ουσία και τη διαστρεβλώνει. Το περιεχόμενο των κατηγοριών πρέπει και ως ένα βαθμό συμπίπτει, όχι με το φαινόμενο, αλλά με την ουσία.


2. Διασύνδεση των κατηγοριών. Οι κατηγορίες ως στάδια ανάπτυξης της γνώσης και της πρακτικής

Τα υλικά όντα, μέσα από τα οποία υπάρχει η ύλη δεν συνυπάρχουν απλώς` βρίσκονται σε μία συνεχή κατάσταση αλληλεπίδρασης και μέσα απ’ αυτή την αλληλεπίδραση εκδηλώνουν τις ιδιότητές τους και βεβαιώνουν την ύπαρξή τους ως συγκεκριμένα, ποιοτικά διάκριτα σώματα, ή φαινόμενα, τα οποία σε κατάλληλες συνθήκες αλλάζουν από τη μια μορφή στην άλλη. Κατά συνέπεια όλα τα φαινόμενα της πραγματικότητας διασυνδέονται και αλληλεξαρτώνται καθολικά. Εκεί όμως όπου τα φαινόμενα συνθέτουν την αντικειμενική πραγματικότητα βρίσκονται σε κατάσταση αναγκαίας διασύνδεσης και αλληλεξάρτησης, πρέπει και οι έννοιες, μέσα απ’ τις οποίες η πραγματικότητα που περιβάλλει τον άνθρωπο αντανακλάται στη συνείδησή του, να συνδέονται και να αλληλοεξαρτώνται και σε κατάλληλες συνθήκες η μια να μετατρέπεται στην άλλη καθώς και στο αντίθετό της. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορούν να αντανακλούν την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων. «Οι ανθρώπινες έννοιες», γράφει ο Λένιν, «δεν είναι σταθερές` βρίσκονται σε συνεχή κίνηση όπου η μια περνά στη θέση της άλλης έτσι ώστε να αντανακλούν τη ζωή»[10]. Αν αυτό είναι αλήθεια, η μελέτη των εννοιών προϋποθέτει την ανακάλυψη των διασυνδέσεών τους, της ροής της μιας στην άλλη και την κατασκευή του συστήματος που αναπαράγει τις αναγκαίες σχέσεις των διαφόρων απόψεων του αντικειμένου που ερευνάται. Σε σχέση μ’ αυτό θα πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη μελέτη των εννοιών γενικά, αφορά φυσικά και τη μελέτη των κατηγοριών, οι οποίες είναι έννοιες που αντανακλούν τις καθολικές μορφές ύπαρξης και τις γενικές σχέσεις και πλευρές της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ο μόνος τρόπος για να ανακαλύψουμε την πληθώρα των διαλεκτικών προτύπων κίνησης, είναι να εξετάσουμε τις κατηγορίες που αντανακλούν την οργανική διασύνδεση και αλληλεξάρτησή τους και να ανάγουμε αυτές τις κατηγορίες σ’ ένα σύστημα όπου η κάθε μια βρίσκεται σε ορισμένες σχέσεις με όλες τις άλλες.

Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος που μελέτησε και συστηματοποίησε τις σχέσεις των κατηγοριών. Η ταξινόμηση όμως του Αριστοτέλη δεν μπόρεσε και δεν μπορούσε να αναπαράγει την πραγματική διασύνδεση των κατηγοριών, γιατί στηριζόταν ολοκληρωτικά στις αρχές της τυπικής λογικής. Ένα άλλο μειονέκτημα της ταξινόμησης του Αριστοτέλη είναι ότι δεν περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες που ήταν τότε γνωστές και είχαν ήδη εξεταστεί με μεγάλη λεπτομέρεια και από τον ίδιο τον Αριστοτέλη.

Πολύ μετά τον Αριστοτέλη, ο Kant προσπάθησε επίσης να αναλύσει τις διασυνδέσεις των κατηγοριών. Η ταξινόμησή του όμως πάσχει από παρόμοια ελαττώματα, γιατί στηρίχθηκε στις ίδιες αρχές της τυπικής λογικής. Οι κατηγορίες κατανεμήθηκαν σε ομάδες όχι σύμφωνα με τον ιστορικό τους ρόλο στην κίνηση της γνώσης αλλά σύμφωνα με τη μια ή την άλλη κοινή ιδιότητά τους. Πέρα απ’ αυτό, ο Kant όπως και ο Αριστοτέλης, δεν συμπεριέλαβε πολλές από τις υπάρχουσες κατηγορίες. Ο Kant χρησιμοποίησε την ταξινόμηση των κατηγοριών του Αριστοτέλη, αλλά αντίθετα μ’ αυτόν, τις θεώρησε μερικά εξαρτημένες από τα στάδια ανάπτυξης της γνώσης και προσπάθησε να αποδείξει ότι για κάθε τέτοιο στάδιο υπάρχουν αντίστοιχες κατηγορίες. Έτσι κατά τον Kant οι κατηγορίες του χώρου και του χρόνου είναι ενδογενείς στο στάδιο της αισθητηριακής αντίληψης των φαινομένων, ενώ οι κατηγορίες της ποιότητας, ποσότητας, σχέσης και τρόπου, χαρακτηρίζουν το ορθολογικό στάδιο της σκέψης.

Το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε ολοκληρωμένα για πρώτη φορά στην ιστορία από τον Hegel ο οποίος αντιμετωπίζει κριτικά την Καντιανή αντίληψη για τις κατηγορίες και ιδιαίτερα την τάση του προς τον υποκειμενισμό. Παρά την κριτική του όμως, στον υποκειμενισμό του Kant δεν μπόρεσε να δώσει μια σωστή λύση στο πρόβλημα. Η κριτική του δε στρέφεται ούτε προς τον ιδεαλισμό του Kant, ούτε προς το ότι ο Kant θεώρησε τη γενικότητα, την αναγκαιότητα και τους νόμους, ως προϊόντα της συνείδησης. Ο Hegel κατηγορεί τον Kant για το ότι δεν υποστήριξε με συνέπεια τη θέση του, γιατί σταμάτησε στη μέση και θεώρησε ότι οι νόμοι της συνείδησης εφαρμόζονται μόνο στα φαινόμενα και όχι στο σύνολο του κόσμου, όχι στο πράγμα καθεαυτό.

Με άλλα λόγια η κριτική του Hegel στον Kant στηρίζεται στις θέσεις του ιδεαλισμού.

Στην ίδια αυτή βάση ο Hegel οικοδομεί τη δική του λύση στο πρόβλημα αλλά ενώ αποδεικνύει τη διασύνδεση των κατηγοριών στο πλαίσιο της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, στηρίζει τις κατηγορίες στις αρχές της διαλεκτικής. Παρουσιάζει τις κατηγορίες στην κίνησή τους, στην ανάπτυξή τους, και στον αλληλομετασχηματισμό τους. Οι κατηγορίες αντιμετωπίζονται ως στιγμές ή στάδια στην ανάπτυξη της ιδέας που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τον άνθρωπο και τον υλικό κόσμο. Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν ότι παρόλη τη μεγαλοφυΐα του και την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται την πραγματική φύση των πραγμάτων, συχνά αναγκαζόταν να ακολουθήσει τις ιδεαλιστικές του αρχές και να τις πραγματοποιήσει σε αντίθεση με την πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, μέσ’ απ’ το υπερβολικά τεχνητό και αντιφατικό σύστημά του κατάφερε να αναπαράγει έναν σημαντικό αριθμό νόμων και σχέσεων που βρίσκονται στα θεμέλια της πραγματικότητας.

Το πρόβλημα της διασύνδεσης των κατηγοριών αντιμετωπίσθηκε με συνεπή υλιστικό και επιστημονικό τρόπο μόνο από τη Μαρξιστική φιλοσοφία. Ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» ασχολήθηκε με την πολιτική και οικονομική πλευρά του προβλήματος και ο Λένιν με τη φιλοσοφική στα «Φιλοσοφικά Τετράδια». Αντίθετα προς τον Hegel, ο οποίος θεώρησε τις κατηγορίες ως στιγμές της ανάπτυξης της Ιδέας στην προ-φυσική ύπαρξή της και ότι η διασύνδεση των κατηγοριών προκύπτει από τη δημιουργική δραστηριότητα της νόησης, ο Λένιν βλέπει τις κατηγορίες ως γενικές μορφές αντανάκλασης της πραγματικότητας και ως στάδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής γνώσης και πρακτικής. Κατά τον Λένιν, κάθε κατηγορία συνδέεται μ’ ένα αυστηρά ορισμένο στάδιο ανάπτυξης της γνώσης. Οι κατηγορίες καταγράφοντας τις καθολικές ιδιότητες και σχέσεις που ανακαλύπτει η συνείδηση σ’ ένα συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξής της, αντανακλούν τα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά αυτού του σταδίου και διαμορφώνουν τους «ακρογωνιαίους λίθους», όπως θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν, της ανθρώπινης κυριαρχίας στη φύση της γνώσης της φύσης. Με άλλα λόγια, ο κατηγορίες, αντανακλώντας τις γενικές πλευρές και σχέσεις του εξωτερικού κόσμου αποτελούν ταυτόχρονα στάδια ανάπτυξης της γνώσης, στιγμές που καταγράφουν τη μετάβαση της γνώσης από ορισμένα στάδια ανάπτυξης σε άλλα. «Ο άνθρωπος είναι αντιμέτωπος», γράφει ο Λένιν, «μ’ έναν ιστό από φυσικά φαινόμενα. Ο ενστικτώδης άνθρωπος, ο άγριος, δεν ξεχωρίζει τον εαυτό του από τη φύση. Ο συνειδητός άνθρωπος κάνει το διαχωρισμό, οι κατηγορίες είναι στάδια τέτοιας διαχωριστικής δραστηριότητας, δηλαδή στάδια γνώσης του κόσμου»[11]. Επομένως κατά τον Λένιν η διασύνδεση των κατηγοριών απορρέει από τις κανονικότητες του Είναι και της γνώσης. Παραδέχεται ότι η σχέση των κατηγοριών, αντανακλώντας το συσχετισμό των αντίστοιχων γενικών πλευρών και συνδέσμων της πραγματικότητας, εκφράζει την αναγκαία κίνηση της γνώσης από χαμηλότερα σε ανώτερα στάδια.

Κατά τον Λένιν, η εμφάνιση κάθε νέας κατηγορίας προσδιορίζεται απαραίτητα απ’ αυτή την ίδια την πορεία ανάπτυξης της γνώσης. Η νέα κατηγορία εμφανίζεται επειδή η γνώση, εισδύοντας όλο και πιο βαθιά στον κόσμο των φαινομένων, αποκαλύπτει νέες γενικές πλευρές και νέους συνδέσμους που δεν ταιριάζουν με τις υπάρχουσες κατηγορίες. Απαιτούν έτσι άλλες καινούργιες για να εκφρασθούν και να θεμελιωθούν.

Ας παρακολουθήσουμε τώρα σε γενικές γραμμές τη σειρά με την οποία ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τις γενικές πλευρές και συνδέσεις του κόσμου που τον περιβάλλει, και ταυτόχρονα την κίνηση της γνώσης από τη μια κατηγορία στην άλλη.

Σε αντίθεση με το ζώο, το οποίο συμπεριφέρεται σύμφωνα με ένστικτα και συνήθειες που διαμορφώνονται με βάση αντανακλαστικά –αντανακλαστικά που έχουν αναπτυχθεί κάτω από διάφορες συνθήκες- και το οποίο δεν ξεχωρίζει τον εαυτό του από το περιβάλλον, ο άνθρωπος, αποκτώντας συνείδηση, αρχίζει να ξεχωρίζει τον εαυτό του από το περιβάλλον, να αντιλαμβάνεται τον ιδιόμορφο τρόπο ζωής του ως κάτι διαφορετικό απ’ αυτήν του εξωτερικού κόσμου. Έχοντας αποκτήσει συνείδηση της δικής του ύπαρξης και της ύπαρξης του εξωτερικού κόσμου, μαθαίνει να διαχωρίζει τον εαυτό του με τον ίδιο τρόπο που διαχωρίζει τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου. Για να εκφράσει αυτό το διαχωρισμό της ύπαρξής του, εφευρίσκει την αντίστοιχη έννοια που αφορά το ξεχωριστό αντικείμενο, το ξεχωριστό φαινόμενο ή πράγμα.

Παράλληλα με τη συνείδηση της χωριστής ύπαρξής του, ενός κάποιου βαθμού ανεξαρτησίας, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το σύνδεσμό του με τον εξωτερικό κόσμο, καθώς και το σύνδεσμο των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου μεταξύ τους. Ως ζωντανός οργανισμός πρέπει να φάει, να πιει, να κατοικήσει, να υπερασπίσει τον εαυτό του από τους εχθρούς, κτλ. Η ικανοποίηση αυτών και άλλων αναγκών, προϋποθέτει την οργανική σύνδεσή του με τον εξωτερικό κόσμο, τη χρήση ορισμένων φυσικών αντικειμένων.

Ο σύνδεσμος όμως των αντικειμένων μεταξύ τους συνεπάγεται την αλληλεπίδρασή τους και ταυτόχρονα μια διαδικασία αλλαγής δηλαδή, κίνηση. Αφού η σχέση των αντικειμένων μεταξύ τους συνδέεται οργανικά με την κίνηση, ο άνθρωπος, νοώντας αυτή τη σχέση, συνειδητοποιεί αναπόφευκτα ότι τα αντικείμενα αυτά αλλάζουν, ότι βρίσκονται σε κατάσταση κίνησης.

Στο ίδιο αυτό στάδιο της γνώσης ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τις χωρικές και χρονικές σχέσεις. Οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψη του αυτές τις σχέσεις σε κάθε κίνηση ή δραστηριότητά του. Ανεξάρτητα από το αν κυνηγά, ψαρεύει, οργώνει, ή καλλιεργεί, αντιμετωπίζει αναπόφευκτα τις χωρικές σχέσεις, την έκταση. Είναι υποχρεωμένος να λάβει υπ’ όψη του εμβαδά, αποστάσεις, ύψη, βάθος και διεύθυνση της κίνησης προς τα αριστερά, δεξιά, πάνω, ή κάτω. Αντιλαμβάνεται συνεχώς χαρακτηριστικά του χώρου που επηρεάζουν την καθημερινή του ζωή και δραστηριότητα.

Ο άνθρωπος καθώς αλλάζει τα αντικείμενα και τα φυσικά φαινόμενα κατά τη διαδικασία της εργασίας, μετατρέποντάς τα σε μέσα επιβίωσης, ανακαλύπτει επίσης ως χαρακτηριστικό της αλλαγής, τη διάρκειά τους. Ανακαλύπτει ακόμη το συσχετισμό της συγκεκριμένης κατάστασης στην οποία βρίσκονται με τις επόμενες και τις προηγούμενες. Έτσι σιγά-σιγά μαθαίνει να ξεχωρίζει παρόν, παρελθόν και μέλλον.

Παράλληλα με τη μετάβαση της γνώσης από το στάδιο της διάκρισης (αντικειμένων και φαινομένων) στο στάδιο της συσχέτισης (με κίνηση, χώρο και χρόνο), γνωρίζει και άλλα γενικά στοιχεία της πραγματικότητας, όπως το ατομικό και το γενικό. Κάθε ξεχωριστό αντικείμενο που συναντά για πρώτη φορά ο άνθρωπος στην πρακτική του δραστηριότητα, το θεωρεί ως κάτι μοναδικό. Αν αυτό το αντικείμενο μπορεί να ικανοποιήσει μια ανθρώπινη ανάγκη, συσχετίζεται μ’ αυτή την ανάγκη και ξεχωρίζει γι’ αυτό το λόγο από τα άλλα. Καθώς ανακαλύπτονται και άλλα αντικείμενα που μπορούν να ικανοποιήσουν την ίδια ανάγκη, γίνεται μία μετάβαση από το «ένα» στα «πολλά». Η σύγκριση αυτών των αντικειμένων μεταξύ τους πρακτικά και νοητικά αποκαλύπτει την ταυτότητα (ή ομοιότητά) τους η οποία αποτελεί τη βάση, πρώτα του γενικού τρόπου θεώρησης και στη συνέχεια, της δημιουργίας των γενικών εννοιών.

Στο ίδιο στάδιο ανάπτυξης της συνείδησης, ο άνθρωπος γνωρίζει την ποιότητα και την ποσότητα. Όταν αντιλαμβάνεται ένα ξεχωριστό αντικείμενο ως κάτι συγκεκριμένο ή μοναδικό, και προσπαθεί να ανακαλύψει τι είναι, το αντικείμενο αντανακλά την ποιότητά του. Εφόσον το αντικείμενο θεωρείται όπως είναι, ξεχωριστά από άλλα αντικείμενα, η ποσότητά του δεν διακρίνεται και στην πραγματικότητα ταυτίζεται με την ποιότητά του. Καθώς όμως η γνώση περνά από το ένα στα πολλά αντικείμενα και καθώς συγκρίνοντάς τα θεμελιώνει την ομοιότητα ή την ταυτότητα και τη διαφορά μεταξύ τους, αρχίζουν να προβάλλουν ορισμένα ποσοτικά χαρακτηριστικά. Τότε κάθε πλευρά και κάθε ιδιότητα της ποιότητας φαίνεται να διαιρείται. Πέρα απ’ αυτό που είναι, αποκαλύπτει το μέγεθός της, το βαθμό πραγματοποίησής της και την κατανομή της, με μια λέξη την ποσότητά της.

Όταν για πρώτη φορά ανακαλύπτονται τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, δεν αποκαλύπτουν την αλληλεξάρτησή τους. Παρουσιάζονται ως ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Καθώς όμως η γνώση προχωρεί σε βάθος, συνειδητοποιούμε ότι τα ξεχωριστά ποιοτικά και τα ξεχωριστά ποσοτικά χαρακτηριστικά συνδέονται μεταξύ τους. Ανακαλύπτουμε μια οργανική σύνδεση και παρατηρούμε ότι μια ορισμένη ποσότητα αντιστοιχεί σε μία αυστηρά προσδιορισμένη ποιότητα και αντίστροφα.

Καθώς φτάνουμε να γνωρίζουμε τη διασύνδεση των ξεχωριστών ποιοτικών πλευρών και ποσοτικών χαρακτηριστικών των αντικειμένων, συνειδητοποιούμε ότι οι αλλαγές μιας πλευράς ή φαινομένου, προκαλούν αλλαγές σε μια άλλη πλευρά ή φαινόμενο. Αυτό όμως που προκαλεί κάτι άλλο είναι η αιτία του άλλου, το οποίο αποτελεί τη συνέπεια της αιτίας. Έτσι η γνώση από τη συσχέτιση των ξεχωριστών ποιοτικών και ποσοτικών πλευρών του αντικειμένου μας οδηγεί στην ανακάλυψη της αιτιότητας, και ταυτόχρονα στην ανάγκη να διατυπώσουμε τις κατηγορίες της αιτίας και του αποτελέσματος. Καθώς προσπαθούμε να εξετάσουμε τις σχέσεις αιτίας και αποτελέσματος που έχουμε ανακαλύψει, συνειδητοποιούμε ότι συνδέονται στενά, έτσι ώστε το ένα δεν μπορεί να συμβεί χωρίς το άλλο και όταν πάλι συμβαίνει η αιτία, το αποτέλεσμα, υποχρεωτικά ακολουθεί. Με άλλα λόγια στη σχέση αυτή ανακαλύπτουμε το στοιχείο της αναγκαιότητας.

Η αναγκαιότητα λοιπόν εμφανίζεται για πρώτη φορά, ως ιδιότητα της σχέσης αιτίας και αποτελέσματος. Ωστόσο στη συνέχεια της πορείας ανάπτυξης της γνώσης, η έννοια της αναγκαιότητας επεκτείνεται και εκλεπτύνεται. Αναγκαίες θεωρούνται όχι μόνο οι σχέσεις αιτίας και αποτελέσματος, αλλά κάθε σύνδεση που πραγματοποιείται κάτω από ορισμένες συνθήκες. Κάθε πλευρά ή ιδιότητα, ενδογενής στα υλικά όντα που εξετάζουμε, καταλήγει να θεωρηθεί αναγκαία. Οι αναγκαίες συνδέσεις που ανακαλύπτουμε κατά την πορεία ανάπτυξης της γνώσης, διατυπώνονται συχνά στην επιστήμη με τη μορφή νόμων, δηλαδή οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτές τις σχέσεις μέσα από τη κατηγορία «νόμος», που σημαίνει και αντανακλά γενικές σταθερές και αναγκαίες συνδέσεις και σχέσεις.

Παράλληλα με την κίνηση της γνώσης από την αιτιότητα στην αναγκαιότητα και το νόμο, η γνώση προχωρεί προς τις κατηγορίες («μορφή» και «περιεχόμενο»). Η μετάβαση στις κατηγορίες αυτές πραγματοποιείται γιατί η γνώση δεν σταματά στη διαπίστωση μιας ξέχωρης αιτιακής σχέσης αλλά περνά, κάτω από την πίεση της πρακτικής δραστηριότητας που απαιτεί για την προώθησή της μια περισσότερο ολοκληρωμένη γνώση των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου, από τη μια αιτιακή σύνδεση στην άλλη, από την εξήγηση μιας ιδιότητας ενός πράγματος στην εξήγηση μιας άλλης ιδιότητας. Καθώς συσσωρεύεται η γνώση των αιτιακών σχέσεων μιας συγκεκριμένης περιοχής παρουσιάζεται η ανάγκη μιας νέας κατηγορίας, της κατηγορίας «περιεχόμενο», που σημαίνει το σύνολο όλων των αλληλεπιδράσεων και των αλλαγών που επιφέρουν σε μία υλική οντότητα. Γνωρίζοντας αυτές τις αλληλεπιδράσεις και τις επακόλουθες αλλαγές, αντιλαμβανόμαστε και αναπαράγουμε βήμα προς βήμα, στη συνείδησή μας, πρώτα τους εξωτερικούς και μετά τους εσωτερικούς τρόπους ένωσης των στοιχείων του περιεχομένου, δηλαδή τη σχετικά σταθερή δομή στην οποία πραγματοποιούνται όλες οι ενδογενείς αλλαγές και αλληλεπιδράσεις της υλικής οντότητας, με άλλα λόγια, τη μορφή της.

Η ανακάλυψη της διάκρισης ανάμεσα στην αναγκαιότητα και το τυχαίο και η διατύπωση ειδικών νόμων, δεν μπορεί να μας πει τα πάντα για ένα αντικείμενο. Όσες πλευρές και συνδέσεις να γνωρίσουμε δεν μπορούν να μας δώσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα γιατί ποτέ δεν μπορούν να αποτελέσουν κάτι περισσότερο από ένα μηχανιστικό άθροισμα των διαφόρων όψεων της υλικής οντότητας. Μια υλική οντότητα όμως δεν είναι ένα μηχανιστικό αλλά ένα οργανικό σύνολο, μια διαλεκτική ενότητα των στοιχείων της. Είναι λοιπόν αναγκαίο να ενώσουμε όλα αυτά τα στοιχεία σ’ ένα ενιαίο σύνολο, κάτω από μια αρχή. Η αναπαραγωγή στην ανθρώπινη συνείδηση όλων αυτών των αναγκαίων στοιχείων και νόμων του αντικειμένου που εξετάζουμε στη φυσική τους διασύνδεση και αλληλεξάρτηση, αποτελεί τη γνώση της ουσίας.

Η κίνηση προς την ουσία αρχίζει ανακαλύπτοντας τη βάση, τις βασικές (προσδιοριστικές) πλευρές και σχέσεις. Οι βασικές αυτές πλευρές και σχέσεις προσδιορίζουν το σχηματισμό, τη λειτουργία και την κατεύθυνση της αλλαγής και ανάπτυξης όλων των άλλων πλευρών της υλικής οντότητας. Αν ξεκινήσουμε λοιπόν μ’ αυτές μπορούμε σταδιακά ν’ αναπαράγουμε την ανθρώπινη συνείδηση τη διασύνδεση και των άλλων πλευρών και να προσδιορίσουμε τη θέση, το ρόλο και τη σημασία της καθεμιάς απ’ αυτές.

Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να εξετάσουμε την προέλευση και την ανάπτυξη αυτών των βασικών πλευρών και σχέσεων, καθώς και της ίδιας της υλικής οντότητας` αυτό πάλι συνεπάγεται ότι πρέπει να ανακαλύψουμε την πηγή αυτής της ανάπτυξης και την αιτία ώθησης της υλικής οντότητας που προσδιορίζει τις μεταβάσεις της από το ένα στάδιο ανάπτυξης στο άλλο. Η πηγή αυτής της ανάπτυξης είναι η αντίθεση, η ενότητα και πάλη των αντίθετων πλευρών και τάσεων που είναι ενδογενείς σε όλα τα φαινόμενα και τις διαδικασίες της πραγματικότητας. Επομένως, η ανάπτυξη της γνώσης απαιτεί την ανακάλυψη των αντιθέσεων. Απ’ τη στιγμή που ανακαλύπτουμε τις αντιθέσεις στη βάση, το πώς αναπτύχθηκαν, καθώς και τις αλλαγές που προκαλούν στις άλλες πλευρές του αντικειμένου ή του φαινομένου, παρατηρούμε ότι η ανάπτυξη πραγματοποιείται μέσα από την άρνηση ορισμένων ποιοτικών καταστάσεων από άλλες, τη διατήρηση κάθε θετικού στοιχείου που είχαν και την επανάληψη της μέχρι τώρα πορείας σ’ ένα νέο, ψηλότερο επίπεδο.

Αναπαράγοντας στη συνείδησή μας την ουσία ενός αντικειμένου, μπορούμε να κρίνουμε όχι μόνο αυτό που είναι σε μια συγκεκριμένη στιγμή αλλά επίσης το πώς θα συμπεριφερθεί σε άλλες σχέσεις. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το ότι αν έχουμε μάθει πως δημιουργήθηκε το αντικείμενο, τί βασικά στάδια πέρασε κατά την ανάπτυξή του, μπορούμε να προβλέψουμε με βεβαιότητα πώς θα εξελιχθεί στο μέλλον, σε διαφορετικές συνθήκες. Με άλλα λόγια, αν έχουμε ανακαλύψει την ουσία ενός πράγματος, μπορούμε να κρίνουμε τις πραγματικές (actual) καθώς και τις δυνατές (possible) καταστάσεις του. Εδώ φαίνεται η ανάγκη διάκρισης του πραγματικού και του δυνατού.

Το πρότυπο ανάπτυξης της γνώσης από τη μία κατηγορία στην άλλη, μπορεί να φανεί στην πρόοδο της επιστημονικής γνώσης. Εφόσον οι κατηγορίες είναι απαραίτητα στάδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής γνώσης, η κίνηση από τη μια στην άλλη πραγματοποιείται σε κάθε πεδίο γνώσης.

Από τη ιστορία λ.χ. της γνώσης των ηλεκτρικών φαινομένων, ξέρουμε ότι στην αρχαιότητα ανακαλύφθηκε πρώτα το ήλεκτρο. Όταν οι τεχνίτες άρχισαν να το επεξεργάζονται παρατήρησαν ότι με την τριβή αποκτούσε την ικανότητα να έλκει άλλα αντικείμενα. Οι αρχικά μεμονωμένες αυτές παρατηρήσεις από το γυάλισμα του κεχριμπαριού, οδήγησαν με την επανάληψη, στην αντίληψή του σαν ουσίας, η οποία με την τριβή παράγει ηλεκτρικές ιδιότητες. Στη συνέχεια, η ιστορία της ανάπτυξης της έννοιας του ηλεκτρισμού συνδέθηκε με την ανακάλυψη όλο και περισσότερων σωμάτων που παρουσίαζαν ηλεκτρικές ιδιότητες μετά από τριβή και έτσι, με τη διαμόρφωση όλο και πιο γενικών εννοιών για τον ηλεκτρισμό. Στο τέλος του 16ου αιώνα, ο Άγγλος επιστήμονας W. Gilbert, ανακάλυψε αυτή την ιδιότητα σε διαμάντια, ζαφείρια, στον αμέθυστο, στην ορεία κρύσταλλο, στο θειάφι, στο ρετσίνι, και σε άλλες ουσίες. Το αποτέλεσμα ήταν η διαπίστωση ότι η δύναμη να έλκουν άλλα ελαφρότερα σώματα έχουν όλα τα σώματα που δεν είναι καλοί αγωγοί του ηλεκτρισμού. Στην αρχή του 18ου αιώνα (1729) ο Άγγλος φυσικός Stephen Gray, από ορισμένα πειράματά του στον ηλεκτρισμό, έβγαλε το συμπέρασμα ότι ακόμη και καλοί αγωγοί του ηλεκτρισμού είχαν αυτή την ιδιότητα. Απέδειξε ότι αν τα σώματα αυτά τοποθετηθούν σε μονωτική βάση μπορούν να ηλεκτρισθούν με την τριβή.

Στην πορεία αυτών των ερευνών ανακαλύφθηκαν επίσης τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά των ηλεκτρικών φαινομένων. Εξ άλλου, ήταν φυσικό από τη στιγμή που ανακαλύφθηκε η μέχρι τότε άγνωστη ιδιότητα του επεξεργασμένου ήλεκτρου να έλκει άλλα σώματα, να προσπαθήσει να βρει κανείς τι το ιδιαίτερο είχε αυτό το φαινόμενο, δηλαδή, να εξηγήσει την ποιότητά του. Για το σκοπό αυτό έγινε σύγκριση αυτού του φαινομένου με άλλα. Το 1600, για παράδειγμα, ο Gilbert, συγκρίνοντας ηλεκτρικά και μαγνητικά φαινόμενα, παρατήρησε ότι ο ηλεκτρισμός μπορούσε να παραχθεί με την τριβή, ότι εμφανιζόταν από την επαφή με άλλα σώματα, κ.ά. Λίγο αργότερα, το 1672, ο Otto von Guericke απέδειξε ότι εκτός από την ηλεκτρική έλξη, υπάρχει και ηλεκτρική απώθηση. Το 1729 ο Gran από μια σειρά πειράματα έβγαλε το συμπέρασμα ότι όλα τα σώματα μπορούν να χωρισθούν σε αγωγούς και σε μονωτές.

Το 1730 ο Charles Du Fey απέδειξε ότι ο ηλεκτρισμός δεν ήταν ποιοτικά ομοειδής και ότι υπάρχουν δύο είδη ηλεκτρισμού. Το 1749 ο Franklin ανακάλυψε ότι όταν τα σώματα ηλεκτρίζονται, τα δύο είδη ηλεκτρισμού εμφανίζονται σ’ αυτά πάντα σε ίσες ποσότητες. Λίγα χρόνια αργότερα ο John Canton απέδειξε ότι ένα σώμα που στηρίζεται σε μία μονωτική βάση έχει την ικανότητα να απορροφά ηλεκτρισμό όταν ένα φορτισμένο σώμα τοποθετηθεί κοντά του. Έτσι, οι επιστήμονες, ανακαλύπτοντας σταδιακά τις ιδιότητες του ηλεκτρισμού, σχημάτισαν μία όλο και πιο ολοκληρωμένη εικόνα της ποιότητάς του.

Μετά από την εξέταση της ποιοτικής πλευράς των ηλεκτρικών φαινομένων οι επιστήμονες έστρεψαν την προσοχή τους στην ποσοτική τους πλευρά. Οι σχετικές έρευνες άρχισαν με τον Charles Coulomb (ή μάλλον τον Cavendish, αν και το έργο του ήταν άγνωστο στους συγχρόνους του) και φθάνοντας στο ζενίθ τους με τις ανακαλύψεις του Faraday δημιούργησαν μία ολόκληρη εποχή στην ανάπτυξη των αντιλήψεων για τον ηλεκτρισμό. Ανακαλύφθηκε ένας μεγάλος αριθμός νόμων, που συνέδεε τις διάφορες πλευρές των ηλεκτρικών φαινομένων.

Καθώς συσσωρευόταν η γνώση για τις αναγκαίες πλευρές και τις αναγκαίες συνδέσεις (νόμους) ανάμεσα στα διάφορα φυσικά φαινόμενα, έγιναν προσπάθειες να βρεθούν οι τρόποι αλληλεξάρτησής τους και να συμπτυχθούν σε κάποιο είδος ενιαίας θεωρίας, σε κάποιο σύστημα εννοιών που εξετάζουν την ουσία του ηλεκτρισμού. Το στάδιο αυτό φαίνεται στην περίοδο κατά την οποία ο Maxwell ανέπτυξε τη θεωρία του ηλεκτρομαγνητισμού. Με την ανακάλυψη του αρνητικά φορτισμένου ηλεκτρονίου και του θετικά φορτισμένου πρωτονίου, το άτομο θεωρήθηκε μία υλική οντότητα που αποτελείται από ίσο αριθμό ηλεκτρονίων και πρωτονίων. Η ανακάλυψη του ηλεκτρονίου ως στοιχείου του ατόμου κάθε ουσίας, εξήγησε γιατί ορισμένα σώματα είναι καλοί αγωγοί του ηλεκτρισμού και άλλα όχι. Η απάντηση βρίσκεται στη δομή του ηλεκτρονικού φλοιού του ατόμου. Από τη στιγμή που η ηλεκτρονική δομή της ουσίας έγινε κατανοητή ήταν δυνατόν να εξηγηθούν ηλεκτρικά φαινόμενα όπως το γαλβανικό ρεύμα, ο θερμοηλεκτρισμός, κ.ά. Το ηλεκτρόνιο κατέληξε να αποτελεί το βασικό στοιχείο της εξήγησης πολλών ηλεκτρικών φαινομένων, της παρουσίασής τους ως ενιαίου διασυνδεομένου συνόλου, ως ενιαίας αλυσίδας εκδηλώσεων της ηλεκτρονικής φύσης της ουσίας.

Έτσι η ανάπτυξη της γνώσης του ηλεκτρισμού δείχνει ότι η γνώση στη στοιχειώδη μορφή της αρχίζει με την ανακάλυψη ορισμένων ασύνδετων φαινομένων. Το φαινόμενο αυτό θεωρείται στην αρχή μοναδικό. Η σύγκρισή του όμως με άλλα φαινόμενα (πράγματα) αποκαλύπτει τα γενικά του χαρακτηριστικά και έτσι έχουμε μία κίνηση από το λιγότερο στο περισσότερο γενικό, και τελικά στο καθολικό.

Η πορεία της γνώσης των γενικών μορφών της ύπαρξης, των γενικών ιδιοτήτων και συνδέσεων της πραγματικότητας στο πεδίο των ηλεκτρικών φαινομένων, αντιστοιχεί βασικά στη σχέση τους ως σταδίων στην ανάπτυξη της κοινωνικής γνώσης.

Η γνώση των γενικών ειδών της ύπαρξης πραγματοποιείται στην πορεία της πρακτικής δραστηριότητας, στη διαδικασία του ενσυνείδητου μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Οι καθολικές αυτές ιδιότητες δεν εκφράζονται μόνο μέσα από εξιδανικευμένες εικόνες και έννοιες που προκύπτουν στην πορεία ανάπτυξης της γνώσης, αλλά και μέσα από τα εργαλεία που κατασκευάζουν οι άνθρωποι και τις μορφές που παίρνει η δραστηριότητά τους. Έτσι κατά το σχηματισμό της μιας ή της άλλης κατηγορίας αντανακλάται όχι μόνο η ιδιαίτερη φύση του αντίστοιχου σταδίου στην ανάπτυξη της γνώσης, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μορφών της ανθρώπινης δραστηριότητας που υπερισχύουν σ’ αυτή την περίοδο της ιστορικής ανάπτυξης της κοινωνίας, οι μορφές των μεταξύ τους σχέσεων καθώς και με τη φύση. Για παράδειγμα, η διασύνδεση, η αλληλεπίδραση και η αλλαγή (κίνηση), που ο άνθρωπος συνέβαλε σα γενικές μορφές της ύπαρξης στα πρώτα στάδια ανάπτυξης της γνώσης, ήταν τα αναγκαία και καθολικά στοιχεία της εργασίας, η οποία μπορεί να ορισθεί ως ο μετασχηματισμός των αντικειμένων της φύσης, με σκοπό να αποτελέσουν μέσα επιβίωσης.

Η εργασιακή δραστηριότητα αλλάζει ένα αντικείμενο ή ένα φυσικό φαινόμενο επιδρώντας σ’ αυτό μ’ ένα άλλο αντικείμενο (εργαλείο), δηλαδή δημιουργώντας μία συγκεκριμένη σχέση μεταξύ τους. Βάζοντας τα αντικείμενα κατά τη διαδικασία της εργασίας σε μια σχέση αλληλεπίδρασης, μια διαφορετική σχέση απ’ αυτή που είχαν στη φυσική τους κατάσταση, ο άνθρωπος πέτυχε να τα αλλάξει με τον τρόπο που εξυπηρετούσε τις ανάγκες του. Παρατηρώντας χιλιάδες φορές αυτή τη διαδικασία έβγαλε το συμπέρασμα ότι κάθε τι στο περιβάλλον του βρίσκεται σε μία κατάσταση διασύνδεσης και αλληλεπίδρασης που έχουν ως αποτέλεσμα τους διαφόρους μετασχηματισμούς. Επειδή ακριβώς πίστεψε αυτό το πράγμα και θεώρησε την αλληλεπίδραση ως αιτία της αλλαγής μπόρεσε να προχωρήσει στη συνειδητή οργάνωση και στην παραπέρα ανάπτυξη της παραγωγής. Αν κάποιος δεν ήξερε ή δεν είχε πεισθεί ότι τα αντικείμενα που τον περιβάλλουν μπορούν να αλλάξουν, δεν θα προσπαθούσε καθόλου να επιδράσει πάνω τους ούτε να προχωρήσει σε κάποιο είδος οργάνωσης της παραγωγής. Το γεγονός και μόνο της λειτουργίας και ανάπτυξης της παραγωγής στους αρχαίους, αποτελεί μαρτυρία για το ότι ήταν ενήμεροι της ικανότητας των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου να αλλάζουν σαν αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασής τους και για το ότι χρησιμοποίησαν με επιτυχία αυτή τη γνώση στην πάλη τους με τη φύση.

Αυτό φαίνεται και από την ιστορία της ανάπτυξης της τεχνολογίας. Οι πρώτοι τρόποι για το άναμμα της φωτιάς, π.χ., στηρίχθηκαν στην τριβή ενός αντικειμένου με ένα άλλο. Επίσης στην τριβή στηρίχθηκαν και οι πρώτες ηλεκτρικές μηχανές.

Ένα παράδειγμα της επίδρασης της πρακτικής δραστηριότητας και ιδιαίτερα των κοινωνικών σχέσεων, στην εξέλιξη των κατηγοριών, βρίσκει κανείς στον τρόπο με τον οποίο ο Ηράκλειτος απέδειξε την καθολική διασύνδεση και κίνηση που στηρίζεται στην ενότητα (παγκοσμιότητα) της πρωταρχικής φύσης κάθε υπαρκτού. Στο επιχείρημά του ο Ηράκλειτος ότι όλα τα παρατηρήσιμα φαινόμενα συνδέονται και μετασχηματίζονται το ένα στο άλλο γιατί η φύση τους είναι μία, η φωτιά –χρησιμοποίησε για παράδειγμα τις σχέσεις εμπορεύματος και χρήματος της εποχής του και τον ιδιαίτερο ρόλο του χρυσού. «Όλα τα πράγματα», γράφει, «ανταλλάσσονται με τη φωτιά και η φωτιά με όλα τα πράγματα, όπως ακριβώς τα προϊόντα με το χρυσό και ο χρυσός με τα προϊόντα».

Η εξάρτηση του σχηματισμού των κατηγοριών της διαλεκτικής και η αντανάκλαση σ’ αυτές διαφόρων πλευρών της πρακτικής δραστηριότητας τονίσθηκε κατ’ επανάληψη από τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Για να αποδείξει λ.χ. τη σχέση των κατηγοριών «ατομικό», «γενικό» ο Μαρξ γράφει: «Τι θα έλεγε ο γερο-Hegel αν άκουγε στον άλλο κόσμο ότι γενικό (das Allgemeine) στα γερμανικά και στα νορβηγικά δεν σημαίνει τίποτ’ άλλο από την κοινή γη σε ειδικό (das Sundre, Besondre) τίποτ’ άλλο από την ιδιοκτησία που έχει χωριστεί από την κοινή γη; Οι λογικές κατηγορίες σ’ αυτή την περίπτωση χωρίς καμιά αμφιβολία βγαίνουν από τη σχέση μας με τη φύση»[12]. Όλα αυτά δείχνουν πως οι κατηγορίες δεν είναι μόνο στάδια στην ανάπτυξη της γνώσης αλλά και στάδια στην ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνικής πρακτικής και των σχέσεων των ανθρώπων μεταξύ τους και με τη φύση. Οι κατηγορίες ως στάδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής γνώσης και πρακτικής αντανακλούν όχι μόνο τις καθολικές μορφές της ύπαρξης, τις καθολικές ιδιότητες και συνδέσεις της πραγματικότητας, τους καθολικούς νόμους της, αλλά και τους νόμους της κίνησης της γνώσης από το χαμηλότερο στο υψηλότερο επίπεδο, τους νόμους της λειτουργίας και ανάπτυξης της νόησης.

«… Οι κατηγορίες της νόησης δεν είναι ένα βοηθητικό ανθρώπινο εργαλείο, αλλά η έκφραση των νόμων και της φύσης και του ανθρώπου»[13]. Και σε ένα άλλο σημείο ο Λένιν, αναφερόμενος στην πρόταση του Hegel ότι η κίνηση της συνείδησης «όπως και η ανάπτυξη κάθε φυσικής και πνευματικής ζωής βασίζεται στη φύση της καθαρής ουσιαστικότητας που συνθέτει το περιεχόμενο της Λογικής», λέει: «Ανάποδα: η λογική και η θεωρία της γνώσης πρέπει να προκύψει από την ανάπτυξη ολόκληρης της φυσικής και πνευματικής ζωής»[14].

Οι κατηγορίες οι οποίες σχηματίζονται με μία συγκεκριμένη ακολουθία κατά τη διαδικασία της ανάπτυξης της κοινωνικής γνώσης, δημιουργούν αντίστοιχες αναγκαίες σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ τους, σχηματίζοντας έτσι τη δομή της πνευματικής δραστηριότητας, τη λογική δομή της γνώσης και τις καθολικές μορφές κίνησης της σκέψης. Σε μια γνωστική διαδικασία το υποκείμενο γνωρίζει ένα αντικείμενο μέσα από το πλέγμα των κατηγοριών που έχουν σχηματιστεί στη συνείδησή του, προχωρεί στη δική του σύνθεση κατηγοριών και έτσι ανακαλύπτει τις ενδογενείς ιδιότητες και συνδέσεις του αντικειμένου καθώς και τις μορφές με τις οποίες εκδηλώνονται οι τελευταίες στο συγκεκριμένο πεδίο της πραγματικότητας. Ταυτόχρονα το υποκείμενο ανακαλύπτει τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του αντικειμένου, τις αιτιακές συνδέσεις του και τους νόμους λειτουργίας και ανάπτυξής του.

Απ’ όλα αυτά συνάγεται ότι η δομή των κατηγοριών, παρά το ότι εξασφαλίζει την κίνηση της νόησης προς την αλήθεια, δοκιμάζεται σε κάθε γνωστικό ή πρακτικό ενέργημα, σε κάθε λειτουργία της σκέψης, και μέσα απ’ αυτή τη συχνή επανάληψη επιβεβαίωσης στην πράξη, γίνεται αξίωμα που δεν αφήνει σε κανένα αμφιβολία για την καθολικότητα (χρησιμότητα κατά τη γνωστική διαδικασία κάθε αντικειμένου) και την αλήθεια της.

«Όταν ο Hegel προσπαθεί –μερικές φορές με πολύ κόπο και ιδρώτα- να ταιριάξει τη σκόπιμη δραστηριότητα του ανθρώπου στις κατηγορίες της λογικής, λέγοντας ότι αυτή η δραστηριότητα είναι ο συλλογισμός… ότι το υποκείμενο (ο άνθρωπος) έχει το ρόλο του “μέλους” στο λογικό σχήμα του συλλογισμού κ.ο.κ., -ΤΟΤΕ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΘΕΜΑ ΕΜΦΑΣΗΣ, ΣΧΗΜΑ ΛΟΓΟΥ, ΕΧΕΙ ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΒΑΘΥ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΑ ΥΛΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ. Αυτό πρέπει να αντιστραφεί: η πρακτική δραστηριότητα του ανθρώπου όφειλε να οδηγήσει στη συνείδησή του στην επανάληψη των διαφόρων λογικών σχημάτων άπειρες φορές, ώστε να μπορέσουν να αποκτήσουν τη σημασία του αξιώματος. Ν.Β.»[15]. Έτσι οι κατηγορίες της διαλεκτικής είναι ιδανικές εικόνες που αντανακλούν και εκφράζουν με αφηρημένο τρόπο τις καθολικές ιδιότητες και σχέσεις των πραγμάτων, τις καθολικές μορφές του όντος και υπάρχουν στην αντικειμενική πραγματικότητα οργανικά συνδεδεμένα με το ατομικό και το ιδιαίτερο.

Οι κατηγορίες ως προϊόν της γνωστικής δραστηριότητας, αντανακλούν τις ιδιομορφίες που έχουν τα στάδια της γνώσης κατά τα οποία σχηματίστηκαν, και μέσα από τις προκύπτουσες αναγκαίες σχέσεις τους, τους νόμους της κίνησης της γνώσης από το χαμηλότερο στο ανώτερο, δηλαδή τους νόμους της λειτουργίας και ανάπτυξης της νόησης. Τελικά εφόσον συνδέονται με την πράξη η οποία υλοποιεί σε εργαλεία και μορφές δραστηριότητας τα γενικά είδη της ύπαρξης, τις παγκόσμιες ιδιότητες και σχέσεις των πραγμάτων που αντανακλώνται σ’ αυτές, οι κατηγορίες επίσης αντανακλούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους νόμους λειτουργίας και ανάπτυξης της πρακτικής δραστηριότητας.


3. Η σχέση νόμων και κατηγοριών της διαλεκτικής

Οι νόμοι και οι κατηγορίες έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους και δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι φιλόσοφοι αρνούνται ότι οι κατηγορίες είναι οι βασικοί νόμοι της διαλεκτικής, ενώ άλλοι θεωρούν τους νόμους κατηγορίες. Αυτό που έχουν κοινό οι νόμοι και οι κατηγορίες, είναι ότι αντανακλούν τις γενικές μορφές ύπαρξης της ύλης, τις καθολικές συνθήκες του όντος. Η αντίθεση, δηλαδή η εσωτερική, σύνδεση, ποιότητας και ποσότητας και η επανάληψη της πορείας σε ανώτερο επίπεδο μετά την άρνηση μιας υλικής οντότητας ή κατάστασης από άλλη, έχει τον ίδιο καθολικό χαρακτήρα που έχει και η αιτιότητα, η μορφή και το περιεχόμενο, η αναγκαιότητα κ.ά.

Μέσα στο πλαίσιο όμως των κοινών χαρακτηριστικών των νόμων και των κατηγοριών, υπάρχει και μία διαφορά. Οι νόμοι της διαλεκτικής αντανακλούν τις γενικές συνδέσεις και σχέσεις που λειτουργούν στη φύση, στην κοινωνία και στην ανθρώπινη γνώση. Οι κατηγορίες, πέρα απ’ αυτό, αντανακλούν και τις γενικές ιδιότητες και πλευρές της πραγματικότητας. Με άλλα λόγια έχουν πλουσιότερο περιεχόμενο απ’ αυτό των νόμων.

Ο νόμος π.χ. του μετασχηματισμού της ποσοτικής αλλαγής σε ποιοτική, αντανακλά μόνο την εσωτερική σύνδεση ποσότητας και ποιότητας.

Ορισμένοι συγγραφείς πιστεύουν ότι οι κατηγορίες αντανακλούν μόνο πλευρές και ιδιότητες, όχι όμως και τις διασυνδέσεις τους τις οποίες, όπως ισχυρίζονται, αντανακλούν οι νόμοι. Πέφτουν όμως πολύ έξω. Συγχέουν το περιεχόμενο των ορισμών ορισμένων κατηγοριών, με το περιεχόμενο αυτών των ίδιων των κατηγοριών. Είναι αλήθεια ότι οι ορισμοί των κατηγοριών δεν περιέχουν τις κανονικότητες, τους νόμους διασύνδεσης πλευρών ή στοιχείων της πραγματικότητας που αντανακλώνται σ’ αυτές τις κατηγορίες. Καταγράφουν μόνο το ειδικό και το ουσιαστικό, αυτό που μας επιτρέπει να τις αναγνωρίζουμε και να τις ξεχωρίζουμε. Αλλά ο ορισμός των κατηγοριών όπως και ο ορισμός κάθε άλλης έννοιας, δεν αναφέρεται και δεν είναι δυνατό να αναφέρεται στο σύνολο του περιεχομένου τους. Το περιεχόμενο έχει περισσότερο πλούτο και ποικιλία από τις ιδιότητες που αποκαλύπτει ο ορισμός. Περιέχει πέρα από τις ίδιες τις ιδιότητες, και τις διασυνδέσεις τους με ιδιότητες άλλων υλικών οντοτήτων. Συγκεκριμένα, το περιεχόμενο της κατηγορίας της ποσότητας σε καμία περίπτωση δεν εξαντλείται από το αθροιστικό σύνολο των ιδιοτήτων που υποδηλώνουν τα μεγέθη ενός πράγματος, δηλαδή τις διαστάσεις του, οι οποίες συνήθως περιέχονται στους ορισμούς αυτής της κατηγορίας. Μέσα στο περιεχόμενο της κατηγορίας βρίσκεται επίσης η οργανική σύνδεση ποσότητας και ποιότητας, η επίδραση σ’ ένα ορισμένο στάδιο της αλλαγής της ποσότητας στην αλλαγή της ποιότητας και η εξάρτηση των χαρακτηριστικών της ποσότητας από τα χαρακτηριστικά της ποιότητας. Με άλλα λόγια το περιεχόμενο της κατηγορίας της ποσότητας περιέχει ιδιότητες που χαρακτηρίζουν την ποσότητα καθώς και τους νόμους σύνδεσης που χαρακτηρίζουν της ποσότητας και της ποιότητας. Το ίδιο αληθεύει και για την κατηγορία της ποιότητας. Στο περιεχόμενό της βρίσκονται όχι μόνο οι ιδιότητες που δείχνουν τι είναι ποιότητα αλλά και οι ιδιότητες σύνδεσής της με την ποσότητα και συγκεκριμένα το γεγονός ότι οι ποιοτικές διαφορές καθορίζονται από ποσοτικές διαφορές, καθώς και το ότι οι ποιοτικές αλλαγές γίνονται κάτω από την επίδραση ποσοτικών αλλαγών, κ.ο.κ.

Το ίδιο μπορεί να παρατηρήσει κανείς στη σχέση του περιεχομένου του νόμου της ενότητας και πάλης των αντιθέτων, με το περιεχόμενο της κατηγορίας της «αντίθεσης». Ο νόμος της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων αντανακλά και θεμελιώνει το γεγονός ότι ανάμεσα στα αλληλοαποκλειόμενα των ωστόσο ενωμένων αντιθέτων, που χαρακτηρίζουν μία υλική οντότητα, υπάρχει μια πάλη που στο τέλος καταλήγει στη λύση της αντίθεσης και στη μετάβαση της οντότητας (ή της κατάστασης) από το ποιοτικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται σε ένα άλλο. Η κατηγορία της αντίθεσης έχει ως περιεχόμενο όλα αυτά τα στοιχεία αλλά και αρκετά άλλα που δεν περιέχονται στο νόμο της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων. Η κατηγορία της αντίθεσης θεμελιώνει το γεγονός ότι η αντίθεση είναι μία αλληλεπίδραση αντιθέτων πλευρών ή πάλη αντιθέτων. Επιπλέον όμως φανερώνει την αναγκαιότητα διάκρισης των αντιθέσεων: εσωτερική και εξωτερική, ουσιαστική και μη ουσιαστική, βασική και μη βασική, κύρια και δευτερεύουσα. Θεμελιώνει σημεία που αφορούν τη σημασία και το ρόλο των συγκεκριμένων αυτών αντιθέσεων στην εξέλιξη των υλικών όντων και ιδιαίτερα το γεγονός ότι είναι η πηγή της κίνησης και της ανάπτυξης. Επομένως το περιεχόμενο της κατηγορίας της αντίθεσης είναι πλουσιότερο απ’ αυτό του νόμου της ενότητας και πάλης των αντιθέτων.

Το ίδιο πράγμα παρατηρούμε στη σχέση ανάμεσα στις κατηγορίες και στους αντίστοιχους νόμους της. Ας πάρουμε π.χ. την κατηγορία της μορφής και του περιεχομένου και τον αντίστοιχο νόμο, ότι η μορφή προσδιορίζεται από το περιεχόμενο. Αυτό που θεμελιώνεται μ’ αυτό το νόμο είναι ότι στη σχέση μορφής και περιεχομένου το περιεχόμενο είναι ο προσδιοριστικός παράγοντας, δηλαδή ότι η μορφή δημιουργείται και αλλάζει από την επίδραση ενός νέου ή διαφορετικού περιεχομένου. Όμως οι κατηγορίες μορφής και περιεχομένου αντανακλούν κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Π.χ. η κατηγορία του περιεχομένου περιλαμβάνει επίσης το γεγονός ότι το περιεχόμενο είναι το σύνολο των εσωτερικών διαδικασιών ενός πράγματος ή φαινομένου, ότι διαρκώς αλλάζει, ότι κατά την ανάπτυξή του προοιωνίζει τη μορφή που προσαρμόζεται σ’ αυτό προσφέροντάς του όμως στη συνέχεια ένα ευρύ πλαίσιο ανάπτυξης, κ.ο.κ.

Το ότι οι κατηγορίες περιέχουν τους αντίστοιχους νόμους της διαλεκτικής, φαίνεται και από το γεγονός ότι οι νόμοι δεν αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητο αντικείμενο μελέτης, αλλά θεωρούνται ως στοιχεία του περιεχομένου των διαφόρων κατηγοριών τους. Το ίδιο αληθεύει και για το νόμο της αμοιβαίας μετάβασης του ατομικού στο γενικό και του γενικού στο ατομικό, το νόμο προσδιορισμού της μορφής από το περιεχόμενο. Οι νόμοι αυτοί αναπαράγονται στη συνείδηση μόνο ως στοιχεία των κατηγοριών «ατομικό», «γενικό», «μορφή» και «περιεχόμενο».

Οπωσδήποτε υπάρχουν νόμοι της διαλεκτικής που θεωρούνται όχι ως στοιχεία του περιεχομένου ορισμένων κατηγοριών, αλλά ως αυθύπαρκτοι. Τέτοιοι είναι οι νόμοι μετατροπής της ποσοτικής αλλαγής σε ποιοτική, ο νόμος της ενότητας και πάλης των αντιθέτων και ο νόμος της άρνησης της άρνησης.

Αυτοί οι νόμοι θεωρούνται ανεξάρτητοι όχι γιατί το περιεχόμενό τους δεν αποτελεί μέρος των αντίστοιχων κατηγοριών, αλλά γιατί, αντίθετα με άλλους νόμους της διαλεκτικής είναι βασικοί και προσδιορίζουν άλλους μέσα από τους οποίους εκδηλώνονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Έτσι, π.χ., ο νόμος της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων καθορίζει ορισμένες σχέσεις αλληλεπίδρασης του ατομικού με το γενικό, της ποσότητας με την ποιότητα, της αιτίας με το αποτέλεσμα, της αναγκαιότητας με το τυχαίο, της δυνατότητας με την πραγματικότητα, κ.ο.κ., και εκδηλώνεται μέσα απ’ αυτά.

Πράγματι, όλα αυτά είναι αντίθετα, τα οποία κάτω από ορισμένες συνθήκες περνούν το ένα στο άλλο και ταυτίζονται. Ο νόμος μετατροπής ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές δρα με τον ίδιο τρόπο. Εκδηλώνεται κατά την αλληλεπίδραση των στοιχείων ή πλευρών που αντανακλώνται από όλα τα ζευγάρια των κατηγοριών. Μια αλλαγή π.χ. στην ποσότητα του ατομικού, το αλλάζει αναπόφευκτα σε γενικό (μια νέα ποσότητα) και, αντίστροφα, μία ποσοτική αλλαγή του γενικού το μετατρέπει σε κάτι ατομικό. Ακόμη, συσσώρευση ποσοτικών αλλαγών στο περιεχόμενο φέρνει αργά ή γρήγορα αλλαγή στη μορφή, που συνοδεύεται από τη μετάβαση της συγκεκριμένης υλικής οντότητας σε μια νέα ποιοτική κατάσταση. Τελικά η ενίσχυση μιας τυχαίας ιδιότητας που αντιστοιχεί στις συνθήκες ύπαρξης μιας συγκεκριμένης υλικής οντότητας, τη μετατρέπει σε αναγκαία και τη μεταθέτει σ’ ένα νέο ποιοτικό επίπεδο.

Εφόσον οι νόμοι της διαλεκτικής που αναφέρθηκαν είναι βασικοί και προσδιοριστικοί για όλες τις άλλες καθολικές σχέσεις και συνδέσεις, είναι πολύ φυσιολογικό και αναγκαίο να ξεχωρίζονται από το περιεχόμενο των αντίστοιχων κατηγοριών και να εμφανίζονται ως αντικείμενα ιδιαίτερης προσοχής.

Μετάφραση: Άρης Κοντούγκος

* Από το συλλογικό τόμο, Philosophy in the USSR [Η Φιλοσοφία στη Σοβιετική Ένωση], Progress Publishers, Μόσχα 1977.
______

Σημειώσεις

[1] Στο εξής ο όρος «form» θα ερμηνεύεται είτε ως «είδος» είτε ως «μορφή», ανάλογα με την απαιτούμενη οντολογική βαρύτητα και τη γλωσσική ανάγκη της πρότασης.

[2] Nicolai Hartmann, Der Aufbau den realen Welt. Grundriss der allgemeinen Kategorienlehre, 3. Auflage, Berlin, 1940, S.I.

[3] George E. Moore, Some main problems of Philosophy, London, New York 1953 p. 372.

[4] Ibid, pp 370-71.

[5] K. Popper, «Για τη θεωρία του αντικειμενικού πνεύματος» (“On the theory of the objective mind”) Proceedings of the XIVth International Congress of Philosophy, Vienna, 1968, pp. 26-27.

[6] Σημείωση του Μεταφραστή: θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η συγκεκριμένη χρήση του όρου «ουσία» (essence) από τον συγγραφέα σε σχέση με τον αντικειμενισμό και το περιεχόμενο του τρίτου κόσμου του Popper είναι απλουστευτική σε σημείο που μπορεί να δημιουργήσει παρεξηγήσεις. Ο Popper δεν θεωρεί ως βασικό περιεχόμενο του αντικειμενικού τρίτου κόσμου, όπως αφήνει να εννοηθεί ο συγγραφέας, γενικές έννοιες και απόλυτες ιδέες ή ιδανικές ουσίες, αλλά θεωρίες, προβλήματα και επιχειρήματα που αντιπροσωπεύουν το αντικειμενικό αποτέλεσμα της κριτικής σχέσης του υποκειμένου με τον εξωτερικό του κόσμο. Συγκεκριμένα, θεωρεί τον Πλατωνισμό, δηλαδή την αναφορά σε αντικειμενικές άυλες και ιδανικές ουσίες, ως προϊόν πίστης στη δυνατότητα μιας καθολικής τελειωτικής (ultimate) εξήγησης. Ακριβώς γι’ αυτό, λέει ο Popper, «ο Πλάτων είδε τα αντικείμενα του τρίτου κόσμου σαν άυλα πράγματα, σα αστέρια που μπορεί ν’ ατενίσει κανείς όχι όμως και ν’ αγγίξει με τον νου. Γι’ αυτό τα είδη (forms) ή οι ιδέες έγιναν έννοιες πραγμάτων, αντί για θεωρίες, επιχειρήματα ή προβλήματα», K. Popper, Epistemology without a knowing Subject. Proceedings of the 3d International Congress for Logic Methodology and Philosophy of Science, Sept. 1967. Το ίδιο κείμενο περιέχεται στο βιβλίο του Popper, «Objective Knowledge» Oxford 1972, p. 123. Το απόσπασμα αυτό εξηγεί ακόμη, πως είναι δυνατόν να χρησιμοποιεί ο Popper τον όρο «form» με νόημα συγγενικό προς αυτό της θεωρίας. Επίσης ο Popper σε προηγούμενο έργο του έχει πάρει συγκεκριμένη θέση ενάντια στη χρήση «ουσιών» λόγω της σκοτεινότητας του νοήματός τους. Αποκλείεται λοιπόν να έχει πάρει θέση, όπως ο συγγραφέας επιτρέπει να συμπεράνει κανείς, για την αντικειμενική ύπαρξη των ιδανικών ουσιών. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα: «… Με άλλα λόγια το νόημα της κριτικής μου είναι ότι η πίστη στις ουσίες, είτε αυτές υπάρχουν είτε όχι, δεν βοηθά καθόλου, αντίθετα βλάπτει` δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος για έναν επιστήμονα να υποθέτει την ύπαρξή τους». K. Popper, «Three views concerning human Knowledge». Πρώτη έκδοση: Contemporary British Philosophy 3d Series ed. H. D. Lewis, 1956. Περιέχεται επίσης στο βιβλίο του Popper, «Conjectures and Refutations», 4th edition, London, 1972, σελ. 105.

[7] Ibid, s. 25.

[8] Stuart Chase, The Tyranny of Worlds, New York, 1938, p. 9.

[9] Ibid.

[10] V. I. Lenin. Collected Works, Vol. 58, p. 253.

[11] V. I. Lenin. Collected Works, Vol. 38, p. 93.

[12] Marx, Engels, Selected Correspondence, Moscow 1975, p. 190.

[13] V. I. Lenin, Collected Works, Vol. 38, p. 91.

[14] Ibid p. 88.


Πηγή: Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Διαλεκτική: Προβλήματα & Διερευνήσεις», σ. 195-222, εκδ. Gutenberg, Αθήνα

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.